Του Στέφανου Κασιμάτη από το www.kathimerini.gr

Οχι ότι έτρεφα ελπίδες για το αποτέλεσμα των χθεσινών συναντήσεων του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς αρχηγούς. Παρόλα αυτά, η απογοήτευση ήταν η ίδια, έστω και αν η αποτυχία ήταν προδιαγεγραμμένη. Παρομοίως πρέπει να είναι και με τον θάνατο: όσο και αν προετοιμάζεσαι, όσο και αν φιλοσοφείς το θέμα προσπαθώντας να συμφιλιωθείς με το αναπόφευκτο, η έλευση του τέλους, για τους περισσότερους τουλάχιστον, πρέπει να είναι τρομακτική. (Το υποθέτω, δηλαδή, διότι ακόμη δεν έχω πεθάνει ώστε να σας μιλώ μετά λόγου γνώσεως – αλλά και όταν μου συμβεί το μοιραίο αμφιβάλλω πολύ αν θα είμαι σε θέση μετά να μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις...) Αλλά, για να επιστρέψουμε στο θέμα της συναίνεσης, ο γύρος των συνομιλιών του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς αρχηγούς επιβεβαίωσε την άποψη ότι ο λεγόμενος πολιτικός κόσμος είναι εγκλωβισμένος σε έναν φαύλο κύκλο, όπου οι πάντες επικαλούνται το εθνικό συμφέρον, όμως η στάση του καθενός προσδιορίζεται αποκλειστικά από το στενό κομματικό συμφέρον του.

Ως προς την κυβέρνηση, είναι παιδαριώδης αφέλεια να φαντάζεται ότι μπορεί να εξασφαλίσει τη συναίνεση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επί τη βάσει ενός προγράμματος μέτρων για το οποίο προηγουμένως δεν την έχει καν προϊδεάσει. Επειδή τέτοια ευήθεια είναι απολύτως αδιανόητη, κατά συνέπειαν, η προφανής επιδίωξη της κυβέρνησης δεν ήταν να εξασφαλίσει τη συναίνεση της Ν.Δ., αλλά την άρνησή της. Αυτό έχει γίνει πλέον αντιληπτό στους παρατηρητές των πολιτικών μας πραγμάτων, εξ ου και η συζήτηση που οργιάζει στο παρασκήνιο περί πρόωρων εκλογών. Αλλά και ο Αντώνης Σαμαράς, μολονότι θα ήταν άδικο να μην του αναγνωρίσουμε ότι τελευταίως έχει στραφεί–δειλά έστω– προς ρεαλιστικότερες θέσεις, συνεχίζει να κινείται καιροσκοπικά. Προσπαθεί να γίνει αρεστός σε ένα ετερόκλητο ακροατήριο, με αποτέλεσμα η εικόνα των θέσεων που προβάλλει να είναι θολή, η δε προσωπική αξιοπιστία του αμφισβητήσιμη.

Προχωρώντας παρακάτω, τα πράγματα δεν είναι πολύ διαφορετικά. Ο ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη –ο οποίος, μετά το πέρας της συνάντησης του με τον πρωθυπουργό, μίλησε για «συνυπευθυνότητα»– επιζητεί προφανέστατα τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση, δηλαδή, «να τρουπώσουμε» στην εξουσία κι έπειτα έχει ο Θεός. Η κυρία Μπακογιάννη της Δημοκρατικής Συμμαχίας έχει ίσως την πλέον υπεύθυνη στάση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά παραμένει ταυτισμένη με την αποτυχία της κυβέρνησης Καραμανλή και είναι αμφίβολο αν ο κόσμος έχει τη διάθεση να ασχοληθεί μαζί της. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κανονικά για το ψυχιατρείο, ενώ η Δημοκρατική Αριστερά το μόνο στο οποίο διαφέρει από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι έχει επικεφαλής έναν ήπιο και πολιτισμένο άνθρωπο, τον Φώτη Κουβέλη, η παρουσία του του οποίου κάνει απλώς μια ευπρόσδεκτη αντίθεση σε σχέση με τον ανάγωγο, επιθετικό και επηρμένο Τσίπρα. Τέλος, το ΚΚΕ, με τη στάση που τηρεί, επιβεβαιώνει πόσο εσφαλμένη ήταν η άνευ όρων νομιμοποίηση του το 1974.

Τίποτε από τα παραπάνω δεν είναι καινούργιο. Την εποχή ακριβώς όπου η χώρα έχει –περισσότερο από ποτέ στα χρόνια μετά το 1974– ανάγκη στιβαρής ηγεσίας, οι πολιτικοί μας αποδεικνύονται μικρότεροι των περιστάσεων. Ωστόσο, είναι υποχρέωσή μας να προσπαθούμε πάντα να ανακαλύπτουμε την θετική πλευρά των πραγμάτων, ακόμη και στα χειρότερα. Γι’ αυτό, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να σας αφηγηθώ παρακάτω ένα διασκεδαστικό περιστατικό, το οποίο διάβασα στην εξαιρετική βιογραφία του Μπίσμαρκ από τον Τζόναθαν Στάινμπεργκ και το οποίο αποδεικνύει ότι και η μεγαλοσύνη –ό,τι, δηλαδή, λείπει από τον δικό μας πολιτικό κόσμο– έχει τα μειονεκτήματά της.

Ο Κριστόφ Τίντεμαν, Πρώσσος πολιτικός, σύγχρονος και φίλος του Μπίσμαρκ, περιέγραψε γλαφυρότατα στο ημερολόγιό του τις έξι ώρες, που πέρασε στις 25 Ιανουαρίου του 1870 προσκεκλημένος, μαζί με τη γυναίκα του, στο σπίτι του Μπίσμαρκ. Στη διάρκεια του δείπνου, ο σιδηρούς καγκελλάριος γκρίνιαζε συνεχώς ότι δεν είχε όρεξη, ενώ την ίδια ώρα καταβρόχθιζε τα πάντα και ζητούσε δεύτερη μερίδα από κάθε πιάτο, καταπίνοντας συγχρόνως τεράστια ποσότητα μπίρας. Οι καλεσμένοι του παρακολουθούσαν από ευγένεια τους ρυθμούς του οικοδεσπότη τους, με αποτέλεσμα να φουσκώσουν. Ετσι, όταν μετά το δείπνο τους κάλεσε στο γραφείο του, τους επέτρεψε ευγενώς να χρησιμοποιήσουν το προσωπικό υπνοδωμάτιό του, ώστε να «ανακουφιστούν». (Σημειωτέον ότι ακόμη και τα σπίτια των πλουσίων τότε δεν διέθεταν εσωτερικά αποχωρητήρια.) Το ζεύγος Τίντεμαν, κολακευμένο από τις περιποιήσεις του Μπίσμαρκ, κλείστηκε στο υπνοδωμάτιο του οικοδεσπότη τους και αναζήτησαν κάτω από το κρεβάτι τα δοχεία νυκτός. Εντυπωσιάστηκαν, όμως, διαπιστώνοντας ότι τα δοχεία ήταν ασυνήθιστα μεγάλου μεγέθους. «Ολα σε αυτό τον άνθρωπο είναι τεράστια, ακόμη και τα σκ*** του!», είπε η σύζυγος του Τίντεμαν κατάπληκτη κι εκείνος, αργά τη νύχτα όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους, θεώρησε ότι είχε υποχρέωση να το καταγράψει στο ημερολόγιο του για την Ιστορία. Υπό το πρίσμα αυτό, λοιπόν, βλέπουμε ότι η μικρότητα των πολιτικών έχει και τα πλεονεκτήματα της...