Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Τον σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη τον θεωρώ κάπως σαν τον μεγαλύτερο αδερφό μου στα κινηματογραφικά. Δεν ξέρω, ίσως οφείλεται αυτό στο ότι είχαμε την ίδια πνευματική μητέρα, την Ευγενία Χατζίκου εν προκειμένω με τη σχολή της που δεν υπάρχει σήμερα, ίσως πάλι στο ότι μας ελκύουν αμφότερους οι ήρωες του περιθωρίου - αν και για τον Γιάννη δεν υπάρχουν περιθωριακοί, αλλά άνθρωποι μεσοαστοί στις ταινίες του. Ο ίδιος άλλωστε δηλώνει εκπρόσωπος της μεσαίας τάξης, ένα παιδί που ήρθε σε νεαρότατη ηλικία από την Κύπρο στην Αθήνα και που μέσα σε 25 χρόνια κατάφερε να δει την τέταρτη ταινία του να συμμετέχει στο σημαντικό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Συνταξιδιώτης του ο Μπάμπης Παπαδόπουλος, ο κιθαρίστας από τις θρυλικές Τρύπες, που κι εκείνος με σκληρή δουλειά κατάφερε να αφήσει το δικό του στίγμα, τόσο ως μουσικός, όσο και ως συνθέτης. Συναντηθήκαμε στο καφέ του Κοραή στο κέντρο της Αθήνας, εκεί που συχνάζουν ακόμη ποιητές, όπως συνέβαινε στην παλιά Αθήνα. Η κουβέντα μας είναι η ακόλουθη και αφορμή της φυσικά η έξοδος του ''Μικρού ψαριού'' στις αίθουσες από σήμερα, Πέμπτη 27 του μήνα. Να πάτε να τη δείτε την ταινία!

 

 

Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Συναντώ έναν σκηνοθέτη με τον συνθέτη της ταινίας του. Εσύ, όμως, Γιάννη, με εξαίρεση ένα α λα Ντάριο Αρτζέντο θέμα του Άκη Καπράνου για την ''Ψυχή στο στόμα'', δεν είχες χρησιμοποιήσει άλλοτε μουσική στις ταινίες σου.

Εγώ τη μουσική στις ταινίες λίγο τη φοβάμαι. Θέλω να είναι κάτι το οποίο να συνδιαλέγεται με όλη την υπόλοιπη αισθητική φόρμα της ταινίας. Στις πρώτες μου ταινίες έδωσα βάρος στο ηχητικό τους κομμάτι αφού αντιλαμβανόμουν την ηχητική τους μπάντα ως μουσική.

 

Θεωρείς ότι η μουσική μπορεί να συναισθηματικολογεί σε μία ταινία και να πηγαίνει αλλού το πράγμα;

Αυτό έτσι κι αλλιώς ισχύει. Το θέμα είναι να μη χρησιμοποιείται με φτήνια και ευκολία του τύπου ''μουσική σε ταινία = χαλί'' για να καλύψουμε τη γύμνια και τις αδυναμίες μας. Έτσι, στις πρώτες μου ταινίες προσπάθησα να στήσω εικόνες, δραματουργία, να αφηγηθώ χωρίς το δεκανίκι της μουσικής. Επίσης, να κλείσω κι έναν κύκλο αυτοεπιβεβαίωσης – γιατί όχι; – ότι μπορώ να τα καταφέρω και χωρίς τη μουσική, επειδή θεωρείται και λίγο ''κάπως'' να μη χρησιμοποιείς μουσική. Ασχέτως βέβαια αν τα τελευταία χρόνια πάρα πολλοί τολμούν.

 

Εσύ, Μπάμπη, απ' την άλλη, έχεις ξαναγράψει μουσική για τον κινηματογράφο.

Ναι, άλλη μία φορά. Μου αρέσει η μουσική για τον κινηματογράφο, όπως μου αρέσει και ο κινηματογράφος.

 

Πόσω μάλλον που έχεις κάνει και προσωπικούς δίσκους οργανικής, κινηματογραφικής θα λέγαμε, μουσικής.

Αυτό το κάνω τα τελευταία χρόνια. Για μένα η μουσική έχει εικόνες. Όταν ακούς, ας πούμε, κάποιο κομμάτι κι είσαι σ' ένα χώρο, ακόμη και τον τοίχο να κοιτάς, δε σημαίνει ότι βλέπεις μόνο το χρώμα απ' τα ντουβάρια. Η μουσική κάτι θα σου κάνει. Γεννάει σκέψεις, συναισθήματα. Ταξιδεύει.

 

Μιλήστε μου για το πως έσμιξαν οι δρόμοι σας.

Γιάννης Οικονομίδης: Το ιδανικό μου για την πρώτη μου μουσική απόπειρα στο σινεμά ήταν να βρω έναν συνθέτη που να είναι ταυτόχρονα και μουσικός, οργανοπαίχτης. Έπεσε στα χέρια μου το cd του Μπάμπη ''Σκηνές από ένα ταξίδι'', ένα εντελώς κινηματογραφικό άλμπουμ. Συναντηθήκαμε εντελώς τυχαία σ' έναν κινηματογράφο, στο Ιντεάλ. Ο Μπάμπης έβγαινε απ' την ταινία, εγώ έμπαινα. Χωρίς να γνωριζόμαστε, βρεθήκαμε να μιλάμε έξω για κάνα τέταρτο. Μαγική φάση.

Μπάμπης Παπαδόπουλος: Ταυτόχρονα μιλήσαμε ο ένας στον άλλο. ''Σε ξέρω, με ξέρεις'' κλπ. (γέλια) Πραγματικά ήταν ωραία φάση.

Γ.Ο.: Έτσι είχαμε γνωριστεί αρκετά πριν απ' αυτή την ταινία, γιατί είχα πάρει κι ένα κομμάτι του που χρησιμοποίησα στο trailer του ''Μαχαιροβγάλτη''. Τώρα, μ' αυτό το σενάριο, έχοντας τον συγκεκριμένο ήρωα, τον μοναχικό Στράτο, το πράγμα όλο και πήγαινε στις μεγάλες αγάπες που είναι η κιθάρα και το blues.

 

Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Εσένα, Μπάμπη, πως σε βρήκε η πρόταση του Γιάννη να του γράψεις μουσική;

Τον γνώριζα τον Γιάννη ως σκηνοθέτη πριν συναντηθούμε και έτσι κι αλλιώς μου άρεσαν οι ταινίες του. Όσο για το ότι δεν είχαν μουσική, εμένα δεν μου έλειπε καθόλου. Φαντάσου λοιπόν πόση πρόκληση εμπεριείχε για μένα η πρόταση του. Ο Γιάννης έχει πολύ έντονο χαρακτήρα σ' αυτό που κάνει και άρα καθαρή ματιά.

Γ.Ο.: Ο Μπάμπης είχε και μια μεγάλη εντιμότητα σε ότι αφορά την πρόταση που αποδέχτηκε. Όπως έχω ακούσει και από άλλους συναδέλφους, από εμπειρίες τους με μουσικούς, οι μουσικοί λόγω του ταμπεραμέντου τους θέλουν να καταλαμβάνουν όσο περισσότερο χώρο γίνεται σε μία ταινία. Σαν τον καρκίνο ένα πράμα!

 

Τον καρκίνο;

(γέλια) Με την καλή έννοια το λέω! Για καλοήθη καρκίνο μιλάμε! Κατάλαβες τι εννοώ, ρε παιδί μου, δηλαδή αν γίνεται να υπάρχει μουσική από το πρώτο καρέ ως το τελευταίο. Αυτό που συνέβη με τον Μπάμπη είναι ότι δεν είχαμε καθόλου τέτοια προβλήματα. Τό'πε και μόνος του πριν, έβλεπε τις ταινίες μου και δεν του έλειπε η μουσική. Ο Μπάμπης έβαλε πρώτα την ταινία και μετά τον εαυτό του και τη συμμετοχή του. Η μουσική μπήκε εκεί ακριβώς που έπρεπε και στα κατάλληλα μήκη ώστε να είναι απόλυτα λειτουργική. Φαντάσου ότι είχε έρθει στο μιξάζ και έλεγε ''χαμήλωσε, εδώ είναι δυνατά η μουσική''!

Μ.Π.: Κάνεις κάτι σε σύνολο, αυτή είναι εμένα η πείρα μου από τα συγκροτήματα. Να σε ενδιαφέρει το τελικό αποτέλεσμα, όχι ποιος θα βγει μπροστά πρώτη μούρη.

 

Το 2003 στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας υπήρχαν πολλά ταινιάκια όπου ένας τύπος ξυλοφόρτωνε τη γκόμενα του, άλλος τη...μαστίγωνε κλπ. Βγήκε τότε κάποιος κριτικός και έγραψε ''Ας μη γεμίσουμε από υδροκέφαλα του Οικονομίδη''. Θεωρείς, Γιάννη, ότι έχεις κάνει σχολή κατά κάποιο τρόπο;

Το ''Σπιρτόκουτο'' απελευθέρωσε δυναμικές, ενέργειες και έδειξε κάποιους δρόμους στην αναπαράσταση, τον ρεαλισμό, το πώς να παρατηρούμε τους Έλληνες ήρωες, την ελληνική γλώσσα κλπ. Το ότι κάποιοι μικρομηκάδες βγαίνουν τώρα στην επιφάνεια της δικής μου δουλειάς, από μόνο του δε λέει τίποτα. Ακόμη νιώθω από λίγο έως αρκετά μόνος μου.

 

Δε μπορώ τώρα να μη σε ρωτήσω αν συντάσσεσαι κι εσύ με το σινεμά του Λάνθιμου, του Αβρανά και των άλλων παιδιών.

Αυτό το σινεμά είναι μακριά από μένα, εντελώς όμως. Και υφολογικά, και εννοιολογικά, και επί της ουσίας με την έννοια ότι δεν έχει χιούμορ. Εγώ θεωρώ ότι στις ταινίες μου υπάρχει χιούμορ και καθόλου σοβαροφάνεια. Δε λέω ότι το σινεμά των παιδιών δεν είναι ενδιαφέρον ή σπουδαίο, απλά είναι μακριά από μένα.

Μ.Π.: Αυτό γίνεται σ' όλες τις τέχνες. Και στη μουσική βγαίνει κάποιος, κάνει επιτυχία και μετά βγαίνουν άλλοι δέκα σαν κι αυτόν. Υπάρχει μια επιφανειακή προσέγγιση. Εγώ το έζησα όλο αυτό με τις Τρύπες και με τα Ξύλινα Σπαθιά. Άρχισαν να βγαίνουν γκρουπ όπου άλλος έκανε λίγο τη φωνή του Γιάννη, άλλος αντέγραφε λίγο τα ριφ της κιθάρας κ.ο.κ.

Γ.Ο.: Ή πάλι εγώ πιστεύω στη συνέχεια, δηλαδή με θεωρώ συνέχεια του Κώστα Μανουσάκη, του Δαμιανού, της Μαρκετάκη, του Γιάνναρη. Νιώθω ότι ανήκω σε μία συγκεκριμένη διαδρομή

Μ.Π.: Έτσι κι αλλιώς κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και η τέχνη έχει προχωρήσει από ανθρώπους που προσπαθούν να κρατηθούν οι ίδιοι. Ο μιμητισμός πάντα ήταν ζήτημα εφηβικής κατάστασης.

 

Πόσων ετών είστε;

Γ.Ο.: Εγώ είμαι 46.

Μ.Π.: Κι εγώ στα 47.

 

Άρα μιλάω με δυο ανθρώπους της ίδιας ακριβώς γενιάς. Λογικό που ταιριάξατε.

Γ.Ο.: Ξέρω γω, μάλλον. Πήγαινα στο Ρόδον κι άκουγα Τρύπες. Αν μού'λεγες τότε, πριν 20 χρόνια, ότι θα έκανες ταινίες και θα σού'γραφε μουσική ο κιθαρίστας τους, δε θα το φανταζόμουν καν. Ούτε και ότι θα έκανα ταινίες μπορούσα να το φανταστώ.

 

Παρ' όλα αυτά έκανες τέσσερις μεγάλου μήκους ταινίες με το Μικρό ψάρι να φτάνει έως τη Μπερλινάλε. Δεν είναι μια ηθική ικανοποίηση αν όχι ευτυχία;

Γ.Ο.: Την πραγματική ευτυχία, Αντώνη, την έχω όποτε καταφέρνω να ολοκληρώσω μία ταινία όπως τη θέλω.

 

Ανεξαρτήτως της πορείας που θα έχει;

Γ.Ο.: Ανεξαρτήτως, γιατί – για να είμαι ειλικρινής – όταν κάνω μία ταινία δε σκέφτομαι την πορεία που μπορεί να έχει. Δεν κάνω μακροπρόθεσμα σχέδια, είμαι εκεί επικεντρωμένος. Και πιστεύω πως αν τα δώσεις όλα σ' αυτό που κάνεις μόνο καλά έχεις να περιμένεις μετά.

Μ.Π.: Είναι για ποιο λόγο κάνεις κάτι. Όχι για να βγαίνεις έξω, να σε δείχνουν κάποιοι και να κάνεις τον καμπόσο. Οτιδήποτε τέτοιο κάνεις, σου κόβει τελικά και από τη χαρά της δημιουργίας.

 

Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Γιάννη, για κάποιον που έχει δει έστω και μία ταινία σου και δε σε γνωρίζει, πως θα αυτοχαρακτηριζόσουν ως άνθρωπος;

Γ.Ο.: Αντιφατικός είμαι, τά'χω όλα. Και ήρεμος είμαι, και νευρικός είμαι, και γλυκός και ξινός και ειρηνικός και επιθετικός ταυτόχρονα. Πάνω απ' όλα είμαι οικογενειάρχης, αλλά με ποια έννοια; Από την πρώτη μου ταινία συνειδητοποίησα ότι αυτό που έχει αξία για μένα είναι η καλλιτεχνική μου οικογένεια. Αυτός ειν' ο μεγάλος μου πλούτος και το μεγάλο μου κέρδος που απαντά και στην προηγούμενη σου ερώτηση. Μεγαλύτερο βραβείο για μένα είναι η οικογένεια μου που από την πρώτη μου ταινία είμαστε μαζί αγαπημένοι, πιστεύει ο ένας τον άλλον, υπάρχει περηφάνια για ότι κάνουμε και αγάπη. Αυτό πιθανώς να οφείλεται στο ότι ήμουν μόνος μου. Ήρθα 19 χρονών από την Κύπρο στην Αθήνα για να σπουδάσω, τα θυμάσαι.

 

Ξέρω, ο τραγουδιστής φίλος μας ο Δώρος Δημοσθένους με είχε πάει να μου δείξει το πατρικό σου στη Λεμεσό.

Γ.Ο.: Για μένα ο κόσμος αυτός δεν είναι συνεργάτες, αλλά οι φίλοι μου. Έχουμε παντρέψει φίλους, έχουμε θάψει, έχουμε βαφτίσει παιδιά, θέλω να πω ότι αυτός είναι ο κόσμος μου. Στο Βερολίνο κάναμε απόβαση κανονική. Ήρθαν κι ο Μπάμπης κι ο Μουρίκης κι η Πόπη και όλοι. Κι αυτή η πορεία πάει πολλά χρόνια πίσω, γιατί τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα.

Μ.Π.: Ήταν μια καθαρή η δική μας σχέση – συνεργασία. Ο Γιάννης είναι καθαρός άνθρωπος, έχει μια ευθύτητα και γρήγορα είχα την αίσθηση σα να είμαστε 20 χρόνια φίλοι.

 

Στην ταινία εκτός από τους ηθοποιούς – ηθοποιούς παίζουν ακόμη και η δημοσιογράφος Πόπη Τσαπανίδου, αλλά και η τραγουδίστρια Σόνια Θεοδωρίδου. Πως έγινε αυτό;

Γ.Ο.: Η Σόνια Θεοδωρίδου είδε ένα όνειρο ότι παίρνει ένα Όσκαρ! Ξύπνησε, έχει μια ανιψούλα που είναι ηθοποιός, της τηλεφωνεί και της λέει ''Είδα αυτό το όνειρο, που να παίξω κάπου στην Ελλάδα;'' (γέλια) Την ενημέρωσε η συγγενής της για το κάστινγκ που έκανα, ήρθε στην ουρά, έκανε βίντεο, όλα κανονικά. Έπαθα πλάκα!

 

Τη γνώριζες φαντάζομαι από πριν.

Γ.Ο.: Όχι, δεν τη γνώριζα. Είχα ακούσει το όνομα της, αλλά δίσκους της δεν είχα ακούσει. Ο ρόλος αρχικά είχε προταθεί σε μία άλλη σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιό, η οποία τελικά αποχώρησε κι έτσι την αντικατέστησα με τη Σόνια. Μού'χε κάνει τρομερή εντύπωση η απλότητα της Σόνιας. Σε ότι αφορά την Τσαπανίδου, ήταν ένα μικρό απωθημένο που είχα.

 

Δεν είναι και ηθοποιός;

Γ.Ο.: Όχι, αλλά γιατί το λες;

 

Κάτι τέτοιο είχε ακουστεί.

Γ.Ο.: Όχι, δημοσιογράφος είναι που δούλευε από 17 ετών ως συντάκτρια εφημερίδας.

Μ.Π.: Μη σου πω ότι στη δεκαετία του 1990 είχε πάρει συνέντευξη από μένα και τον Καρρά. Η πρώτη της πρέπει να ήτανε στην ΕΡΤ3.

Γ.Ο.: Εγώ την έβλεπα και μου άρεσε, ο χαρακτήρας της, η μεσογειακή ομορφιά της σαν γυναίκα και σαν ολότητα. Πάντα χαριτολογώντας έλεγα ''γιατί να την έχει πάρει η δημοσιογραφία αυτή τη γυναίκα και όχι το σινεμά''! Ε, η ταινία είναι γκανγκστερική, υπήρχε ο ρόλος της femme fatale, της τον προτείναμε. Αργότερα μού είπε ότι ήρθε στο πρώτο ραντεβού ήδη πεπεισμένη ότι θα έλεγε το ''ναι''. Εγώ της έδωσα το σενάριο, τις ταινίες μου όλες, αλλά προφανώς θα με γνώριζε.

 


 

Πόσο καιρό διήρκησαν οι πρόβες με τους ηθοποιούς;

Γ.Ο.: Τέσσερις με πέντε μήνες.

 

Εσύ, Μπάμπη, είχες περάσει καθόλου;

Μ.Π.: Ναι, είχα πάει κι εγώ στο ξεκίνημα. Όσο νά'ναι, ήθελα κι εγώ να έρθω σε επαφή με τη δουλειά από τα σπάργανα της. Και σε ρεπεράζ είχα πάει, μετά μου έστελνε ο Γιάννης φωτογραφίες και έμπαινα ολοένα και περισσότερο στο κλίμα.

 

Παρέδωσες πριν το μοντάζ τη μουσική ή τη δούλευες ταυτόχρονα;

Μ.Π.: Ταυτόχρονα, αλλά βέβαια είχαμε καταλήξει στο ποια θέματα θα έμπαιναν. Νομίζω ότι το μοντάζ ήταν η καλύτερη στιγμή, ο ρυθμός όλης της ταινίας.

Γ.Ο.: Κι εγώ, Μπάμπη, σε χρησιμοποίσα λίγο, ξέροντας την ιδιαίτερη σχέση των μουσικών με την έννοια του ρυθμού. Γι' αυτό αρχικά σου έστειλα το πρώτο cut, 185 λεπτά, μετά 170 λεπτά κι εισέπραττα πάντα το feeling σου.

Μ.Π.: Βοηθήθηκα και σαν Μπάμπης μουσικός και σαν θεατής. Μού'στελνε τα cut, έστελνα τα μουσικά θέματα.

 

Γιάννη, παλιότερα βγήκες και δήλωσες ότι η Χρυσή Αυγή είναι το τέλος του πολιτισμού. Και στη γενέτειρα σου, όμως, την Κύπρο αναβιώνει ο φασισμός.

Γ.Ο.: Και όχι μόνο, παντού. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στον δυτικό κόσμο κυρίως έχουν αρχίσει να αναβιώνουν επικίνδυνα. Όπως δεν έχει αλλάξει ο άνθρωπος στα αρχέτυπα του, έτσι δεν έχουν αλλάξει και οι κοινωνίες. Δηλαδή οι μάζες πάντα θα παραμένουν μάζες, ο όχλος θα παραμένει όχλος, ο άνθρωπος στη δυσκολία πάντα θά'ναι έτοιμος να υιοθετήσει τις πιο εύκολες ιδελογίες. Και οι κοινωνίες θα προτάσσουν πάντα τα συμφέροντα τους, εθνικισμοί και όλα αυτά. Τι χρειάζεται, λοιπόν; Πολιτισμός!

Μ.Π.: Κι επειδή και μένα πολλοί συνάδελφοι, έστω από άλλους χώρους, μας τη βγήκαν εθνικιστές και ρατσιστές, θεωρώ ότι είναι αστείο στις πίστες και στα σκυλάδικα να έχουν τις Ρωσίδες να πουλάνε πανέρια με λουλούδια και τους Πακιστανούς να τους παρκάρουν τα αμάξια και να δηλώνουν ρατσιστές.

 

Στο ''Μικρό ψάρι'' με σόκαρε η σκηνή του φασίστα στο εργοστάσιο που πετάει κυριολεκτικά έξω μια φουκαριάρα εργάτρια στο εργοστάσιο. Σεκάνς σκηνοθετημένη με ντοκιμαντερίστικο νατουραλισμό.

Γ.Ο.: Όντως, είναι άγρια σκηνή. Θέλαμε να κάνουμε κάτι εμπνευσμένο κι απ' όλα αυτά τα γεγονότα στη Μανωλάδα τότε. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτός είναι αφεντικό, δεν είναι φασίστας. Πιθανώς να μην ξέρει καν τι είναι ο φασισμός. Και το πιο σοκαριστικό στοιχείο είναι η απάθεια και η αδράνεια των συναδέλφων της, των συνανθρώπων της που παρακολουθούν βουβοί. Αυτό είναι ο ολοκληρωτισμός. Και το φαινόμενο μιας μικροαστικής ηθικής επίσης.

 

Σε χαίρομαι πάντως, Γιάννη, που δε μασάς τα λόγια σου και συχνά τοποθετείσαι δημόσια για κοινωνικά θέματα.

Γ.Ο.: Δε θεωρώ ότι μιλάω αρκετά. Υπάρχουν άλλοι στην πρώτη γραμμή. Εμείς κάνουμε ότι μπορούμε μέσω του σινεμά, όπως παλιά οι Τρύπες και άλλοι το έκαναν μέσω της ροκ μουσικής. Ο κόσμος έχει βαρεθεί πια να ακούει λόγια και πάλι λόγια. Όλοι μιλάνε, όλοι έχουν κάτι να πουν. Το λέει κι ο Άμλετ στον Σαίξπηρ: Words, words, words – Λόγια, λόγια, λόγια! Το να γράψεις ένα τραγούδι ή να φτιάξεις μία ταινία είναι σίγουρα πράξη πολιτική. Τα αρχίδια τα έχεις όταν κάνεις ένα έργο τέχνης, το υπογράφεις κι αυτό μετά μένει.

 

Ας πάμε στο Βερολίνο, την κορυφαία – φαντάζομαι – στιγμή στη μέχρι τώρα πορεία σου.

Εντάξει, καλά ήταν. Είχε έρθει όλη η οικογένεια, όλοι οι ηθοποιοί. Η Πόπη Τσαπανίδου, η Βίκυ Παπαδοπούλου και ο Βαγγέλης Μουρίκης σκόρπισαν τα χαμόγελα τους στο Βερολίνο. Επίσης, όλοι οι τεχνικοί, σεναριογράφοι, παραγωγοί, της πουτάνας το κάγκελο έγινε κι επειδή ήμασταν όλοι μαζί περάσαμε και πολύ όμορφα. Μια βδομάδα μείναμε.

 

Τα ξέρατε από πριν τα βραβεία;

Τα ξέραμε, ναι, αλλά λίγες ώρες πριν την απονομή.

 

Όπως γίνεται σε όλα τα φεστιβάλ παγκοσμίως. Ένιωσες κάποιο παράπονο που δεν έφυγε με κάποιο βραβείο η ταινία;

Κοίτα, είχαμε μια μικρή αγανάκτηση μόνο σ' ένα πράγμα, το οποίο, τώρα που αρχίζει και βλέπει ο κόσμος την ταινία, μου το σχολιάζουν: Το ότι ο Βαγγέλης Μουρίκης έχει δώσει μια πολύ υψηλού επιπέδου ερμηνεία, σπάνια ακόμη και για το ευρωπαϊκό σινεμά. Δηλαδή αυτό που ακούω είναι ''γαμώ το κέρατο μου, άμα δε δώσανε το καλύτερου ανδρικού ρόλου στον Βαγγέλη''...Αλλά, ξέρεις, όταν είσαι έξω απ' το κόλπο...

 


 

Εσένα, Μπάμπη, η εμπειρία σου ποια ήταν από τη Μπερλινάλε;

 

Μ.Π.: Νομίζω ότι όλο αυτό ανήκει πρώτα στον σκηνοθέτη της ταινίας και μετά στους ανθρώπους του κινηματογράφου, Εμείς οι μουσικοί καλούμαστε να συμμετάσχουμε απλά και να βάλουμε την τέχνη μας. Για μένα η ιστορία τελείωσε όταν είδα την ταινία ολοκληρωμένη.

Γ.Ο.: Η μουσική σου, Μπάμπη, έκανε μεγάλη αίσθηση. Επειδή μάλιστα κάναμε το post production στη Γερμανία, ανεβοκατεβήκαμε 4 – 5 φορές, οι Γερμανοί τεχνικοί κόλλησαν με τη μουσική. Υποκλίνονταν κανονικά και δεν εννοώ ότι επειδή τό'παν αυτοί απ' έξω εμείς μασήσαμε. Λέω ότι έμειναν μαλάκες! Δε βγαίνει πια καλή κινηματογραφική μουσική, αυτό είναι γεγονός.

 

Είσαι πατέρας, Γιάννη;

Γ.Ο.: Όχι.

 

Εσύ, Μπάμπη;

Μ.Π.: Όχι, ούτε εγώ.

 

Ρωτάω γιατί η σκηνή με τον ήρωα που παίρνει βόλτα με το αμάξι το κοριτσάκι που δε μπορεί να γυρίσει σπίτι πριν μία συγκεκριμένη ώρα, είναι πολύ συγκινητική.

Γ.Ο.: Δεν έχει να κάνει. Πολλοί είναι πατεράδες κι είναι τομάρια. Εγώ απλά κάνω ένα σινεμά ανθρωποκεντρικό και αγαπάω τους ήρωες μου, ακόμη κι αν είναι φαύλοι. Εξ ου και το χιούμορ κυριαρχεί, αυτός ο ''μεσογειακός πολιτισμός'' που έλεγε ευφυώς ο φίλος μας ο Αντρέας Παγουλάτος. Δείτε από τι αποτελείται η Ελλάδα σήμερα: πολυλογάδες, παλαβούς, οριακούς, ακραίους, αυτή την τρέλα τη δική μας δηλαδή οφείλουμε να βάλουμε στο σινεμά.

Μ.Π.: Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τόσο αγαπητές τις ελληνικές παλιές ταινίες κι ο κόσμος τις βλέπει και τις ξαναβλέπει.

Γ.Ο.: Ευτυχώς πέρασαν τα χρόνια που ο ελληνικός κινηματογράφος έμοιαζε με διαγωνισμό για το ποιος είναι ο πιο έξυπνος σκηνοθέτης. Εμένα στις ταινίες μου παίζουν άνθρωποι από την μεσαία τάξη, δεν την καταλαβαίνω τη λέξη περιθωριο. Και στην Ελλάδα όποτε λες περιθώριο, ο κόσμος νομίζει ότι αφορά το τζάνκι που δεν είχε να φάει ή τον κλοσάρ.

 

Έχεις κάτι στα σκαριά που λένε;

Γράφω, γράφω και γι'αυτό πάντα λέω ''δουλειά και πάλι δουλειά''. Όχι, όμως, ακόμη δεν έχω κάτι, αφού ασχολούμαι με τη διανομή επί της παρούσης του ''Μικρού ψαριού''. Η πιο άχαρη φάση της διαδικασίας είναι να στέκεσαι και να κοιτάς μια λευκή κόλλα χαρτί και να μην ξέρεις τι να γράψεις, τι να πεις.

 

Γιάννη και μπαμπη, σας ευχαριστώ πολύ. Εύχομαι η ταινία να σκίσει και να μείνει πολύ καιρό στις αίθουσες.

Εμείς ευχαριστούμε!

 


 

* Η ταινία Μικρό ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη από σήμερα προβάλλεται στους κινηματογράφους της Αθήνας και της επαρχίας.

 

** Το soundtrack της ταινίας σε μουσική του Μπάμπη Παπαδόπουλου κυκλοφορεί την ερχόμενη εβδομάδα σε cd και σε συλλεκτικό βινύλιο.

 

*** Στο τελευταίο βίντεο, η ερμηνεύτρια Νατάσσα Μποφίλιου μιλάει για το Μικρό ψάρι, τον Γιάννη Οικονομίδη και το ελληνικό σινεμά.