Ονόματα

 

 

 

Ο Οδυσσέας Γεωργίου, παιδί-τραύμα παιδιόθεν, πα’ να πει από παιδί πήγαινε γυρεύοντας και από παιδί σκοπό είχε να παραωριμάσει εκ προοιμίου ώστε να μη ζορίζεται με ωριμότητες και πιέσεις και ώρες ευθύνης και άλλα ποταπά όταν θα προστεθούν χρόνια στα χρόνια του, και άλλο δεν έκανε από το να ξεγελάει τον περίγυρο για να τον αφήνουν ήσυχο στη ρέμβη του, η οποία ρέμβη ταχέως έμελλε να γίνει νηφάλιος μέθη στην αρχή, να γίνει πιο μετά λίαν συντόμως και επίσης ταχέως μεθυσμένη μέθη, για να επανέλθει η μέθη, και ο ίδιος, στο νηφάλιος, ύστερα από δεκαετίες, και να ησυχάσουμε από δαύτον, τρόπον τινά.

            Ο Οδυσσέας Γεωργίου, από μικρός έκανε ασκήσεις ύφους, παράλλασσε τις ιστορίες που έλεγαν οι άλλοι, και, τεμπέλης καθώς ήταν, και παρέμεινε τεμπέλης, δεν τον άφηνε η οκνηρία του άλλες ιστορίες να κάθεται να σιάχνει και να επινοεί, παρά αρκούνταν τις ήδη έτοιμες να διασκευάζει ή/και να επισκευάζει, γι’ αυτό και τον κυρίευσε, αυτόν τον «με καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο» τύπο, πυρετώδης ενθουσιασμός άμα έμαθε για τον βίο και το έργο του Marcel Duchamp, που αυθεντία έγινε στα ετοιματζίδικα και ετοιμοπαράδοτα που ready-made τα ονομάτισε, ο εν λόγω Marcel και προειρηθείς Duchamp.

            Ο Οδυσσέας Γεωργίου, ενώ καλά, μπορείς να πεις, ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως πολλά υποσχόμενος υιός υιού αξιωματικού που και ο ίδιος του ο πατέρας αξιωματικός ήταν, στα μισά του ημίσεως του ενός τρίτου της ατραπού παρεξέκλινε και εξετροχιάσθη (όπως λένε τώρα, και λέγανε και τότε, εξετροχιάσθη το τρένο της επανάστασης) και από μικρός έφηβος, λίγο μετά λίγο πριν, πάντως από τότε, από παλιά, από το 1974 ήδη, και από το εβδομήντα πέντε, και το εβδομήντα έξι, και το εβδομήντα εφτά που τέλειωσε το λύκειο, έστειλε τις φιλοδοξίες στο απόσπασμα και τις εξετέλεσε με συνοπτικές διαδικασίες («Άντε μωρέ παλιόκοσμε που θα κάτσω να προγραμματίσω», και τα λοιπά) κι άλλο δεν ήθελε να κάνει από το να καταπιάνεται με τον Marcel  Duchamp, που είπαμε πιο πάνω, και τους ομοίους του.

            Ο Οδυσσέας Γεωργίου, μέγας τενεκές ξεγάνωτος, τέντζερης σαματατζής που γύρευε να βρει, και βρήκε κυλώντας στα σοκάκια της εντρυφήσεως στο Είναι και στο Μηδέν, το καπάκι του, τον περιλάλητο Μάνο Γιαννόπουλο, πήρε κι έπιασε να ομνύει από μικρός που ήτανε, από το εβδομήντα τέσσερα και πέντε και έξι και εφτά, σε κάτι ονόματα που σχέση καμία μα καμία μα καμία μα καμία δεν είχανε με τα ονόματα που ακούγονταν γύρω του εκείνη την εποχή που δεν την κλαίγαμε πια τη ρωμιοσύνη καθότι είχε καμακώσει «το θεριό με το καμάκι του ήλιου», ναι, ο Οδυσσέας Γεωργίου, πήρε τον δρόμο τον κακό από μικρός ομνύοντας σε αλλόκοτα ονόματα όπως, άκουσον! άκουσον!, Λεωνίδας Χρηστάκης και Τάσος Δενέγρης, Ανδρέας Εμπειρίκος και Ανδρέας Μπρετόν, Phil Ochs (άκου να δεις!) και Leonard Cohen, καθώς επίσης και Joan Baez, Φλέρυ Νταντωνάκη,   Grace Slick, Melanie Safka – ω!, ω η Melanie που τραγουδούσε για τα Γενέθλια του Ήλιου, τι θαύμα!, τραγουδούσε η Melanie για τους Όμορφους Ανθρώπους, ω Beautiful People, και στο Woodstock τραγουδούσε το Birthday  of  the  Sun, η τόσο γλυκιά η τόσο ωραία η τόσο πολύ γλυκιά γλυκιά γλυκιά κι ωραία, η Melanie!

 

 

[Συνεχίζεται. Αύριο: Τότε/Τώρα]