Έχω περάσει φριχτά σε παρόμοιες απονομές στην Ελλάδα. Η χθεσινή, στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, ήταν η πιο σφιχτοδεμένη, άρτια, εξαιρετικά παρουσιασμένη από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, δίκαιη και με αυτό το ωραιότατο φινάλε... Εικονογράφηση: Ατελιέ/ LIFO
Έχω περάσει φριχτά σε παρόμοιες απονομές στην Ελλάδα. Η χθεσινή, στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, ήταν η πιο σφιχτοδεμένη, άρτια, εξαιρετικά παρουσιασμένη από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, δίκαιη και με αυτό το ωραιότατο φινάλε... Εικονογράφηση: Ατελιέ/ LIFO

 

Συγκινήθηκα και το ευχαριστήθηκα: Τέσσερα νέα παιδιά, γόνοι μεταναστών στην Ελλάδα, επελέγησαν ως απονεμητές του βραβείου μεγάλου μήκους ταινίας μυθοπλασίας. «Πάω κι εγώ σινεμά, σαν τους φίλους μου...» είπε ο λιγότερο ντροπαλός, και μοναδικός άνδρας της παρέας, για να εισπράξει θερμό, φιλόξενο χειροκρότημα. Δεν το περίμενα. Έχω περάσει φριχτά σε παρόμοιες απονομές στην Ελλάδα. Η χθεσινή, στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, ήταν η πιο σφιχτοδεμένη, άρτια, εξαιρετικά παρουσιασμένη από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, δίκαιη και με αυτό το ωραιότατο φινάλε. Και το απρόσμενο που με ταράζει περισσότερο είναι εκείνο που ξεπηδά, με έναν περίεργο τρόπο, από το σινεμά.

 

Ο Πάνος Κούτρας δεν δέχτηκε να κρατήσει τα τρία προσωπικά βραβεία του, επιστρέφοντάς τα στην Ακαδημία μέχρι να ψηφιστεί ο νόμος περί ιθαγένειας, κάτι που διαφαίνεται θετικό μέσα στους επόμενους μήνες από τη νέα κυβέρνηση. Ξέρω πως ακούγεται ως κίνηση εντυπωσιασμού για κάποιον που δεν έχει δει την ταινία ή δεν ήταν εκεί χθες, αλλά δεν υπήρχε ίχνος φάλτσου.


Πριν από μερικά χρόνια, σε μια βαρετή τελετή BAFTA, τη μοναδική που έχει τύχει να παρακολουθήσω, εκεί που νόμιζα πως θα αφήσω τα κόκαλά μου στην πολυτελή καρέκλα από την ανία, ανέβηκε για να παραλάβει το βραβείο προσφοράς του στην αγγλική βιομηχανία του κινηματογράφου ο παραγωγός των Δρόμων της Φωτιάς, Ντέιβιντ Πάτναμ, οπότε σιγουρεύτηκα για το τέλος μου. Γελάστηκα, με δάκρυ πικρό. Μετά τις ευχαριστίες και τις τυπικούρες, ο Βρετανότατος κύριος Πάτναμ μίλησε για την περιπέτεια της ζωής του και την περιπέτεια που λέγεται σινεμά, επιθυμώντας να μοιραστεί με το επιλεγμένο κοινό του θεάτρου Odeon μια σκηνή από μία από τις αγαπημένες του ταινίες. Και επέλεξε την Έκτη Αίσθηση! Οπ, αναπήδησα στο κάθισμα και έγειρα να τον ακούσω. Περίεργη επιλογή. «Έχει γούστο να μιλήσει για τη σκηνή που με σπάει στα δύο όποτε κι αν τη δω» μονολόγησα φωναχτά –στα ελληνικά, αφού δεν με καταλάβαινε κανείς από τους διπλανούς μου–, αυτή που ο γιος και η μάνα τα λένε στο αυτοκίνητο, μια νεκρή ποδηλάτισσα περνάει από δίπλα τους, ο μικρός τη βλέπει, βρίσκει τον μπελά του, μιλάει στη μαμά για τη γιαγιά που έχει πεθάνει, η μάνα τον μαλώνει, εκείνος της λέει ένα μυστικό που δεν το ξέρει κανείς άλλος παρά μόνο η μάνα με τη μάνα της, εκείνη σοκάρεται, κλαίει γοερά, τον σφίγγει στην αγκαλιά της, τον εμπιστεύεται πλέον. Ε, δεν την άντεξα την περιγραφή του ουσιαστικά για μια σκηνή από το πουθενά, από μια ταινία που δεν βρίσκεται σε αφιερώματα και λίστες, παρά την αγάπη του κόσμου και την εκτίμηση των κριτικών, σε μια απονομή που δεν προδίκαζε τέτοιο φινάλε, από έναν άνθρωπο που δεν έχει λάβει τιμές για την ευαισθησία του. Έκρυψα τα πνιγμένα μάτια μου, χωρίς να καταλάβω αν πρόκειται για ξέσπασμα μετά από ένα ανέκφραστο τρίωρο ή αυθεντική αντίδραση. Με επανέφερε ένας πνιχτός ήχος από δίπλα. Κατεβάζω τα χέρια και όλη η πτέρυγά μου είχε αναλυθεί σε λυγμούς, σαν να έβλεπαν την κηδεία της Ντέμπρα Γουίνγκερ από τη Σχέση Στοργής (αν το περιέγραφε κι αυτό ο Πάτναμ, θα μας έπαιρναν σηκωτούς).


Τι θέλω να πω: εκτός αν είσαι τελειωμένος βετεράνος των τελετών, ή γαϊδούρι γενικώς, υπάρχουν στιγμές και σοβαρές πιθανότητες να σε πιάσει από την καρδιά μια κίνηση, μια λέξη, ένα γνήσιο ευχαριστώ, ένα μικρό κρακ, που λόγω επισημότητας και σιγουριάς πως τίποτε πραγματικά ενδιαφέρον δεν θα συμβεί σε μια οργανωμένη βραδιά με καλοντυμένους σουλατσαδόρους των δημοσίων σχέσεων (που τους είδα κι αυτούς, αλλά τι να κάνεις...) έχεις αποκλείσει από την ατζέντα. Το χθεσινό έκτακτο, αλλά τόσο καίριο, περιστατικό στα Ελληνικά Βραβεία της Ακαδημίας Κινηματογράφου ήταν η υπενθύμιση μιας απαράδεκτης και προσβλητικής εκκρεμότητας που αφορά τα παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, αλλά δεν θεωρούνται Έλληνες από το κράτος, αλλά κάτι μεσοβέζικο και μειωτικό που δεν γνωρίζουν κι εκείνοι πώς να το πουν, αφού ούτε την καταγωγή τους δεν έχουμε καταχωρίσει καλά-καλά στη λαλιά ή τα λεξικά μας – έχετε ακούσει ποτέ για Αφρικέλληνα ή Ελληνασιάτη, εκτός από τους παλιούς καλούς μετανάστες μας, τα ελληνο-αμερικανάκια και τα ελληνο-αυστραλάκια;


Το 2010 ο Πάνος Κούτρας έπεσε πάνω στον Γιώργο Λάνθιμο και στον Κυνόδοντα κι έτσι η Στρέλλα του έπρεπε να περιμένει την επίγονό της, το Xenia, μιας και όλα στο σινεμά του Κούτρα δείχνουν την οικογένεια, και ως οικογένεια πορεύονται να βρουν τον δρόμο τους. Το ειρωνικό είναι πως το Xenia, που επικράτησε κατακτώντας συνολικά 6 βραβεία, ανάμεσά τους αυτά της ταινίας, της σκηνοθεσίας και του σεναρίου, αναιρεί μεν τα σύνορα και την ηθική εγκυρότητα της πατρίδας αλλά σκύβει με αμέριστη συμπάθεια προς τα δύο αδέλφια που ψάχνουν τον πατέρα τους, την Ελλάδα μέσα τους, το επίσημο χρίσμα της καταγωγής που τους διαφεύγει, σε ένα κράτος που τους αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι. Ο Πάνος Κούτρας δεν δέχτηκε να κρατήσει τα τρία προσωπικά βραβεία του, επιστρέφοντάς τα στην Ακαδημία μέχρι να ψηφιστεί ο νόμος περί ιθαγένειας, κάτι που διαφαίνεται θετικό μέσα στους επόμενους μήνες από τη νέα κυβέρνηση. Ξέρω πως ακούγεται ως κίνηση εντυπωσιασμού για κάποιον που δεν έχει δει την ταινία ή δεν ήταν εκεί χθες, αλλά δεν υπήρχε ίχνος φάλτσου.


Όπως ο Πάτναμ ένωσε συναισθηματικά δεκάδες εν ανία αδελφούς με μια απλή αφήγηση μιας «ανύποπτης» μελό σκηνής που περίμενε να μας ξαναμιλήσει έξω από τη φρίκη της ταινίας που τη συμπεριέλαβε, έτσι και ο Πάνος Χ. Κούτρας με τους συνέλληνες μοιράστηκαν μια στιγμή από τις σπάνιες, όταν το σινεμά εμπνέει. Και συγκινεί.