Δεν ήταν ποτέ εύκολο. Ούτε τότε, ούτε τώρα. Σε κάθε εποχή, για να τη βγάλεις καθαρή στην εφηβεία πρέπει να ανήκεις κάπου, να είσαι σε μια ομάδα ή αλλιώς να φτιάξεις το δικό σου κόσμο.

 

Δεν μου άρεσε και πολύ αυτό που έβλεπα. Τα πράγματα βλέπεις, μεγαλώνοντας στον Πειραιά, ήταν τρομερά ξεκάθαρα. Η κυρίαρχη τάση έλεγε, τζίν Trusussardi, αυτό με τον μεγάλο κόκκινο «άσο» στην πίσω τσέπη, κίτρινα μποτάκια Timberland , τα γνωστά και ως «τυρόπιτες» και πουπουλένιο μπουφάν Chevignon. Το θυμάσαι? Αυτό με σήμα την πάπια στο στήθος και στο μανίκι).

 

Εγώ το θυμάμαι όλο αυτό, τους άκουγα να μιλούν δυνατά, να γελούν δυνατά και να κάνουν «χοντρές πλάκες». Το Σάββατο, όλη μέρα αραχτοί στην «πασαρέλα» στο Πασαλιμάνι. Πασαρέλα λένε τον δρόμο που πήρε το όνομα του από τις ώρες που κάθονταν σε κάποια από τις ονομαστές του καφετέριες. Πασαρέλα τον λένε γιατί κάθε λίγο διέκοπταν την αγόρευση τους κατά του Βαρδινογιάννη «που δεν μας αφήνει να πάρουμε πρωτάθλημα», για να αναφωνήσουν, «πσσσσς κοίτα αυτό το γκομενάκι που περνάει!» Ώρες λοιπόν στου «Παπασπύρου» ενώ πιο δίπλα στο «Finn», κάθονταν οι υπόλοιπες γηραιές αλήτρες της πόλης. Όλοι οι πρώην πολίστες και ιστιοπλόοι. Εκεί που οι Εθνικοί ήταν περίπου όσοι και οι Ολυμπιακοί και οι μάχη για την επικράτηση στην πόλη δεν είχε τέλος.

 

Το βράδυ στο “Black Light” στην Καστέλα με θέα όλο το Τουρκολίμανο. Το πρόγραμμα ζωντάνευε με τον ύμνο της περιοχής, το Route 66 των Depeche Mode (όχι σε οποιαδήποτε εκτέλεση, αυστηρά στο Beatmasters remix  ενώ τα κέφια απογειώνονταν με την «αυθόρμητη» διασκευή του Life is Live των Opus . Όπου το τραγούδι λοιπόν έλεγε «νανά-να–νανά», χοροπήδαγαν όλο το μπαρ, φωνάζοντας «γ@μώ–το–πασόκ».


 

Έφτανε και το 1989 βλέπεις.

 

Αν δεν ήσουν σε αυτό, ήσουν απλά δορυφόρος. Αν δεν είχες λεφτά για Timberland μποτάκια ή έστω Timberland «φώκιες», ήσουν καταδικασμένος σε ένα σκαλί παρακάτω. Παπούτσια “Sea and City”, ή ακόμα χειρότερα, τραγικές ρέπλικες του τύπου “Sea and Shore”. Το «δεύτερο πράμα» τo έβρισκες σε δυο παπουτσάδικα της οδού «Σωτήρος», του κεντρικού εμπορικού δρόμου του Πειραιά. Και τα δύο μαγαζιά, τα είχε ο ίδιος ιδιοκτήτης, ένας άνθρωπος του καιρού του, με τρομερή φαντασία και καλό γούστο, αφού τα είχε ονομάσει  «Ράμπο» και «Κόμπρα» αντίστοιχα…

 

Τώρα που το σκέφτομαι, υποψιάζομαι ότι η πρώτη οικολογική ανησυχία που είχε ποτέ αυτός ο τόπος, ήταν αν είναι «ηθικό» να φοράς σινιέ παπούτσια από δέρμα φώκιας ή όχι.   

 

Έξω απ’ αυτόν τον κόσμο, απλά χανόσουν στις ενδιάμεσες καταστάσεις. Από τη μια ζήλευα τη γκροτέσκα εξωστρέφεια τους, που μεταξύ των άλλων είχε και το πλεονέκτημα ότι ήταν «γκομενομαγνήτης», και από την άλλη, μου ερχόταν αποστροφή. Άλλαζα λοιπόν πράγματα στην προσπάθεια να φτιάξω κάτι άλλο. Άκουγα μεν Heavy Metal, αλλά είχα κοντό μαλλί με τόνους ζελέ πάνω (ναι, ξέρεις ποιό, το ροζ ζελέ στο πλαστικό διάφανο κουτάκι , που έκανε το μαλλί «τούβλο»). Υπήρχαν και χειρότερα! Συνδύαζα «μαγικά», ελαστικό τζιν (και ας είχα πισινό 3,5 χιλιόμετρα ) με μπουφάν από πολυεστέρα. Που λεφτά για Chevignon. 

 

Τουλάχιστον προσπαθούσα να φτιάξω το δικό μου κόσμο.

 

Η μουσική, αυτός ήταν ο κόσμος μου! Βέβαια αν αφηνόσουν στη μουσική της δεκαετίας του 80 και το lifestyle της, μπορεί να έφτανες σε απίθανα τραγελαφικές καταστάσεις όπως η παρακάτω, αλλά όλα έχουν ένα τίμημα...

 

Τρένο λοιπόν από Πειραιά, στάση Ομόνοια και από εκεί τρέχοντας στο δισκάδικο “Happening” στη Χαριλάου Τρικούπη 13, για να αγοράσω τους αγαπημένους μου «μέταλ» δίσκους. Η πληροφόρηση για το συγκεκριμένο είδος ήταν μικρή. Το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να περιμένω να βγει το περιοδικό “Heavy Metal” ώστε να ενημερωθώ για τις νέες κυκλοφορίες ή απλά να πάρω το δίσκο με το πιο ενδιαφέρον εξώφυλλο. Αν το σκεφτείς ήταν εξωφρενικό! Περίμενα να καταλάβω τι περίπου θα ακούσω, βλέποντας τις εικόνες, τα πρόσωπα των μελών του συγκροτήματος, το artwork, άντε και τους τίτλους των τραγουδιών!

 

Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις μου στο Happening ανακάλυψα τους Candlemass. Δεν είχα ξανακούσει πιο καταθλιπτικό πράγμα και ο συνδυασμός μουσικής και εμφάνισης του τραγουδιστή παραλίγο να με διαλύσει μέσα στην εφηβική μου κατάθλιψη! Και πόσες ιστορίες δεν είχα φτιάξει στο μυαλό μου για αυτούς τους άρχοντες του τρόμου από τον βορρά. Τραγουδούσαν τους «θανατερούς» τους στίχους σε ένα περιβάλλον απόλυτης μαυρίλας. Με τον τραγουδιστή τους χωμένο μέσα σε ένα μαύρο ράσο, χοντρό, απόμακρο και με μακριά σγουρά μαλλιά που του έκρυβαν το πρόσωπο. Νόμιζα ότι εκεί στη Σουηδία υπήρχε ένας άλλος κόσμος, όπου οι άνθρωποι μπαινόβγαιναν στην κόλαση με την ευκολία που εγώ έπαιρνα το τρένο!


 

Κάποια στιγμή τα ξέχασα όλα αυτά.

 

Πριν 2-3 χρόνια, σκαλίζοντας τις παλιές μου αναμνήσεις και με την βοήθεια του διαδικτύου, ξαναέπεσα σε αυτά τα φαντάσματα από το παρελθόν. Αυτή τη φορά με χαρά και νοσταλγία. Προσπάθησα να καλύψω τα συναισθηματικά κενά που είχαν προέλθει από την έλλειψη ενημέρωση, ψάχνοντας βίντεο ή ηχητικά ντοκουμέντα από παλιές συνεντεύξεις. Σε μια από αυτές, πέτυχα τον Messiah Marcolin (8), τον τότε τραγουδιστή του συγκροτήματος να εξιστορεί πως άρχισαν όλα. Τον ρωτούσαν για το πως έγινε μέλος της μπάντας. Εκείνος απάντησε ότι ήξερε το συγκρότημα και είχε μάθει ότι αναζητούσαν καινούριο τραγουδιστή. Τότε αποφάσισε να τους πάρει τηλέφωνο και να ζητήσει να τον ακούσουν. Μιας που έμεναν σε άλλη πόλη της Σουηδίας, αποφάσισαν από κοινού, να κάνουν την οντισιόν από το τηλέφωνο. Τότε λοιπόν ο «τρομερός Messiah» πήρε την κιθάρα του και άρχισε να παίζει και να τραγουδάει. Ποιος κρατούσε το ακουστικό του τηλεφώνου; Κρατήσου... Η μαμά του! Αργότερα σκέφτηκαν όλοι μαζί να κάνουν κάτι για να τονώσουν το σκοτεινό image του συγκροτήματος. Ο Messiah είχε την καλή ιδέα, να ράψει ένα ράσο και να εμφανίζεται κάπως σαν μοναχός από τη κόλαση. Ποιος έραψε το ράσο, κρατήθηκες…; Η νταντά του!

 

Δεν ήξερα αν θα έπρεπε να κλάψω ή να γελάσω! Για όλο αυτό το πακέτο που με έκανε να λιώνω από τρόμο μικρός, ήταν υπεύθυνοι η μαμά και η νταντά (άκου η νταντά!) του τραγουδιστή!

 

Σήμερα δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί μια τέτοια ultra γραφική κατάσταση σε ένα παιδί του γυμνασίου! Η διαφορά είναι ότι τώρα δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι οικείο, τίποτε για το οποίο να μην μπορείς να μάθεις τα πάντα. Τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν είναι ότι ζούσες σε «κάποιο όνειρο» αλλά η έλλειψη πληροφόρησης σου άφηνε χώρο για να φτιάξεις παράλληλες πραγματικότητες. Ίσως πιο εξωφρενικές ή παντελώς άχρηστες αλλά τέλος πάντων δικές σου.

 

Τώρα δεν έχεις παρά να διαλέξεις μια και να τη ζήσεις, πάντα όμως από αυτές που σου σερβίρονται…