"Xίμαιρα" του John Barth

 

Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να μιλήσει κανείς για την λογοτεχνία του κυρίου Barth, οπότε θα αναγκαστώ να επικαλεστώ την προσωπική μου αδυναμία, που τον τοποθετεί αυτομάτως στο top 5 των αγαπημένων μου συγγραφέων ever. Αυτό, καθώς και το γεγονός ότι η «Χίμαιρα» πήρε το National Book Award το 1973.

 

Τώρα, το ότι γράφω εν έτει 2011 για ένα βιβλίο που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1972, έχει να κάνει καθαρά με το ότι ήταν το μόνο του συγγραφικό πόνημα που δεν είχα αξιωθεί να φέρω εις πέρας. Δεν είναι easygoing η γραφή του Barth. Θέλει απόλυτη συγκέντρωση, θαρραλέα διάθεση και έναν ακαδημαϊκό ναρκισσισμό, ελπίζω καλώς εννοούμενο.

 

Στη «Χίμαιρα», ο Barth καταπιάνεται με τους μύθους και την «ελαστικότητά» τους στο πέρασμα των αιώνων αλλά και των διαφορετικών πολιτισμών. Πρωταγωνιστές εδώ η Ντουνυαζάντ, που δεν είναι άλλη από την αδελφή της Σεχραζάντ από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, ο Περσέας, που στην ελληνική μυθολογία είναι κι εκείνος που τελικά σκοτώνει τη Χίμαιρα, και ο Βελλερεφόντης.

 

Η χίμαιρα στο Final Fantasy από τον Yoshitaka Amano

 

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις μικρότερες νουβέλες, έκαστη με διαφορετικούς ήρωες/ αντιήρωες σε δράση/ αντίδραση. Στην πραγματικότητα αυτό που τολμά ο Barth – και πραγματικά πετυχαίνει –είναι να ξαναγράψει τους τρεις πασίγνωστους μύθους, ειδωμένους από διαφορετική οπτική γωνία, διανθίζοντάς τους με στριφνό χιούμορ, ιδιαίτερο ερωτισμό και διαχρονική ευφυϊα.

 

Στη «Ντουνυαζαντιάδα», η μικρή αδελφή της Σεχραζάντ κρατά στα χέρια της τόσο τη δική της μοίρα και τύχη, όσο και του πρίγκιπα που την κρατά αιχμάλωτη. Στην «Περσειάδα» γνωρίζουμε έναν μεσόκοπο, σαραντάρη Περσέα, απομακρυσμένο από την «θεϊκότητα» του παρελθόντος του και πιο κοντά στην ανθρωπινη φύση του. Τέλος, στην «Βελλερεφοντιάδα», ο ήρωας που κάποτε χαλιναγώγησε τον ατίθασο Πήγασο, μάχεται με τους δικούς του δαίμονες.  

 

 

Η «Χίμαιρα» δεν είναι για όλα τα γούστα και σίγουρα δεν είναι για όλες τις ώρες. Αξίζει όμως την προσοχή σας, γιατί είναι γραμμένο από ένα από τα λαμπρότερα λογοτεχνικά μυαλά του 20ου αιώνα. Α, ναι… Από τις λίγες φορές που προτίμησα το μεταφρασμένο κείμενο.

 

Άννα Κουτσιλοπούλου