Έζησε όλη τη ζωή της ως γκουβερνάντα, δραστηριότητα που κράτησε περίπου 40 χρόνια, κυρίως στο Σικάγο
Έζησε όλη τη ζωή της ως γκουβερνάντα, δραστηριότητα που κράτησε περίπου 40 χρόνια, κυρίως στο Σικάγο

 

Η ιστορία της φωτογράφου που άνοιξε τα πιο συναρπαστικά παράθυρα στην αμερικανική ζωή κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα παραμένει μέχρι σήμερα μυστηριώδης.

 

Οι πληροφορίες για τη ζωή της Βίβιαν Μάγιερ είναι τόσο διάσπαρτες, όσο και οι σκέψεις που μπορεί να κάνει κανείς για την κρυφή ενασχόλησή της με τη φωτογραφία. Από το κατάστημα εμφάνισης φιλμς μαθαίνουμε ότι η Μάγιερ έδινε τα φιλμς της για εκτύπωση με το ψευδώνυμο V. Smith. Οι συγγενείς της μπορούν να δώσουν ελάχιστες πληροφορίες για την προσωπικότητά της.  Οι άνθρωποι που ζούσαν γύρω της δεν είχαν ιδέα ότι φωτογράφιζε. Το πρώτο που ζητούσε από τους ανθρώπους για τους οποίους εργαζόταν ήταν να έχει κλειδαριά η πόρτα  του δωματίου της. Τα δωμάτια που κατοικούσε ήταν μια απαγορευμένη ζώνη. Πολλοί θα παρακαλούσαν σήμερα να έχουν στην κατοχή τους τα αρνητικά της.

 

Όταν ζούσε δεν ήθελε κανείς να γνωρίζει τη δεύτερη ιδιότητά της, αυτή της φωτογράφου. Δεν ήθελε να τις κάνουν αδιάκριτες ερωτήσεις. Διάβαζε βιβλία, εφημερίδες, ενδιαφερόταν για τον κόσμο γύρω της. Η Μάγιερ δε θέλησε και δε θα απαντήσει ποτέ στην ερώτηση που απασχολεί όποιον μπει στον μαγικό κόσμο της: Ποιά είσαι; Ποιά ήσουν; Ούτε η ίδια θα μπορούσε πιθανώς να απαντήσει την ερώτηση κοιτάζοντας τα πορτραίτα που τράβηξε η ίδια στον εαυτό της. Ή ίσως με αυτά προσπαθούσε να ανακαλύψει τον άνθρωπο που την κοίταζε από την τυπωμένη φωτογραφία. Στη ζωή ήταν μια γκουβερνάντα που τύχαινε να τραβάει φωτογραφίες. Σήμερα είναι μια φωτογράφος που τύχαινε να είναι και γκουβερνάντα.

 

 

Τις ημέρες που είχε ρεπό πάντα έπαιρνε μαζί της τη μηχανή της. Έκανε μοναχικές εξορμήσεις σε πολυσύχναστα μέρη. Της άρεσε να φωτογραφίζει παιδιά και ξεχασμένους ανθρώπους. Όταν τη ρωτούσαν για το επάγγελμά της απαντούσε «είμαι κάποιου είδους κατάσκοπος»

 

 

 

Η Μάγιερ γεννήθηκε στο Μπρονξ από μητέρα Γαλλίδα και πατέρα Αυστριακό που χώρισαν όταν η ίδια ήταν μικρή. H Μάγιερ σε ηλικία 4 ετών ζούσε στη Νέα Υόρκη με τη μητέρα της και τη Γαλλίδα φωτογράφο Jeanne Bertrand.  Φωτογράφιζε από τα νεανικά της χρόνια με μια Κόντακ Brownie με φίλμ 6 × 9. Όμως, το 1952, το έργο της Μάγιερ αλλάζει δραματικά. Αγόρασε μια ακριβή φωτογραφική μηχανή Rolleiflex και από τότε δε σταμάτησε να απαθανατίζει ό,τι έβλεπε γύρω της. Το κλασικό στυλ της Μάγιερ ξεκίνησε να παίρνει μορφή.

 

Έζησε όλη τη ζωή της ως γκουβερνάντα, δραστηριότητα που κράτησε περίπου 40 χρόνια, κυρίως στο Σικάγο. Όσο εξασκούσε το επάγγελμά της έπαιρνε τα παιδιά σαν μια άλλη Μαίρη Πόππινς μαζί της σε μικρές εκδρομές. Στις παραλίες, σε παρελάσεις, στα πάρκα. Τις ημέρες που είχε ρεπό πάντα έπαιρνε μαζί της τη μηχανή της. Έκανε μοναχικές εξορμήσεις σε πολυσύχναστα μέρη. Της άρεσε να φωτογραφίζει παιδιά και ξεχασμένους ανθρώπους. Όταν τη ρωτούσαν για το επάγγελμά της απαντούσε «είμαι κάποιου είδους κατάσκοπος». Εργάσθηκε πολλά χρόνια σε μια οικογένεια με τρία αγόρια. Την θυμούνται ως τρυφερή, δυναμική και εκκεντρική γυναίκα με ελεύθερο πνεύμα. Η περιέργεια την οδηγούσε στο να εξερευνά μέσα από το φακό της την ανθρώπινη φύση. Και η αλήθεια είναι ότι συνέλαβε την φύση των ανθρώπων σε επικές στιγμές. Η φωτογραφία ήταν όλη της η ζωή.  Ποτέ δεν παντρεύτηκε, δεν είχε παιδιά, ούτε πολύ στενούς φίλους που θα μπορούσαν να πει ότι την "γνώριζαν"  σε προσωπικό επίπεδο. Πρόλαβε και ταξίδεψε, μόνη της πάντα στον Καναδά το 1951 και το 1955, το 1957 στη Νότια Αμερική, το 1959 στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ασία, το 1960 στη Φλόριντα, το 1965 στα νησιά της Καραϊβικής.

 

 Αν σήμερα σκύψουμε πάνω στις φωτογραφίες της μας αποκαλύπτεται μια ασύγκριτη ομορφιά που δεν αφορά μόνο τη σύνθεση της φωτογραφίας. Το μυστικό της γοητείας που ασκεί η εικόνα βρίσκεται στο περιεχόμενο. Κυρίως για τη συναισθηματική της συγγένεια με αυτούς που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα, κυρίως για την εξοικείωσή της με τη δύσκολη όψη της καθημερινότητας, με ανθρώπους ξεχασμένους.

 

Η φωτογραφία ήταν όλη της η ζωή.  Ποτέ δεν παντρεύτηκε, δεν είχε παιδιά, ούτε πολύ στενούς φίλους που θα μπορούσαν να πει ότι την "γνώριζαν"  σε προσωπικό επίπεδο
Η φωτογραφία ήταν όλη της η ζωή. Ποτέ δεν παντρεύτηκε, δεν είχε παιδιά, ούτε πολύ στενούς φίλους που θα μπορούσαν να πει ότι την "γνώριζαν" σε προσωπικό επίπεδο

 

 

 

Στη διάρκεια της ζωής της τράβηξε πάνω από 100.000 φωτογραφίες τις οποίες είχε κλειδωμένες σε ντουλάπια. Δεν είχε τη δυνατότητα να εμφανίζει πάντα τις φωτογραφίες που τραβούσε. Η μεγαλύτερη φωτογραφική ανακάλυψη των τελευταίων ετών πέθανε μέσα στη φτώχεια. Κάποια στιγμή δεν κατάφερνε να πληρώσει το ενοίκιο της αποθήκης στην οποία είχε φυλάξει φιλμς, αρνητικά και φωτογραφίες μιας ζωής.  Το υλικό  χωρίστηκε σε κουτιά, βγήκε σε δημοπρασία, και έφτασε στα χέρια πολλών αγοραστών. Το 2008 η Μάγιερ έπεσε σε ένα κομμάτι πάγου και χτύπησε το κεφάλι της στο κέντρο του Σικάγου. Η υγεία της άρχισε να επιδεινώνεται. Κατέληξε σε έναν οίκο ευγηρίας τον Απρίλιο του 2009.

 

 

 

 

 

Αν σήμερα σκύψουμε πάνω στις φωτογραφίες της μας αποκαλύπτεται μια ασύγκριτη ομορφιά που δεν αφορά μόνο τη σύνθεση της φωτογραφίας. Το μυστικό της γοητείας που ασκεί η εικόνα βρίσκεται στο περιεχόμενο.  Κυρίως για τη συναισθηματική της συγγένεια με αυτούς που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα, κυρίως για την εξοικείωσή της με τη δύσκολη όψη της καθημερινότητας, με ανθρώπους ξεχασμένους.