Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Νέα Υόρκη έμοιαζε ξανά με το κέντρο του μουσικού κόσμου. Οι Yeah Yeah Yeahs, οι Strokes, οι Interpol, οι TV on the Radio και δεκάδες ακόμη μπάντες δεν ανανέωσαν απλώς την indie rock σκηνή, δημιούργησαν μια ολόκληρη αισθητική που εξακολουθεί να επηρεάζει τη μουσική και τη μόδα μέχρι σήμερα. Ο Nικ Zίνερ υπήρξε ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές αυτής της εποχής. Ως κιθαρίστας των Yeah Yeah Yeahs, δίπλα στην εκρηκτική Kάρεν O και στον Μπράιαν Τσέις, βοήθησε να διαμορφωθεί ένας ήχος που συνδύαζε το πανκ, το art rock και τον θόρυβο της μεγαλούπολης, χαρίζοντας στο συγκρότημα μια θέση ανάμεσα στα σημαντικότερα ονόματα της γενιάς του.
Λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου σημαντική, είναι η δεύτερη ιδιότητά του. Παράλληλα με τη μουσική, ο Zίνερ φωτογραφίζει αδιάκοπα για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Αυτή του η δραστηριότητα βρίσκεται στον πυρήνα της έκθεσης «Passerby» που παρουσιάζεται στον Πειραιά, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων «Sonic Histories» του Intermission. Με αυτή την αφορμή, ο τραγουδιστής έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Μαζί με τον στενό του φίλο και φωτογράφο Ruvan Wijesooriya (LCD Soundsystem), παρουσιάζουν εκατοντάδες φωτογραφίες από μια εποχή που σήμερα μοιάζει σχεδόν μυθική, μια Νέα Υόρκη πριν από τα social media, πριν από την αδιάκοπη δημιουργία περιεχομένου, όταν οι εικόνες δημιουργούνταν για να μείνουν στη μνήμη και όχι για να γίνουν βραχύβια ποστ που θα χαθούν έπειτα από λίγα λεπτά σε ένα χαοτικό timeline.
«Οι εικόνες που αγαπώ περισσότερο μοιάζουν με κινηματογραφικά καρέ. Δεν θέλω να εξηγούν τα πάντα. Θέλω να είναι περισσότερο υπαινικτικές, να καταγράφουν μια διάθεση, μια στιγμή που παραμένει ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες».
«Η έκθεση βασίζεται σε μια παρουσίαση που είχαμε κάνει με τον Ruvan στη Χαβάη πριν από τρία χρόνια», μου λέει λίγες ώρες προτού πετάξει για Αθήνα. «Γνωριζόμαστε πάρα πολύ καιρό και πάντα λέγαμε ότι κάποια στιγμή πρέπει να κάνουμε μια έκθεση μαζί. Όταν τελικά συνέβη, ήταν πραγματικά συναρπαστικό το να βλέπουμε τα σημεία στα οποία συναντιούνται οι εικόνες μας. Και οι δύο παρατηρούμε και φωτογραφίζουμε εδώ και χρόνια τον κόσμο που μας περιβάλλει».
Παρότι πολλοί συνδέουν εκείνη την περίοδο αποκλειστικά με τον τρόπο που την περιγράφει στο κλασικό βιβλίο της «Meet me in the bathroom» η Λίζι Γκούντμαν ή με την αισθητική του indie sleaze, ο ίδιος αποφεύγει τη νοσταλγία. Συγκεκριμένα, η έκθεση «Passerby» δεν επιχειρεί να εξιδανικεύσει μια εποχή ούτε να αναπαραστήσει έναν χαμένο μουσικό παράδεισο. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα ανοιχτό αρχείο εμπειριών. Δεν είναι ούτε μια αναδρομή στους Yeah Yeah Yeahs ούτε ένα φωτογραφικό λεύκωμα της διάσημης νεοϋορκέζικης σκηνής.
«Η βασική θεματική αφορά τη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του 2000 μέχρι περίπου το 2008 ή το 2009. Υπάρχει έντονο το στοιχείο της νυχτερινής ζωής, των συγκροτημάτων, των συναυλιών, των περιοδειών, και γενικότερα η ενέργεια της Νέας Υόρκης εκείνης της εποχής».
Παρότι οι φωτογραφίες λειτουργούν σήμερα σχεδόν ως ιστορικά τεκμήρια για μια ολόκληρη γενιά, ο ίδιος επιμένει ότι ποτέ δεν τις αντιμετώπισε έτσι. Δεν φωτογράφιζε έχοντας στο μυαλό του πως καταγράφει μια σημαντική στιγμή της μουσικής ιστορίας. Απλώς φωτογράφιζε ό,τι τον συγκινούσε.
«Οι εικόνες που αγαπώ περισσότερο μοιάζουν με κινηματογραφικά καρέ», λέει. «Δεν θέλω να εξηγούν τα πάντα. Θέλω να είναι περισσότερο υπαινικτικές, να καταγράφουν μια διάθεση, μια στιγμή που παραμένει ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες. Μπορεί να αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή, αλλά ελπίζω να είναι αρκετά δυνατή ώστε ο καθένας να βρίσκει κάτι δικό του μέσα της».
Αυτή η λογική καθορίζει συνολικά τη φωτογραφική του φιλοσοφία. Δεν ψάχνει το εντυπωσιακό κάδρο, αλλά τη στιγμή που σχεδόν κανένας άλλος δεν προσέχει: έναν μουσικό που περιμένει λίγο προτού βγει στη σκηνή, κάποιον που περπατά μόνος στον δρόμο, μια σκιά πάνω σε έναν τοίχο. Όπως αναφέρει, προτιμά να φωτογραφίζει ανθρώπους που «απλώς κάνουν αυτό που κάνουν», ανθρώπους χαμένους για λίγο στις σκέψεις τους. Θυμάται ακόμα μια συμβουλή του δασκάλου του, του θρυλικού φωτογράφου Λάρι Φινκ, που ακολουθεί πιστά μέχρι σήμερα: «Shoot first and ask questions later» («Φωτογράφισε πρώτα και μετά κάνε ερωτήσεις»).
Η φωτογραφία και η μουσική δεν υπήρξαν ποτέ δύο ξεχωριστοί κόσμοι για τον Zίνερ. Ξεκίνησε να φωτογραφίζει ήδη από το λύκειο, την ίδια περίοδο που άρχισε να γράφει μουσική. Οι δύο διαδρομές εξελίχθηκαν παράλληλα, τροφοδοτώντας η μία την άλλη. Οι περιοδείες με τους Yeah Yeah Yeahs τού έδωσαν την ευκαιρία να γνωρίσει τον κόσμο όχι ως τουρίστας αλλά περισσότερο ως παρατηρητής.
«Τα δύο αυτά πράγματα πήγαιναν πάντα μαζί», λέει. «Η μουσική μού έδωσε τη δυνατότητα να ταξιδέψω παντού και κάθε ταξίδι σημαίνει νέες καταστάσεις, νέες εικόνες, νέες πιθανότητες. Πάντα κατέγραφα ό,τι συνέβαινε γύρω μου. Και πολλές φορές κάνω πέντε ή και δέκα χρόνια να ξανακοιτάξω φωτογραφίες. Όταν επιστρέφω σε αυτές, τις βλέπω με εντελώς διαφορετικά μάτια. Μια εικόνα που κάποτε θεωρούσα αποτυχημένη μπορεί ξαφνικά να αποκτήσει τελείως διαφορετική σημασία».
Δεν είναι τυχαίο ότι στις επιρροές του, εκτός από σπουδαίους φωτογράφους, όπως ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν και ο Ρόμπερτ Φρανκ, αναφέρει και ανθρώπους που κινήθηκαν μεταξύ φωτογραφίας και μουσικής. Ξεχωρίζει τον Κρις Στάιν των Blondie, ο οποίος κατέγραφε τη ζωή του συγκροτήματος και τη διαδρομή της Ντέμπι Χάρι προς τη δόξα με την ίδια φυσικότητα που έπαιζε κιθάρα. Είναι ένας δημιουργός με τον οποίον ταυτίζεται απόλυτα.
Όσο κι αν η έκθεση επιστρέφει στις αρχές των ’00s, ο ίδιος δεν μοιάζει εγκλωβισμένος στο παρελθόν. Όταν τον ρωτώ αν η Νέα Υόρκη έχει χάσει κάτι από τη μαγεία της σήμερα, αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις.
«Το όμορφο, και τραγικό ταυτόχρονα, με τη Νέα Υόρκη είναι ότι βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση. Αλλάζει ασταμάτητα. Και κάθε γενιά εξιδανικεύει την προηγούμενη. Για μένα έχει αλλάξει πάρα πολύ, αλλά κάποιος που είναι 20 χρονών σήμερα πιθανότατα θα σου πει ότι είναι καλύτερη από ποτέ. Είναι μια τελείως διαφορετική πόλη, αλλά εξακολουθεί να είναι η σπουδαιότερη στον κόσμο».
Βέβαια, δεν βρίσκει έμπνευση όπως παλιότερα: «Είναι αρκετά δύσκολο σήμερα, επειδή η κατάσταση του κόσμου είναι θλιβερή, ειδικά εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν μέρη όπως η Νέα Υόρκη που εξακολουθούν να είναι επιδραστικά και να αντιστέκονται σε όσα συμβαίνουν σε άλλα μέρη της χώρας. Και αυτό είναι πολύ όμορφο».
Συνεχίζει να έχει πίστη στις μικρές κοινότητες, ένα στοιχείο που επανέρχεται συχνά στη συζήτησή μας. Παρότι οι Yeah Yeah Yeahs έγιναν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της γενιάς τους, ο ίδιος συνεχίζει να περνά μεγάλο μέρος του χρόνου του ανακαλύπτοντας νέα μουσική σε μικρούς underground χώρους.
«Με εμπνέουν οι κοινότητες, οι άνθρωποι που βρίσκονται λίγο στο περιθώριο. Μου αρέσει να βλέπω νέες μπάντες, όλους τους φίλους τους γύρω τους, ανθρώπους που προσπαθούν να δημιουργήσουν κάτι δικό τους χωρίς να μοιάζουν με κανέναν άλλον. Αυτά τα μικρά πράγματα εξακολουθούν να με κάνουν πραγματικά χαρούμενο».
Γι’ αυτό διαφωνεί κάθετα με όσους επιμένουν ότι το ροκ έχει πεθάνει.
«Διαχρονικά, κάθε έξι ή επτά χρόνια κάποιος ανακοινώνει ότι το ροκ πέθανε. Ίσως σήμερα να μην βρίσκεται στο επίκεντρο της mainstream κουλτούρας, αλλά υπάρχουν πάρα πολλές ενδιαφέρουσες μπάντες. Απλώς χρειάζεται να ψάξεις περισσότερο για να τις βρεις».
Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας, γίνεται φανερό ότι όσο σημαντική κι αν θεωρεί τη φωτογραφία, η μουσική «είναι ίσως το πιο δυνατό πράγμα στον κόσμο». Είναι κάτι που έμαθε, παίζοντας δίπλα στην Kάρεν Ο. «Η Kάρεν έχει την ικανότητα να παίρνει τα πιο απλά πράγματα και να τα μετατρέπει σε κάτι απίστευτα βαθύ, θριαμβευτικό ή σπαρακτικό. Πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία τους». Για τον ίδιο, εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμη της μουσικής. «Μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου, να αποτελέσει μέρος της, να την υμνήσει, να σου δώσει έμπνευση. Απλώς πρέπει να ψάξεις λίγο παραπάνω και να βρεις τη σύνδεση».
Πώς όμως αντιμετωπίζει τις εξελίξεις με την τεχνητή νοημοσύνη το τελευταίο διάστημα; Δεν θα χαθεί η αίσθηση της αυθεντικότητας;
Ο Zίνερ δεν κρύβει τον προβληματισμό του, ειδικά όταν μιλά για τη φωτογραφία. Παραμένει καχύποπτος αλλά όχι απόλυτα αρνητικός. «Με τρομάζει, αλλά προσπαθώ να τη βλέπω ως εργαλείο. Ένας φίλος μου, ο Ντέιβ Σίτεκ από τους TV on the Radio, μου έδωσε μια πολύ καλή συμβουλή: να τη χρησιμοποιείς όπως θα το έκανε ένα παιδί. Με περιέργεια, σαν να είναι παιχνίδι, για να ανακαλύψεις νέους τρόπους δημιουργίας. Αυτή η σκέψη άλλαξε αρκετά τον τρόπο που την αντιμετωπίζω».
Λίγο προτού κλείσουμε τη συνέντευξη, τον ρωτώ τι του έχει μάθει τελικά η φωτογραφία.
«Έχω πολύ κακή μνήμη», λέει γελώντας. «Η φωτογραφία είναι ένας τρόπος να κρατάω αρχείο της ζωής μου. Κυρίως, όμως, με έμαθε να πλησιάζω πράγματα που χάνονται συνεχώς. Είναι ένας τρόπος να αποφασίζεις τι θέλεις να θυμάσαι αργότερα. Σαν να δημιουργείς τη δική σου επιλεκτική μνήμη».