Η ομηρική μάχη του Κρίστοφερ Νόλαν με το αρχέτυπο της λογοτεχνίας εξανθρωπίζει θεούς και ήρωες, απλοποιεί όποτε χρειάζεται, εντυπωσιάζει ορθώνοντας ανάστημα και καλπάζει προς ένα τεταμένα χορογραφημένο φινάλε, χωρίς τη μεγάλη ιδέα της υπέρβασης.
Ένα δυναμικό πρωταγωνιστικό τρίγωνο κυριαρχεί στην κινηματογραφική μεταφορά του έπους του Ομήρου: από τη μια ο Τηλέμαχος αναζητά τον πατέρα του, και παράλληλα το νόημα μιας άχαρης, ασθμαίνουσας, αν και κενής περιεχομένου εφηβείας, ανάμεσα σε δυνατότερους ανταγωνιστές που τον χλευάζουν και συμπονετικούς μέντορες που τον προθερμαίνουν χλιαρά, ενώ η Πηνελόπη (ορμητική η Αν Χάθαγουεϊ) επιχειρεί σθεναρό deflection στους μνηστήρες, και στην αντίπερα όχθη ο Οδυσσέας περιπλανιέται βουτηγμένος σε ένα ασήκωτο μετατραυματικό στρες, απόρροια ενός πολέμου που μετανιώνει την ώρα και τη στιγμή που τον υπηρέτησε με τόσο θρυλικό ζήλο.
Η επιλογή του Τομ Χόλαντ είναι διαισθητικά έξυπνη. Ένα πρόσωπο προικισμένο με αβίαστη φρεσκάδα και άγουρα νιάτα, δεν υποδεικνύει μόνο το μειράκιο που κουράστηκε από την έλλειψη προοπτικής μέσα στο παλάτι, αλλά εξυπηρετεί και το «σύνδρομο του Τηλέμαχου», όπως το ανέλυσε ο σύγχρονος Ιταλός ψυχαναλυτής Μάσιμο Ρεκαλκάτι. Είναι ο μοναδικός από τους τραγικούς υιούς των αρχαιοελληνικών μύθων που δεν εκδικείται τον πατέρα καταφεύγοντας στην ακραία βία, όπως ο πολλαπλών εμβαθύνσεων Οιδίποδας, ή ο ασπόνδυλος Νάρκισσος που έγειρε μοιραία προς το είδωλό του στη λίμνη, ελλείψει πατρογονικών αναφορών, αλλά εκείνος που αντιπροσωπεύει τη ζωτική αναγκαιότητα της γονικής παροχής. Σε μια αντιστροφή ρόλων, ο πατέρας είναι εκείνος που οφείλει να του ζητήσει την αναγνώριση – και τη συγχώρεση. Μέσα από αυτόν ολοκληρώνει τον 20ετή κύκλο του ο Οδυσσέας, και η συνάντησή τους στο παλάτι σηματοδοτεί την πρώτη μεγάλη συγκινητική στιγμή της ταινίας – λίγο πριν από το φινάλε της!
Όταν ο Νόλαν εξηγούσε πως η «Οδύσσεια» που είχε υπόψιν του είναι μια ταινία για την οικογένεια, το εννοούσε. Όλο το πολύπλοκο παιχνίδι της επώδυνης αναμονής καταλήγει στον γουέστερν επίλογο της επιστροφής, στη μονομαχία που κατοχυρώνει την προσωπική μεταμέλεια και την αποκατάσταση της τάξης μετά από το αιματηρό ξεκαθάρισμα.
Έχει προηγηθεί η σεκάνς του Οδυσσέα και του πληρώματός του στο (πολύ ταπεινό) παλάτι της Κίρκης, της μάγισσας που μεταμόρφωσε τους συντρόφους σε γουρούνια. Η σταδιακή μεταστροφή της Σαμάνθα Μόρτον, από εκδικητική και φοβισμένη νοικοκυρά με υπερφυσικές δυνάμεις σε σύμμαχο που κατανοεί την τυφλή προκατάληψή της, είναι ένα από τα αξιομνημόνευτα εδάφια μιας πολύ επεισοδιακής, κυριολεκτικά και μεταφορικά, καταγραφής των περιπετειών, ένα συμπυκνωμένο tour de force υποκριτικής που πάει μπροστά την περιδίνηση του πρωταγωνιστή. Δεν συμβαίνει πάντα αυτό: ο προσωρινός παράδεισος που ο Οδυσσέας βρίσκει στην αγκαλιά της όμορφης νύμφης δεν λειτουργεί, παρά την εξωτική, αν και στατική εικόνα. Η Καλυψώ της Σαρλίζ Θερόν δεν είναι απόκοσμα μαγνητική, αλλά μια σύγχρονη κούκλα, στενοχωρημένη που βλέπει τον εραστή της να γλιστράει σαν άμμος από τα χέρια της.
Η πρόθεση του Νόλαν είναι να καλύψει όσο περισσότερο έδαφος του έπους χωράει στο μεγεθυμένο φορμάτ του. Αποτίνοντας φόρο τιμής στις αγαπημένες του b movies, δεν παραλείπει τους «φανταστικούς» σταθμούς, με τις παραταγμένες Σειρήνες που μοιάζουν με υποσημείωση, τη Χάρυβδη και τη Σκύλλα που ως εφέ εμφανίζεται δειλά και ελλειπτικά, τους Λαιστρυγόνες με ένα ενδιαφέρον, σχεδόν μεσαιωνικό look, και τον Πολύφημο, τέρας βγαλμένο από την εικονογραφία του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, επιβλητικού μεγέθους και αργών κινήσεων, που αποτυπώνεται στυγερά και μονοδιάστατα – μια horror παρένθεση από αυτές που ο Νόλαν δεν μας έχει συνηθίσει. Στον βωμό της ερμηνείας του πολυδιάστατου πρωταγωνιστή, ο Βρετανός σκηνοθέτης θυσιάζει όχι την κυριολεξία, την οποία ορθώς παρακάμπτει, αλλά μια σημαντική έκφανσή του: αυτός ο Οδυσσέας δεν διαθέτει την πονηριά και την εφευρετικότητα που τον έχρισε νικητή, είτε γιατί δεν τη χρειάζεται πλέον, είτε διότι αισθάνεται πως αποτελεί ύβρι ακόμη και να τη σκεφτεί ως ενδεχόμενο – τον Κύκλωπα δεν τον μεθά για να τον ξεγελάσει, αλλά περιμένει τον νεκρό χρόνο για ένα παράθυρο διαφυγής, συνυπολογίζοντας τις ανθρώπινες απώλειες, σχεδόν μοιρολατρικά.
Απουσιάζει η ειρωνεία (όχι ακριβώς το χιούμορ, διότι για ταινία του κινηματογραφικά «αγέλαστου» Νόλαν πρόκειται) και κυριαρχεί η μακρινή ματιά προς την Ιθάκη. Όταν ο Νόλαν εξηγούσε πως η «Οδύσσεια» που είχε υπόψιν του είναι μια ταινία για την οικογένεια, το εννοούσε. Όλο το πολύπλοκο παιχνίδι της επώδυνης αναμονής καταλήγει στον γουέστερν επίλογο της επιστροφής, στη μονομαχία που κατοχυρώνει την προσωπική μεταμέλεια και την αποκατάσταση της τάξης μετά από το αιματηρό ξεκαθάρισμα. Ως λευκός καμβάς που γνωρίζει όσο κανείς άλλος να αντανακλά τις πράξεις και τις σκέψεις των άλλων, ο Ματ Ντέιμον δικαιώνει τον τίτλο του ηθοποιού που αιωνίως επιστρέφει, όπως σωστά επισημαίνει το τρέχον meme για τη φιλμογραφία του, και επικυρώνει ιδανικά την επιλογή του στον πρώτο ρόλο, χωρίς να χρειαστεί να υπερβάλει ερμηνευτικά, παρά μόνο σωματικά.
Στο παλάτι της Πηνελόπης, ο Νόλαν εξυφαίνει μια από τις δραματουργικές ιδέες του, κουρδίζοντας το τόξο του Οδυσσέα με τον ήχο που αποκαλύπτει τη διαβόητη παγίδα της δοκιμασίας, ή, και πάλι σε επίπεδο μουσικής, συνδέοντας, ακροβατικά αλλά ευτυχώς σε μικρή δόση, τη ραπ και τη ραψωδία, με τον Τράβις Σκοτ ως βάρδο να διαμηνύει στακάτα τα μαντάτα για τα πεπραγμένα του παρελθόντος. Η μνήμη είναι το ζητούμενο, και στα πιο εμπνευσμένα της περάσματα διαπερνά τον παραθετικό χαρακτήρα της αφήγησης – συνδέει, αντί να ενώνει απλά τη μια σεκάνς με την επόμενη. Η συχνά εκκωφαντική σαν καταιγίδα μουσική επένδυση των γκονγκ και των συνθεσάιζερ του Λούντβιχ Γκόρασον, με ξέφωτα από λύρες και αυλούς, δεν είναι παιάνας ή διθύραμβος, αλλά η βροντερή έκφραση της βαριάς σκιάς που ρίχνει ο Νόλαν στο μυθικό τοπίο, αδειάζοντας μαεστρικά τη δράση για τις απαραίτητες στοχαστικές ανάσες, μόνο και μόνο για να επαναφορτίσει με αντάρα και οίστρο τα επόμενα κεφάλαια.
Η «Οδύσσεια» είναι, αναμφίβολα, ένα «νολανικό» έργο, και ο πολύτροπος εκφραστής της επαναλαμβάνει μοτίβα που έχουμε δει, πιο αποτελεσματικά και λιγότερο άνισα, σε προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη: έναν εκτοπισμένο, πνευματικά εξαντλημένο ή και «έκπτωτο» άνδρα που δεν νιώθει άνετα εκεί που βρίσκεται και φέρει δυσβάσταχτη συλλογική ευθύνη, όπως στους «Batman» (και ειδικά στην πρώτη ταινία της τριλογίας), στο «Tenet», στη «Δουνκέρκη» και κυρίως στον «Οπενχάιμερ», και εκείνον που τυραννιέται από τη λαχτάρα να ξαναδεί τα παιδιά του, όπως στο «Prestige», το «Inception» και σε λιγωτικό βαθμό στο «Interstellar». Και φοβάμαι πως έχει συλλάβει την ανθρώπινη αγωνία και τον κινηματογραφικό νόστο πιο πολυμήχανα στο παρελθόν, χωρίς το άγχος των ομηρικών χιλιομέτρων που οφείλει να καλύψει. Ξεκινώντας από τον επιβλητικό Ίππο που παραδέρνει μισοθαμμένος στα κύματα και την άμμο, τερματίζει στον μαραθώνιο χωρίς μυστικισμό και υπέρβαση, με εξαίρεση την καθηλωτική Νέκυια, εκεί που η επίκληση στους πεσόντες, τους προδομένους και τα φαντάσματα του κάτω κόσμου, που επιβάλλουν τον λόγο τους, τρυπάει τη χαίνουσα καρδιά του Οδυσσέα. Ο εξανθρωπισμός των χαρακτήρων και η εκλαΐκευση της γλώσσας, για χάρη μιας πιο ελεύθερης αφηγηματικότητας, έχουν το κόστος τους. Μπορεί ο Νόλαν να έχει προσφέρει δραματικότερο διάλογο και ουσιαστικότερο λόγο ύπαρξης στις γυναίκες της Οδύσσειας, αλλά το κέντρο βάρους επιστρέφει μόνιμα στις τύψεις. Η πιο αξιοπρόσεκτη επινόηση του σκηνοθέτη στον δαίδαλο που διασχίζει, ομολογουμένως με την άνεση που του δίνει η εμπειρία του στη μη γραμμική αφήγηση, είναι η αμφιβολία για την αξιοπιστία των χαρακτήρων.
Η «Οδύσσεια» του 2026 έρχεται να καλύψει ένα κενό, δήλωσε ο Κρίστοφερ Νόλαν, χωρίς να μπαίνει σε λεπτομέρειες, να διευκρινίζει ποιο ακριβώς είναι αυτό, ή να φαίνεται κάτι διαφορετικό από τα αναμενόμενα στη γιγαντιαία μεταφορά του ομηρικού έπους. Όντως, η τρίωρη ταινία αποτελεί τεχνικό επίτευγμα, κυρίως σε φυσικά σκηνικά (όπως άλλωστε οι περισσότερες που έχει σκηνοθετήσει ο Νόλαν), ειδικά αν ο θεατής έχει την τύχη να την απολαύσει σε φιλμ 70mm και οθόνη ΙΜΑΧ, δηλαδή στις βέλτιστες συνθήκες κατασκευής της. Συχνά με αδρές μετακινήσεις και άλλοτε με λεπτές ραφές του χρόνου και της δράσης, το πλέγμα της Οδύσσειας είναι ένας αγώνας δρόμου, όπου καθένας μπορεί να συγκρατήσει τις στιγμές που τον εντυπωσιάζουν ή τον αφορούν περισσότερο – ο Νόλαν έχει την ικανότητα να δημιουργεί το ιντριγκαδόρικο παζλ που του αρέσει, ή ξεχωριστά, δυσκίνητα set pieces.
Συνοψίζοντας μεγαλοπρεπώς τις θεματικές και το ύφος του Βρετανού σκηνοθέτη, από την πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς δεν λείπουν η αίσθηση της καλόγουστης ψυχαγωγίας και οι εμβληματικές εικόνες, αλλά υστερεί στη μεγάλη ιδέα.
Το τρέιλερ της ταινίας
Η ταινία προβάλλεται από 16/7 στους κινηματογράφους.