Μια ξαπλωμένη, γυμνή γυναίκα ατενίζει ένα τοπίο με πλούσια βλάστηση, μια ζούγκλα με λωτούς, πουλιά, πιθήκους, έναν ελέφαντα, ένα ζευγάρι λιονταριών. Στο ολόφωτο από τη σελήνη νυχτερινό τοπίο η σχεδόν σουρεαλιστικά ζωγραφισμένη Γιαντβίγκα, όπως ονομάζεται η νεαρή γυναίκα που υπήρξε ερωμένη του ζωγράφου Ανρί Ρουσό όταν ήταν νέος, απλώνει το χέρι της σε έναν γητευτή φιδιών που παίζει φλάουτο κρυμμένος μέσα στις λόχμες. Ένα φίδι με ροζ κοιλιά γλιστράει μέσα από την πυκνή βλάστηση – η ελικοειδής μορφή του αντανακλά τις καμπύλες των γοφών και του ποδιού της γυναίκας.
Αυτό είναι το «Όνειρο», ένας πίνακας του 1910, ο πιο διάσημος του ζωγράφου. Η ζούγκλα, όπως τη φαντάστηκε, αφού δεν ταξίδεψε ποτέ εκτός Γαλλίας, πρωταγωνιστεί σε περισσότερους από 25 πίνακές του. Ο Ρουσό εξέθεσε το «Όνειρο» στο Salon des Independants του 1910, λίγους μήνες προτού πεθάνει στις 2 Σεπτεμβρίου στο νοσοκομείο Nεκέρ στο Παρίσι. Οι εξωτικές εικόνες για τις οποίες είναι μέχρι και σήμερα διάσημος προέρχονται από τη λαϊκή λογοτεχνία, τις αποικιακού χαρακτήρα εκθέσεις και τον Ζωολογικό Κήπο του Παρισιού.
Όπως και πολλά άλλα έργα του, ο συγκεκριμένος πίνακας προέκυψε και από τις επισκέψεις του στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της πόλης και στο Jardin des Ρlantes, τον βοτανικό κήπο. Ο ίδιος έλεγε: «Όταν βρίσκομαι σε αυτά τα θερμοκήπια και βλέπω τα παράξενα φυτά από εξωτικές χώρες, μου φαίνεται ότι μπαίνω σε ένα όνειρο».
Τον 20ό και τον 21ο αιώνα αυτό που κάποτε θεωρήθηκε «αφέλεια» ή «παιδικότητα» στο έργο του Ρουσό επανεκτιμήθηκε ως αυθεντικότητα και ελευθερία από τους ακαδημαϊκούς κανόνες, ενώ θεωρείται το κατεξοχήν παράδειγμα της ναΐφ τέχνης.
Λίγοι ζωγράφοι παραμένουν τόσο δημοφιλείς όσο ο Ρουσό, που έχει περάσει στην ποπ κουλτούρα και θεωρείται όχι απλώς ένας ναΐφ ζωγράφος αλλά ένας από τους πιο πρωτότυπους προδρόμους της μοντέρνας τέχνης. Συνδυάζει κάτι σπάνιο: έργα με απλότητα, πρωτότυπα, με πλούσια χρώματα και ονειρικές μορφές ανθρώπων και ζώων που μοιάζουν να προέρχονται από παραμύθι ή τον κόσμο των φαντασιώσεων. Δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να νιώσει κάτι ένας θεατής μπροστά σε έναν πίνακά του. Η έντονη φαντασία, τα καθαρά χρώματα και η αίσθηση ονείρου λειτουργούν άμεσα και συναισθηματικά.
Σε ένα από τα πιο διάσημα έργα του, την «Κοιμισμένη Τσιγγάνα», ένα λιοντάρι παρατηρεί μια κοιμισμένη γυναίκα στην έρημο. Δεν συμβαίνει τίποτα δραματικό, κι όμως υπάρχει τεράστια ένταση. Το μυστήριο και η ηρεμία συνυπάρχουν με μοναδικό τρόπο, ενώ στον πίνακα που τον έκανε ευρύτερα γνωστό και έχει το τίτλο «Τίγρης σε τροπική καταιγίδα», η τίγρη μέσα στην καταιγίδα και η βλάστηση δείχνουν καθαρά την εμμονή του καλλιτέχνη με τις εξωτικές, φανταστικές ζούγκλες.
Στη «Γητεύτρα φιδιών», μια σκοτεινή, σχεδόν μαγική σύνθεση, η φιγούρα της γητεύτριας των φιδιών μοιάζει να αναδύεται από τη νύχτα μέσα σε ατμόσφαιρα μυστηρίου. Οι μορφές στα έργα του Ρουσό είναι επίπεδες και καθαρές, χωρίς ρεαλιστική προοπτική, ενώ υπάρχει μια αίσθηση παιδικής αθωότητας που παραπέμπει περισσότερο σε όνειρα παρά σε στιγμιότυπα της πραγματικότητας.
Τον 20ό και τον 21ο αιώνα αυτό που κάποτε θεωρήθηκε «αφέλεια» ή «παιδικότητα» στο έργο του επανεκτιμήθηκε ως αυθεντικότητα και ελευθερία από τους ακαδημαϊκούς κανόνες, ενώ θεωρείται το κατεξοχήν παράδειγμα της ναΐφ τέχνης, με τις παράξενες εικόνες του να προαναγγέλλουν πολλές εξελίξεις της μοντέρνας τέχνης, να επηρεάζουν ρεύματα όπως ο σουρεαλισμός και η πρωτοπορία του 20ού αιώνα και καλλιτέχνες σαν τον Πάμπλο Πικάσο.
Στο μουσείο Πικάσο, στο Παρίσι, στον όροφο όπου φυλάσσεται και εκτίθεται η προσωπική συλλογή έργων του ζωγράφου, φιλοξενούνται αρκετά σημαντικά έργα του αυτοδίδακτου Ανρί Ρουσό. Ο Πικάσο ήταν ένθερμος θαυμαστής του και αγόρασε το έργο «Πορτρέτο γυναίκας» (περ. 1895) μόλις για πέντε φράγκα το 1907. Στη συλλογή του μουσείου περιλαμβάνονται επίσης τα έργα «Αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη με μια λάμπα» (1903) και «Πορτρέτο της δεύτερης γυναίκας του καλλιτέχνη με μια λάμπα» (1903), ανάμεσα σε άλλα, κάτι που αποδεικνύει ότι ο Πικάσο θαύμαζε την ποιότητα και την απλότητα της τεχνοτροπίας του ναΐφ καλλιτέχνη. Ίσως είχε κατανοήσει πολύ νωρίς αυτό που θα συνέβαινε με τα έργα του Ρουσό: σε κάνουν να χαμογελάς, αφού δεν βασίζονται σε μόδες ή επίδειξη τεχνικής, αλλά στην ανεπεξέργαστη, ισχυρή, ζωηρή φαντασία.
Ο Πάμπλο Πικάσο πίστευε ότι ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε τον Ρουσό την ημέρα που αγόρασε έναν από τους πίνακές του, έναν μεγάλο καμβά που αργότερα έγινε γνωστός ως «Πορτρέτο της Κλεμάνς», σε ένα παλαιοπωλείο του Παρισιού. Δεν είναι σαφές αν ο πίνακας που βρήκε ο μελλοντικός ζωγράφος των «Δεσποινίδων της Αβινιόν» ήταν ένα πορτρέτο της Κλεμάνς ή της Γιαντβίγκα, όπως υποστηρίζει ο Μπρασάι στις «Συνομιλίες» του με τον Πικάσο, αντλώντας τις πληροφορίες του κατευθείαν από τον ίδιο τον Πικάσο.
Ο Ανρί Ρουσό (21 Μαΐου 1844 - 2 Σεπτεμβρίου 1910) γεννήθηκε στο Λαβάλ της Γαλλίας, στην κοιλάδα του Λίγηρα. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη εξαιτίας χρεών του πατέρα του, αφότου εκείνος φοίτησε στο Λύκειο Λαβάλ, κερδίζοντας βραβεία στο σχέδιο και τη μουσική. Υπηρέτησε για τέσσερα χρόνια στον στρατό, ενώ μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1868, μετακόμισε στο Παρίσι για να στηρίξει τη χήρα μητέρα του δουλεύοντας ως δημόσιος υπάλληλος (εισπράκτορας φόρων στο τελωνείο της πόλης), κάτι που του χάρισε το παρατσούκλι «douanier». Άρχισε να ζωγραφίζει στα σοβαρά από τα 40 του και όταν, σε ηλικία 49 ετών, συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα, άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά με την τέχνη του. Ήταν αυτοδίδακτος, μάλιστα έλεγε ότι «δεν είχε άλλον δάσκαλο εκτός από τη φύση», αν και παραδέχτηκε ότι είχε λάβει «κάποιες συμβουλές» από δύο καταξιωμένους ακαδημαϊκούς ζωγράφους, τον Φελίξ Ογκίστ Κλεμάν και τον Ζαν-Λεόν Ζερόμ.
Ο θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ποιητής Αλφρέντ Ζαρί καταγόταν από την ίδια επαρχιακή πόλη με τον Ρουσό, και αυτό φαίνεται να τους έφερε κοντά. Ο Ζαρί έφτασε στο Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του 1890, όταν ήταν ακόμα έφηβος και προσπαθούσε να αποκτήσει φήμη. Είχε ήδη δημιουργήσει τον γκροτέσκο τύραννο Ιμπί, τις περιπέτειες του οποίου παρουσίαζε μαζί με τους αδελφούς Μορέν σε παραστάσεις με τις μαριονέτες τού Théâtre des Phynances.
Ο Ζαρί, πίνοντας ασταμάτητα κρασί και αψέντι, το οποίο τελικά θα τον σκότωνε στα 34 του, ίδρυσε ένα εξαιρετικά σπάνιο περιοδικό τέχνης, το «L’Ymagier», και έπεισε ένα πρωτοποριακό θέατρο να σκηνοθετήσει τον «Βασιλιά Ιμπί», την ανάπτυξη των εφηβικών ιδεών του, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων και χαρίζοντας στον κόσμο του σύγχρονου θεάτρου ένα τέρας. Ο Ρουσό άσκησε ισχυρή επιρροή στον Ζαρί, ο οποίος μάλιστα έζησε μαζί του για λίγο. Το έργο που «στοιχειώνει» τον «Βασιλιά Ιμπί» ωστόσο, δεν είναι από τα έργα του Ρουσό στα οποία πρωταγωνιστεί η ζούγκλα. Είναι ο «Πόλεμος, ή η Διχόνοια πάνω στο Άλογο», που εκτέθηκε στο Salon des Independants το 1894, όπου και συναντήθηκαν για πρώτη φορά ο Ζαρί με τον Ρουσό. Όταν βλέπεις αυτόν τον πίνακα στο Μουσείο Ορσέ, νιώθεις ότι όλα όσα ήξερες για την τέχνη καταρρέουν. Είναι ένας πίνακας που κανείς δεν θα συνέδεε με τη Γαλλία των τελών του 19ου αιώνα, αν δεν έβλεπε τη φανταχτερή υπογραφή του Ρουσό. Όπως τα μήλα του Σεζάν ή οι χορευτές του Ντεγκά, το έργο αυτό μοιάζει να μην ανήκει σε κανέναν, σε καμία σχολή, και δεν είναι καθόλου περίεργο που όταν βγήκε προς πώληση, πολύ αργότερα, ο Αντρέ Μπρετόν αμφέβαλλε για την αυθεντικότητά του.
Ενώ εξακολουθούσε να εργάζεται για την τελωνειακή υπηρεσία του Παρισιού, ζωγραφίζοντας στον ελεύθερο χρόνο του, ο Ρουσό παρουσίασε το έργο «Τίγρης σε τροπική καταιγίδα» το 1891 στο Salon des Independants, ενώ προηγουμένως, το 1886, συμμετείχε στο Salon des Refusés (στην εκδήλωση που συνοδεύει το κανονικό Salon, όπως περιγράφεται από τον Εμίλ Ζολά στο «L’Œuvre»). Το κοινό και οι κριτικοί προτιμούσαν τα λιγότερο ολοκληρωμένα έργα του, τις αδέξιες, συγκινητικές σκηνές της σύγχρονης ζωής από τις μεταγενέστερες εικόνες ζούγκλας που αγαπάμε σήμερα. Ωστόσο, αυτές οι πρωτόγονες ζούγκλες του είναι ο λόγος που πολλοί ιστορικοί τέχνης θεωρούν τον Ρουσό πρόδρομο του σουρεαλισμού.
Σήμερα βλέπουμε καθαρά ότι ο θεωρούμενος τότε πρωτογονισμός του Ρουσό, που αργότερα λάτρεψαν ως «πρωτόγονη» τέχνη οι Παριζιάνοι ζωγράφοι, ήταν ο λόγος που εξωτικές όψεις της Αφρικής κατέκλυσαν την αγορά του Παρισιού και που ο Γκογκέν μπόρεσε να πάει στην Ταϊτή. Βλέπουμε επίσης ότι η μοντέρνα τέχνη γεννήθηκε στο ζενίθ της ευρωπαϊκής αποικιακής δύναμης. Ο Ρουσό ζωγράφισε τις ζούγκλες του χωρίς να έχει καμία συναίσθηση όσων ένας ζωγράφος όπως ο Πικάσο έμαθε σε μια ακαδημία του 19ου αιώνα. Βρήκε τα θέματά του στη γαλλική λαϊκή κουλτούρα.
Μέσω του Ζαρί και του Απολινέρ, ο οποίος μάλιστα έγραψε την επιτύμβια στήλη που τοποθετήθηκε στην ταφόπλακα του Ρουσό στο νεκροταφείο της Μονμάρτρης το 1910, ο Ρουσό έφτασε στον κύκλο του Πικάσο. Αυτός έδειξε τελικά στον Πικάσο τον τρόπο να είναι καλλιτέχνης, να έχει ακλόνητη πίστη στο ένστικτό του και υπήρξε έμπνευση για τα αντιπολεμικά έργα του, όπως το «Περιστέρι της Ειρήνης» του 1937. Ο Ρουσό τον δίδαξε να ρισκάρει ακόμα και όταν αποκαλούσαν την τέχνη του αφελή.
Ο Πικάσο ρίσκαρε με την «Γκερνίκα», απορρίπτοντας αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι η μοντέρνα τέχνη. Η μεταμόρφωσή του από κυνικό σε ειρηνιστή φαίνεται να μην έχει προηγούμενο στη σύγχρονη τέχνη, με τον ίδιο τον ζωγράφο να πιστεύει ότι η τέχνη πρέπει να είναι ηθικός μάρτυρας, ανθρώπινος πόρος, τολμηρή στη βάση της ύπαρξής της. Ο Πικάσο δεν θα μπορούσε ποτέ να ζωγραφίσει την «Γκερνίκα» χωρίς την ακούσια επιρροή του ευγενικού, αθώου Ανρί Ρουσό.
Παρά τη στάση των κριτικών απέναντι στο έργο του, ο Ρουσό είχε αναπτύξει μια αξιοσημείωτη βάση θαυμαστών μέχρι το 1900. Σε αυτούς συγκαταλέγονται ο Καμίλ Πισαρό και ο Πολ Σινιάκ. Όλοι γοητεύτηκαν από τις εξωτικές, φιλόδοξες συνθέσεις του που απεικόνιζαν αλληγορικές σκηνές και τη βλάστηση κάποιου τροπικού δάσους, με τίγρεις και λιοντάρια να παραμονεύουν.
Έγινε μέρος της πολύχρωμης ιστορίας των μποέμ της Μονμάρτρης αλλά, πάνω απ’ όλα, της ιστορίας της ναΐφ τέχνης, ως ο πιο εξέχων εκπρόσωπός της, ο ιδρυτής της, λόγω ενός αστείου, ενός συμποσίου που οργάνωσε ο Πικάσο για τον «αφελή φαντασιόπληκτο», όπως θεωρούσαν τον Ρουσό οι ζωγράφοι και ο κύκλος των διανοουμένων της εποχής. Η σκανταλιάρικη ιδέα του Πικάσο έφτασε στα όρια ενός καλλιτεχνικού συμβάντος. Το 1908, αποφάσισε να διοργανώσει ένα τελετουργικό συμπόσιο προς τιμήν της ιδιοφυΐας του Ανρί Ρουσό στο στούντιό του στο Le Bateau-Lavoir, στη θρυλική, φημισμένη για τους ιμπρεσιονιστές Μονμάρτρη.
Σήμερα, αν το εξετάσουμε προσεκτικά, θα δούμε ότι πρόκειται για ένα κακόβουλο αστείο μεταμφιεσμένο σε αξιοπρεπή εορταστική εκδήλωση. Ο Πικάσο, που είχε πλουτίσει πρόσφατα από τις πωλήσεις έργων του, άδειασε το στούντιό του, το διακόσμησε με σημαίες, κλαδιά και ένα τεράστιο πανό που έγραφε «Δόξα στον Ρουσό», και το έκανε να μοιάζει με παρωδία πατριωτικών συγκεντρώσεων για την Ημέρα Ανεξαρτησίας της Γαλλίας. Σε μια πολυθρόνα Louis Philippe καθόταν εμφανώς συγκινημένος ο Ρουσό, ως οικοδεσπότης της τελετής. Σε κεντρικό σημείο του στούντιο είχε στηθεί το «Πορτρέτο της Κλεμάνς», ένας πίνακας που ο Πικάσο είχε αγοράσει οκτώ χρόνια νωρίτερα και κράτησε για το υπόλοιπο της ζωής του. Προς το τέλος, το συμπόσιο πήρε μια μάλλον απροσδόκητη τροπή. Η μέχρι τότε ιδιωτική εκδήλωση προσέλκυσε ένα πλήθος ζωγράφων, ποιητών και απλών κλοσάρ, που μπήκαν από τις πόρτες και τα παράθυρα στο μικρό «σαλόνι» για να φάνε και να πιουν, προκαλώντας χάος και την οργή του Πικάσο, που είδε τη σκηνοθεσία του να καταρρέει.
Μεθυσμένος και εξαντλημένος, ο Ρουσό προτού φύγει θεώρησε σκόπιμο να απευθύνει μια σύντομη φράση αποχαιρετισμού προς τον Πικάσο: «Εσύ και εγώ είμαστε οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι της εποχής μας», είπε. «Εσύ στο αιγυπτιακό στυλ, εγώ στο μοντέρνο». Τα λόγια, που φαίνονται αστεία εκ πρώτης όψεως, πιθανότατα δεν ήταν και πολύ της αρεσκείας του ιδιοφυούς Πικάσο. Ωστόσο η παραληρηματική αυτή βραδιά χαιρετίστηκε ως επιτυχία και την επόμενη κιόλας μέρα έγινε θρύλος, κάτι που είχε ως συνέπεια την αναγνώριση του Ρουσό, που άρχισε να εκτιμάται όχι μόνο από τους ολοένα πιο σημαντικούς μετα-ιμπρεσιονιστές αλλά και από έναν κύκλο πολλών ακαδημαϊκά μορφωμένων ζωγράφων. Μόλις δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Ανρί Ρουσό κατάφερε να κερδίσει τη φήμη ενός σεβαστού καλλιτέχνη και το όνειρό του εκπληρώθηκε, με το όνομά του να περνά στην ιστορία.
Αυτό το καλοκαίρι το Musée de l’Orangerie τον τιμά διοργανώνοντας μια μονογραφική έκθεση που θα διαρκέσει μέχρι τις 20 Ιουλίου, με τίτλο «Henri Rousseau, l’ambition de la peinture» («Ανρί Ρουσό, η φιλοδοξία της ζωγραφικής»), συγκεντρώνοντας για πρώτη φορά ένα σημαντικό σύνολο έργων του που πέρασε από τα χέρια του εμπόρου τέχνης Πολ Γκιγιόμ, φανατικού συλλέκτη των έργων του Ρουσό, ο οποίος κατείχε περισσότερα από πενήντα έργα του. Ο Γκιγιόμ ενήργησε ως μεσάζων του Αμερικανού συλλέκτη Άλμπερτ Μπαρνς, που είχε στην κατοχή του δεκαοκτώ πίνακες του Ρουσό. Ο ζωγράφος συνεργάστηκε με τους δυο συλλέκτες κατά τη διάρκεια της ζωής του και έργα από τις δυο συλλογές συνενώνονται και παρουσιάζονται μαζί με δάνεια, όπως η αριστουργηματική «Κοιμισμένη Τσιγγάνα» που φυλάσσεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.