ΣΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

loader
ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

 

 

 

Εννέα νέοι Έλληνες ζωγράφοι, με διαφορετικές αφετηρίες και γλώσσες, μιλούν για τη δουλειά τους: τις εμμονές που επανέρχονται στο έργο τους, τη σχέση τους με τη φύση, τη μνήμη, το σώμα και τον τόπο, και τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα περνά –άλλοτε φανερά, άλλοτε αλληγορικά– μέσα στις εικόνες τους.

Από το ατελιέ στην Αθήνα ως τη Γλασκώβη, τη Βασιλεία και το Λος Άντζελες, εννέα καλλιτέχνες μοιράζονται τη διαδικασία, τις αμφιβολίες και τις επόμενες εκθέσεις τους.

 
ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ
 
Ελένη Τωμαδάκη | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
Ελένη Τωμαδάκη | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν

Ελένη Τωμαδάκη

Η Ελένη Τωμαδάκη είναι κάτοχος MA από το Royal College of Art και η πρακτική της επιχειρεί να αποδομήσει τον λόγο και τη συστηματικότητα, χωρίς κατάληξη. Δουλεύει κυρίως με τη ζωγραφική αλλά και με βίντεο, ήχο και κείμενο. Το ενδιαφέρον της μετατοπίζεται από το να πει στο να γίνει η ίδια η φωνή που μιλά. Αυτό που αρθρώνεται κινείται ανάμεσα στο τίποτα και στα πάντα. «Για ποιο θέµα να τολµήσω να ισχυριστώ πως µιλά η δουλειά µου; Η δουλειά µου δεν µιλάει. Δεν έχω να πω κάτι, απεναντίας, κάνω ό,τι µπορώ για να το βουλώσω. Τι να προσθέσω σε έναν τόσο γεµάτο κόσµο, το µόνο που θέλω είναι να αφαιρώ. Δεν µιλάω λέω, αλλά να που φτύνω έργα το ένα µετά το άλλο. Το µυαλό µου λέει “δεν χρειαζόµαστε τίποτε άλλο, βγάλε, διάλυσε, αφαίρεσε, µην προσθέτεις”. Το µυαλό µου λέει “αυτά που κάνεις είναι άχρηστα”, αλλά µήπως πρέπει να είναι; Προσπαθώ να µην αμφισβητώ παραπάνω απ’ όσο µε παίρνει. Η παρηγοριά και η ανάγκη µου είναι να βυθίζοµαι µέσα σε αυτό που κάνω, και έτσι, κάποιες φορές να θυµάµαι. Αν, καµιά φορά, µέσα από το έργο µου θυµόταν και κάνας άλλος, θα ήταν αρκετό», λέει.

Ζωγραφίζοντας ξέχασε τις μνήμες και τις ιστορίες, δεν ήθελε να πει τίποτα πια, ενώ η σχέση µατιού και χεριού άρχισε να παίρνει πρωταγωνιστικό ρόλο. «Έχει µια δόση ηδονοβλεψίας αυτή η σχέση. Το βλέµµα είναι καρφωµένο στην εξωτερική εικόνα την οποία το χέρι αναπαράγει. Σπασµένη κάµερα».

Άρχισε να ζωγραφίζει µανιωδώς εικόνες από ένα βιβλίο που βρήκε τυχαία. Σταδιακά, ξεκίνησε να ζωγραφίζει την ίδια εικόνα ξανά και ξανά, µέχρι που την εξαφάνισε εντελώς. Το έργο της διατηρεί κάτι ακατέργαστο, σχεδόν άγριο. «Άρχισα να γράφω ξανά, αλλά εγκατέλειψα τις προηγούµενες προσπάθειές µου να διηγηθώ µια ιστορία. Στα γραπτά µου επαναλαµβάνω τα ίδια αποσπάσµατα ξανά και ξανά. Κινούµαι επίµονα και εµµονικά γύρω από ένα µόνο σηµείο, περιµένοντας να εµφανιστεί µια ρωγµή. Επιστρέφω στη ζωγραφική και συµβαίνει το ίδιο. Δεν έχουν µείνει ιστορίες να διηγηθώ», λέει.

«Η εµµονή στο ότι δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί, τίποτα που να λέγεται µε λόγια, παρά µια συνεχής περιστροφή γύρω από το ίδιο σηµείο, οδήγησε το έργο µου, από τον σχηµατισµό προτάσεων χωρίς γραµµικό νόηµα, στον σχηµατισµό τελειών, παύσεων. Προχωρά από την παραµόρφωση του νοήματος στην προσπάθεια εξάλειψής του. Αντί να στοχεύσει σε µια ποιητική σύνθεση, στοχεύει στην προσέγγιση του ίδιου του σηµείου, µε την τάση να εντρυφήσει σε αυτό, να γίνει το ίδιο το σηµείο, να επεκταθεί προς τα µέσα και όχι οριζόντια ή κάθετα».

Ο Μπέκετ υποστήριξε ότι η ανάγκη για πρόοδο είναι άρρηκτα δεµένη µε την αδυνατότητά της. Η χειρονοµία του βήµατος σημειωτόν στο τέλος του «Περιµένοντας τον Γκοντό», βασικό σχήµα του συνολικού του έργου, είναι µια ακριβής αντίδραση στην κατάσταση των πραγµάτων, γράφει ο Αντόρνο. Το έργο του είναι προέκταση του αρνητικού καιρού. Το πλήρωµα της στιγµής µετατρέπεται σε ατελείωτη επανάληψη συγκλίνοντας µε το µηδέν. «Τι έχει όµως να πει αυτού του είδους το αφηρηµένο έργο για τις άθλιες καταστάσεις που ζούµε στον κόσµο σήµερα; Με αυτό το ερώτημα µε έφερε αντιµέτωπη το θέµα της φετινής Μπιενάλε Θεσσαλονίκης “όλα πρέπει να αλλάξουν”, το οποίο προσεγγίζω ως κάτι σχεδόν αδύνατο, αλλά µε την ελπίδα πως µέσα από το σµπαράλιασµα του συµβολικού, δηλαδή του λόγου και της εικόνας, προσεγγίζεται κάτι πιο αρχαϊκό και προλεκτικό. Και εκεί, χάνοντας την αίσθηση του εαυτού και της ατοµικότητας, προσεγγίζεται κάτι πιο καθολικό, µια αίσθηση του µαζί, του ότι όλα είµαστε ένα. Ίσως εκεί, σε εκείνο το σηµείο, να βρίσκεται µια άλλη µορφή αλλαγής».

Η Ελένη Τωμαδάκη παρουσιάζει την ατομική της έκθεση µε τίτλο « . » στην γκαλερί Gianni Manhattan στη Βιέννη, και παίρνει μέρος στην οµαδική έκθεση «In transit» στο Hellenic Center στο Λονδίνο.

Ελένη Τωμαδάκη. Έκθεση.
Άποψη έκθεσης της Ελένης Τωμαδάκη
Ελένη Τωμαδάκη. 2026, λάδι σε καμβά, 150 x 140 cm. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και της Gianni Manhattan (φωτ: kunst-dokumentation).
Ελένη Τωμαδάκη, 2026, λάδι σε καμβά. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και της Gianni Manhattan (Φωτ.: kunst-dokumentation).
***
Ανέστης Ιωάννου | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
Ανέστης Ιωάννου | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν

Ανέστης Ιωάννου

Ο Ανέστης Ιωάννου έχει σπουδάσει ζωγραφική στη Σχολή Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στη Σχολή Καλών Τεχνών της Castilla-La Mancha και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο LUCA School of Arts στις Βρυξέλλες. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα και η στιγμή που ζωγραφίζει είναι από τις πιο ειλικρινείς στη ζωή του. «Ίσως γι’ αυτό το βλέπω ως ανάγκη», λέει. «Ανάγκη για αναζήτηση, για ειλικρίνεια, για επαφή. Και ταυτόχρονα προβληματισμός, από όπου μπορεί να γεννηθεί μια γλώσσα. Βλέπω τη δουλειά μου ως μια συνεχή διαπραγμάτευση της φόρμας μεταξύ του πραγματικού και του φαντασιακού, μια αναζήτηση σαφήνειας σε έναν κόσμο που συνεχώς μεταβάλλεται. Σίγουρα οι υφές και τα όρια θα είναι πάντα μέρος του προβλήματος, όπως η σχέση της αφήγησης και του χώρου. Η αφήγηση για μένα δεν σημαίνει απλώς ότι διηγείσαι μια ιστορία, σημαίνει ότι δομείς έναν χώρο όπου ιστορίες μπορούν να γεννηθούν, να αντηχήσουν, να αφήσουν ίχνη».

Ζωγραφίζει από τότε που θυμάται τον εαυτό του αλλά κάποια στιγμή έγινε απόλυτα ξεκάθαρο ότι η ζωγραφική είναι «βλέμμα», τρόπος σκέψης και αντίληψης του κόσμου γύρω του. «Ο Κουνέλλης εξηγούσε κάποτε σε μια συνέντευξή του στα ιταλικά ότι η λέξη pintura (painting) σημαίνει “ζωγραφική” στα ελληνικά, και σημαίνει να “γράφεις με τη ζωή”. Αυτή η παρατήρηση μού έδωσε ελευθερία όσον αφορά το τι μπορεί να σημαίνει ζωγραφική σήμερα». Τον απασχολεί το θέμα του χώρου σε σχέση με το σώμα. «Το θέατρο και η δραματουργία συχνά επανέρχονται σε τελάρα μου, τις περισσότερες φορές με οριακές φιγούρες που αποσυντίθενται στους πρόχειρους τόπους που κατοικούν, και γίνονται από χαρακτήρες τοπίο» λέει, σημειώνοντας ότι ο τόπος όπου ζει αφήνει πάντα ίχνη πάνω στη δουλειά του, κάποιες φορές εκούσια και άλλες ασυνείδητα. «Αλλά και αυτή η ανησυχία, η ρευστότητα και η μετάβαση που βιώνουμε σε παγκόσμιο επίπεδο σήμερα περνά αναπόφευκτα και μέσα στις εικόνες. Δεν νομίζω πως κάποιος μπορεί να μείνει έξω από αυτό».

Το πιο δύσκολο στάδιο στη δημιουργία ενός έργου είναι, όπως λέει, «να αποφασίσεις πότε ένα έργο ολοκληρώθηκε. Στο στούντιο έχω πάντα μια πολυθρόνα απέναντι από τα έργα που δουλεύω. Περισσότερο χρόνο ξοδεύω κοιτώντας ένα έργο, παρά δουλεύοντάς το. Αυτό το βλέμμα είναι το πιο σημαντικό στάδιο στη δημιουργία».

Για τον Ανέστη Ιωάννου η τέχνη δεν χρειάζεται επεξήγηση αλλά πλαίσιο. «Πιστεύω πως όσο πιο συνεπές είναι το βλέμμα και οι επιλογές ενός καλλιτέχνη, τόσο περισσότερο μπορεί να επηρεάσει τον θεατή χωρίς να τον περιορίζει. Το μοναδικό “γιατί” που έχει νόημα να απαντάται κάποιες φορές είναι το γιατί γεννιέται κάτι», λέει. Υποστηρίζει πώς σήμερα υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά οι καλές δουλειές βρίσκουν τον δρόμο τους, τις περισσότερες φορές. «Υπάρχει βέβαια μια σύγχυση με τη διαφήμιση και τα social media, που θεωρώ ότι είναι εργαλείο επικοινωνίας, κυρίως για εκθέσεις, όχι ακριβώς για την ίδια τη δουλειά, και κάποιες φορές βλέπουμε φρικτά πράγματα και trends να ξεχωρίζουν. Ευτυχώς ξεθωριάζουν».

Ονειρεύεται να έχει τη δυνατότητα να δουλεύει, να παράγει και συνεχίσει να ζει από τη δουλειά του, ενώ θεωρεί επιτυχία το «να κάνεις μια καλή δουλειά και να νιώσεις γεμάτος, να έχεις ανθρώπους που σε υποστηρίζουν ουσιαστικά, να βλέπεις στα μάτια κάποιου που στέκεται μπροστά από το έργο σου ότι τον μετακινεί. Με φοβίζει η ανασφάλεια η οποία δυστυχώς έχει γίνει κανονικότητα για τους καλλιτέχνες, και το ότι δεν ξέρω αν θα μπορώ να αφιερώνω πάντα τον χρόνο μου σε αυτά που θέλω». Σε έναν νέο άνθρωπο που θα ήθελε να ασχοληθεί με την τέχνη θα έλεγε να το κάνει κι ας είναι δύσκολος δρόμος. «Αρκεί ένα βήμα τη φορά. Εγώ το αντιλαμβάνομαι ως ανάγκη, αν δεν εκπληρωθεί, θα συνεχίσει να ενοχλεί και να γυρνάει μέσα σου. Αν νιώθεις έτσι, είναι μονόδρομος ούτως ή άλλως».

Το επόμενο διάστημα θα πάρει μέρος σε κάποιες ομαδικές εκθέσεις, ενώ παράλληλα δουλεύει πάνω σε ένα νέο σώμα δουλειάς που θα παρουσιάσει σύντομα.

Ανέστης Ιωάννου. Amédée, or, How to get rid of it, 140x170cm, 2025, acrylic, ink, oil-pastel, soft-pastel, pencil, textile-on-denim.
Ανέστης Ιωάννου, «Amédée, or, How to get rid of it», 2025
Ανέστης Ιωάννου. Ritual-Dancers, 140x170cm_acrylic, oil-pastel, oil-stick, pencil, textile-and-denim-on-denim, 2025-2026.
Ανέστης Ιωάννου, «Ritual-Dancers», 2025-2026
***
Ιωάννα Λημνιού | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
Ιωάννα Λημνιού | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν

Ιωάννα Λημνιού

Η Ιωάννα Λημνιού ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε Σχέδιο Μόδας και Συντήρηση Τέχνης και Αρχαιοτήτων προτού εγγραφεί στο Ολοκληρωμένο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας. Αποφοίτησε με άριστα από το Τμήμα Εικαστικών Τεχνών στη ζωγραφική. Οι πίνακές της παρουσιάζουν κλασικές παραστατικές εικόνες και νεκρές φύσεις που αποδίδονται με μια ναΐφ αισθητική, δημιουργώντας μια μοναδική γλώσσα που σχετίζεται με την παραδοσιακή ελληνική εικονογραφία, τη λογοτεχνία, την ποίηση και την παρατήρηση της αστικής ή αγροτικής ζωής. Η ζωγραφική της προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την ευαισθησία ή την ευχέρεια να αναλύει µε χρώµα. Αναζητά μέσα από αυτή κάτι άυλο, που «αν µπορούσα να το περιγράψω µε λέξεις, ίσως δεν θα µπορούσα να το ζωγραφίσω», λέει. «Όταν σπούδαζα µόδα, το µόνο που έκανα καλά ήταν να σχεδιάζω. Μετά, όταν σπούδαζα συντήρηση έργων τέχνης, µας δόθηκε µια άσκηση, να αντιγράψουµε ένα ζωγραφικό έργο, και τα πήγα πολύ καλά. Η τότε καθηγήτριά µου με πήρε από το χέρι και µου είπε “Μήπως να δοκιµάσεις για Καλών Τεχνών;”. Αρνήθηκα, το σκέφτηκα, προσπάθησα και έγινε, είχε δίκιο. Νοµίζω η καθοριστική στιγµή είναι όταν το παίρνεις απόφαση ότι θα κάνεις ζωγραφική. Από κει και πέρα, την έχεις βάψει, κοιµάσαι και ξυπνάς µε αυτή στο µυαλό».

Στο έργο της την απασχολεί το περιβάλλον και ο τρόπος ζωής, όπως σημειώνει, «ο τρόπος που ζήσαµε και µε ποιον τρόπο θα µπορούσαµε να ζήσουµε. Η συντροφικότητα, η γυναίκα, η εργασία, η αποµάκρυνσή µας από τη φύση, η µοναξιά. Το τοπίο είναι ο µάρτυρας αυτών».

Πιστεύει ότι το πιο σημαντικό στάδιο στη δηµιουργία ενός έργου, η περίοδος που απολαµβάνει περισσότερο ως καλλιτέχνις, είναι «η παρατήρηση εκ του φυσικού και ό,τι αυτό σηµαίνει. Δηλαδή έξω από το εργαστήριο, σχεδιάζοντας, παρατηρώντας φόρµες και χρώµατα. Με ήλιο, µε βροχή και µε αέρα. Τα έργα µου δεν έχουν τόπο και χρόνο, αυτό ίσως βοηθάει τον θεατή να περιηγηθεί µε βάση την προσωπική του εµπειρία και να συνδεθεί µε το έργο. Δηµιουργείται ένας διάλογος κατά αυτόν τον τρόπο και µε ενδιαφέρει ο διάλογος». Υποστηρίζει ότι υπάρχουν πιθανότητες να ξεχωρίσει το έργο κάποιας/-ου καλλιτέχνιδας/-η, ωστόσο «είναι αρκετά δύσκολο, χωρίς να θέλω να πω ότι τα πράγµατα είναι µόνο δύσκολα εκεί έξω».

Όταν ρωτώ για τη σημασία των social και την πίεση να ακολουθήσει ένας καλλιτέχνης τις τάσεις, λέει ότι οι πλατφόρµες που χρησιµοποιούµε βοηθούν στην εξωστρέφεια, «δηλαδή ανεβάζοντας µια φωτογραφία του έργου στα social αυξάνονται οι πιθανότητες να σε δουν. Δηµιουργεί όµως και στρες, αµφιβολίες και FOMO. Δεν νοµίζω ότι είναι οι τάσεις που πιέζουν αλλά οι νέοι µηχανισµοί. Οι τάσεις έρχονται και φεύγουν, η καλή τέχνη µπορεί να παραµείνει διαχρονική».

Θεωρεί ότι ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ένας καλλιτέχνης είναι αυτό της στέγασης. «Το µεγαλύτερο ποσοστό των καλλιτεχνών ζει στην Αθήνα, όπου παράγονται και τα έργα του. Πώς είναι να µένεις και να παράγεις έργα στο µεγαλύτερο κέντρο της Ελλάδας; Θα πω δύσκολα. Ίσως θα ήταν καλό να µεριµνήσουµε και για το κοµµάτι των εργαστηρίων. Είναι ένα ζήτηµα που απασχολεί πολλές/-ούς. Σίγουρα µας λείπουν κατάλληλα διαµορφωµένοι χώροι, χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι πρέπει να πληρώνουµε αδρά». Θεωρεί επιτυχία να μπορεί να βιοπορίζεται από την τέχνη της. «Να έχεις καλούς συνεργάτες είναι επιτυχία, να µπεις σε συλλογή µουσείου είναι επιτυχία, να έχεις καλούς φίλους είναι ακόµα μεγαλύτερη επιτυχία. Πιστεύω ότι η τέχνη είναι για όλες/-ους, και το να µην υπάρχει πρόσβαση στα έργα είναι φοβιστικό», λέει. Σε πολύ νέους ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν µε την τέχνη θα έλεγε: «Ζήστε το! Οι εµπειρίες σας είναι η φαρέτρα σας».

Ιωάννα Λημνιού. "Harvest" 120x150 cm, λάδι σε λινό, 2025.
Ιωάννα Λημνιού, «Harvest», 2025
Ιωάννα Λημνιού. "Side Road", 160x180 cm, λάδι σε λινό, 2025.
Ιωάννα Λημνιού, «Side Road», 2025
***
Κωνσταντίνος Γιώτης | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
Κωνσταντίνος Γιώτης | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν

Κωνσταντίνος Γιώτης

Ο Κωνσταντίνος Γιώτης είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών Slade του University College London, του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ενώ φοίτησε και στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης. Στην πρακτική του, επιθυμίες, φαντασιώσεις ή αυτοβιογραφικές αποκλίσεις αποτελούν αφορμές για να διερευνηθούν ιδεολογικές κατασκευές, τα όρια της αναπαράστασης και ζωγραφικά μοτίβα ως δομικά στοιχεία για την κατασκευή ενός σύγχρονου φαντασιακού.

Ασχολείται με τη ζωγραφική γιατί τον ενδιαφέρει η φυσική σχέση µε την εικόνα, η υλικότητα και η συνεχής διαπραγµάτευση εµµονών ή άλλων θεματικών: πρόκειται για µια μάλλον άµεση αλλά σχετικά αργή διαδικασία απέναντι σε µια επιταχυµένη πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο αποσπασματική. Η σωµατικότητα, η επιφάνεια και το βλέµµα αλληλεπιδρούν συνεχώς. «Νοµίζω ότι η δουλειά µου διαµορφώνεται µέσα σε αυτή την κατάσταση, μεταξύ χειρονοµίας και συναισθηµατικής χροιάς των εικόνων. Η ζωγραφική είναι µια διαδικασία µέσα από την οποία µπορούν να εµφανιστούν µορφές που δύσκολα θα µπορούσαν να προκύψουν αλλιώς», λέει.

Η αμφισημία, η ειρωνεία, η κόπωση, το χιούµορ και µια αίσθηση υπαρξιακής αστάθειας είναι θέματα που τον απασχολούν και επανέρχονται στο έργο του. «Είναι εικόνες που µοιάζουν οικείες και ταυτόχρονα λειτουργούν ως φαντάσµατα ή αποσπάσµατα µνήµης. Συχνά προέρχονται από προσωπικές στιγµές, από την ιστορία της τέχνης, από memes ή από κάτι εντελώς ασήµαντο που ξαφνικά αποκτά ένταση µέσα στα έργα».

«Ζούµε σε µια συνεχή κατάσταση πίεσης, υπερπληροφόρησης και αβεβαιότητας και αναπόφευκτα κάτι τέτοιο περνά στις θεµατικές και στις αναπαραστάσεις», λέει όταν τον ρωτώ για το πώς επηρεάζει την τέχνη του η πολιτική και κοινωνική κατάσταση γύρω μας. «Ακόµη και όταν ένα έργο φαίνεται πιο ανάλαφρο, υπάρχει συχνά µια αίσθηση αστάθειας ή έντασης. Σήµερα, ειδικά µέσα σε συγκεκριµένα θεσµικά πλαίσια, υπάρχει συνήθως η απαίτηση η τέχνη να τοποθετείται πάνω σε ζητήµατα δηµόσιου ενδιαφέροντος και συλλογικής εµπειρίας. Ταυτόχρονα όµως, ακόµη και η πολιτικοποίηση της τέχνης µπορεί να συνδυαστεί µε µια µορφή αισθητικοποίησης. Με ενδιαφέρει περισσότερο η διαλεκτική που διαµορφώνει, είτε µέσω της αναπαράστασης, όταν αυτή είναι πιο ξεκάθαρη, είτε πιο έµµεσα, το πλαίσιο και την ατµόσφαιρα ενός έργου ή της δουλειάς συνολικότερα, χωρίς να λειτουργεί µονοσήµαντα». Τα έργα του έχουν ονειρικά ή αφαιρετικά στοιχεία που αποκτούν διαφορετικές συνδέσεις και σηµασίες, όπως, για παράδειγμα, το άγχος και οι εκφάνσεις του, που έχουν συχνά πολιτικές προεκτάσεις.

Όταν τον ρωτώ τι συμβαίνει κατά τη διαδικασία της παραγωγής ενός έργου, λέει ότι «περνά από διάφορα στάδια. Δουλεύοντας ένα έργο σε διαφορετικές χρονικές περιόδους προκύπτει µια συσσώρευση διαφορετικών χρονικοτήτων. Η ζωγραφική έχει κάτι αργό, απτό, σχεδόν απαρχαιωµένο ως µέσο, και αυτή η δυνατότητα να παρατηρείς για µεγάλα χρονικά διαστήµατα µε έναν µοναχικό τρόπο ταιριάζει αρκετά στην ιδιοσυγκρασία µου. Ο τρόπος που δουλεύω αφήνει αρκετό χώρο ώστε η υλικότητα και η τυχαιότητα να κατευθύνουν την πορεία ενός έργου. Συχνά τα λάθη ή οι ατέλειες είναι στοιχεία που τροφοδοτούν τη διαδικασία. Οι στιγµές που κάποιες αυθόρµητες αποφάσεις σε εκπλήσσουν και σε οδηγούν κάπου που δεν είχες φανταστεί εξαρχής είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον µέρος της διαδικασίας».

Τον Κωνσταντίνο Γιώτη τον ενδιαφέρει ο τρόπος που το έργο ενεργοποιεί µια κατάσταση παραδοξότητας ή αµφισηµίας. «Ο ενδιάµεσος χώρος μεταξύ του θεατή και του έργου είναι ένα διαλεκτικό πεδίο. Αν κάποιος συνδεθεί συναισθηµατικά µε µια αίσθηση οικειότητας, αµηχανίας ή έντασης, ακόµα και µέσα από απλά στοιχεία όπως η υλικότητα και η επιφάνεια του έργου, αυτό από µόνο του µπορεί να είναι αρκετό», λέει. Πιστεύει ότι η τέχνη δεν χρειάζεται απαραίτητα επεξήγηση, «αλλά ο διάλογος γύρω από ένα έργο µπορεί να ανοίξει νέες αναγνώσεις. Με ενδιαφέρει ένα έργο να µπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα αισθητηριακά, συναισθηµατικά και εννοιολογικά. Πιστεύω πως η δουλειά δεν τελειώνει πάντα µέσα στο στούντιο. Η επιλογή των έργων, οι σχέσεις µεταξύ τους και η επιµέλεια παίζουν καθοριστικό ρόλο. Μέσα από νύξεις σε έννοιες και θεµατικές διαµορφώνεται ένα πλαίσιο».

Πιστεύει ότι τα social media έχουν αλλάξει τον τρόπο που βλέπουµε και καταναλώνουµε εικόνες. «Από τη µία δίνουν ορατότητα και δυνατότητα επικοινωνίας, από την άλλη δηµιουργούν την πίεση για συνεχή παρουσία που πολλές φορές έρχεται σε αντίθεση µε τη διαδικασία της ζωγραφικής. Προσπαθώ να µη δουλεύω µε βάση τις τάσεις αλλά να διατηρώ έναν προσωπικό ρυθµό, ακόµη κι αν αυτό σηµαίνει να λειτουργώ πιο αργά».

Κωνσταντίνος Γιώτης. Labour of slipping (work, eat, rest), 2022-2023, oil on linen, 210 x 190 cm, φωτ. Stathis Mamalakis.
Κωνσταντίνος Γιώτης, «Labour of slipping (work, eat, rest)», 2022-2023. Φωτ.: Stathis Mamalakis
9 νέοι ζωγράφοι μιλάνε για την τέχνη τους σήμερα
Κωνσταντίνος Γιώτης, Untitled, 2025. Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
***
Κωνσταντίνος Μουχταρίδης | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
Κωνσταντίνος Μουχταρίδης | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν

Κωνσταντίνος Μουχταρίδης

Ο Κωνσταντίνος Μουχταρίδης είναι απόφοιτος του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Η πρακτική του περιλαμβάνει τη ζωγραφική, το σχέδιο και την κεραμική – διερευνά τη διαρκώς εξελισσόμενη σχέση μεταξύ τέχνης και φύσης. Πιστεύει ότι η ίδια η ζωγραφική είναι μια συνεχής διαδικασία που καθοδηγεί τη σκέψη για τη ζωή, χτίζοντας έτσι την ταυτότητά σου με αστάθμητο τρόπο. «Σταδιακά μαθαίνεις από αυτή την ενδοσκοπική διαδικασία. Παρατηρείς τη σκέψη σου και την αίσθηση που έχεις για τον κόσμο και τα πράγματα. Τα ίχνη αυτών των παρατηρήσεων είναι πάντα μέρος της δουλειάς μου· ακόμη κι αν τα έργα αλλάζουν μορφή, η διεργασία παραμένει ίδια. Αυτή είναι τουλάχιστον η δική μου εμπειρία μέχρι τώρα», λέει. Αναζητά μέσα από τη ζωγραφική τον στιγμιαίο ενθουσιασμό και την άμεση εντύπωση που σου δημιουργεί μία ζωγραφισμένη εικόνα, κάτι που τραβά την προσοχή σου με έναν απλό τρόπο.

Με τη ζωγραφική ασχολείται από πολύ μικρός – παρακολουθούσε μαθήματα και πιστεύει στη σημασία των βιωμάτων: θυμάται τη γιαγιά του να ζωγραφίζει γλάρους και δελφίνια και να τη βοηθά στις τοιχογραφίες της. «Αργότερα, στα πρώτα χρόνια των σπουδών μου ανέπτυξα μια προσωπική πειραματική σχέση με το σχέδιο και τη ζωγραφική. Όσο απομακρυνόμουν από αυτά σε πρακτικό επίπεδο, τόσο περισσότερο καταλάβαινα πόσο σημαντικά ήταν για μένα».

Τον απασχολεί αρκετά η έννοια της φύσης. «Η ζωγραφική που κάνω είναι αφαιρετική, όµως ξεκινά πάντα από τη φύση και από τις εµπειρίες που έχω µέσα σε αυτήν, χωρίς να εστιάζω στην απεικόνισή της. Με άλλα λόγια, µε απασχολούν περισσότερο ζητήµατα µορφής και λιγότερο µια οπτική σχέση µε τον πραγµατικό κόσµο, όµως η φύση παραµένει ως πρόθεση και είναι εµφανής στη δουλειά µου µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν εντάσσω επιτηδευµένα παραστατικά στοιχεία στα έργα µου, ωστόσο θέλω να παραπέµπουν ή να καταλήγουν στη φύση. Σκέφτοµαι συχνά το πώς κατασκευάζουµε νοητικά έννοιες όπως το τοπίο, ο τόπος ή το φυσικό περιβάλλον. Η πρακτική της ζωγραφικής µε βοηθάει ιδιαίτερα να ορίσω αυτές τις γραµµές σκέψεων. Τα τελευταία χρόνια δουλεύω µε πολύ λεπτά πινέλα, επαναλαµβάνοντας την ίδια γραφή. Η επανάληψη λειτουργεί για µένα ως τρόπος συγκέντρωσης, συνοχής και παρατήρησης που µε φέρνει πιο κοντά σε όσα προσπαθώ να κατανοήσω. Τελικά βλέπω πως µέσα στη δουλειά µου επανέρχονται συχνά ο τόπος και η επιθυµία για µια πιο αδιαµεσολάβητη σύνδεση µε τη φύση».

Η αρχή του έργου, όταν παίρνει κάποιες απροσδιόριστες αποφάσεις, πολύ γενικές αλλά ουσιαστικές, είναι το πιο σημαντικό στάδιο στη δημιουργία ενός έργου του. «Όταν μια σειρά έργων έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου αρχίζω να εντοπίζω σχέσεις μεταξύ τους και έτσι να παίρνω feedback για το πώς να συνεχίσω, απολαμβάνω τον εσωτερικό διάλογο», λέει.

Για τον Κωνσταντίνο Μουχταρίδη, το να προσπαθεί να ξεχωρίσει είναι ένας στόχος χωρίς μεγάλο νόημα. «Η ουσία είναι να εστιάζεις στην προσωπική σου εξέλιξη και παράλληλα είναι πολύ όμορφο να μη νιώθεις μοναδικός λόγω αυτού που κάνεις», λέει. Για τα social media πιστεύει ότι «βοηθάνε στην προβολή και την ορατότητα και εγώ προσωπικά νιώθω ότι σε ένα βαθμό έχω επωφεληθεί. Αλλά καλλιτεχνικά ή δημιουργικά δεν με βοηθάνε. Βέβαια, για να είμαι δίκαιος, γνωρίζω ότι υπάρχουν σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές που ασχολούνται ακριβώς με αυτό το κοινωνικό πεδίο που δημιουργούν τα social media και τις πραγματικότητες που παράγουν και το βρίσκω ενδιαφέρον». Αυτό που του λείπει στον καλλιτεχνικό χώρο είναι η εστίαση με βάθος, ενώ επιτυχία θεωρεί, όπως λέει, «να μπορώ να συνεχίσω να ασχολούμαι με όσα πραγματικά με ενδιαφέρουν και να νιώθω ότι βρίσκομαι μέσα σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον όπου μπορώ να εξελίσσομαι. Φυσικά, σημασία έχει επίσης να δημιουργώ έργα με μια διακριτή ταυτότητα. Υποθέτω πως αυτό προκύπτει από τη συστηματική ενασχόληση και από τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής και προσωπικής εικαστικής γλώσσας. Ας μείνω σε αυτό».

Στην πρώτη του ατομική έκθεση στην γκαλερί Kalfayan, που θα διαρκέσει έως τις 31 Ιουλίου, παρουσιάζει μια σειρά νέων έργων ζωγραφισμένων σε ξύλινα πάνελ. Αφετηρία για την ιδέα της έκθεσης ήταν οι αναπαραστάσεις των ανέμων στον Πύργο των Αέρηδων στην Πλάκα.

Κωνσταντίνος Μουχταρίδης. One Tear, 2026, τέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλινο πάνελ | tempera on gesso panel, 24.5 x 23.5 cm. Με την ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και των Kalfayan Galleries Courtesy the artist and Kalfayan Galleries.
Κωνσταντίνος Μουχταρίδης, «One Tear», 2026. Με την ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και των Kalfayan Galleries.
9 νέοι ζωγράφοι μιλάνε για την τέχνη τους σήμερα
Κωνσταντίνος Μουχταρίδης, «Lyvas», 2026. Με την ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και των Kalfayan Galleries.
***
Καλλιόπη Παυλίδη | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
Καλλιόπη Παυλίδη | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν

Καλλιόπη Παυλίδη

Η Καλλιόπη Παυλίδη ζει και εργάζεται μεταξύ Αθήνας και Λος Άντζελες και αντλεί από τις διαφορετικές πολιτισμικές και υλικές τους πραγματικότητες, εξερευνώντας στο έργο της ζητήματα μνήμης, φθοράς, αντίληψης και μεταμόρφωσης, με την πρακτική της να κινείται μεταξύ σχεδίου και ζωγραφικής. Αναπτύσσει μια ζωγραφική γλώσσα που ισορροπεί μεταξύ υλικότητας και μεταφυσικού, διερευνώντας τόσο τον φυσικό χώρο όσο και τις αθέατες ενεργειακές και συναισθηματικές δομές που τον διαπερνούν.

«Ζώντας μεταξύ Αθήνας και Λος Άντζελες, τόπων που διαμορφώνουν την καλλιτεχνική μου ταυτότητα, με ενδιαφέρει αυτή η ένταση ανάμεσα στη μνήμη και το θέαμα, τη φθορά και την ψευδαίσθηση, και το πώς η ζωγραφική μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πέρασμα όπου αυτοί οι κόσμοι συναντιούνται. Μέσω της ζωγραφικής περιεργάζομαι την ύπαρξή μου και τα συστήματα (κοινωνικά, πολιτικά, προσωπικά, μεταφυσικά) που με περιβάλλουν».

Αναζητώντας τη μετουσίωση μιας μαγικής στιγμής σε ζωγραφική, νιώθει ότι κάνει πάντα μια έντιμη προσπάθεια, αλλά συχνά κάτι διαφεύγει. «Αυτό που αναζητώ είναι εκείνη η σπάνια στιγμή όπου η ζωγραφική αποκαλύπτει απρόοπτα μια μορφή μαγείας. Μερικές φορές αυτό απαιτεί μήνες δουλειάς, άλλες συμβαίνει μέσα σε ένα μόνο βράδυ. Είναι σαν η μαγεία να εμφανίζεται μόνο όταν είμαι πραγματικά έτοιμη να τη δεχτώ, χωρίς απαραίτητα να μπορώ να την εξηγήσω», λέει.

Καθοριστική στιγμή που την έκανε να επιλέξει τη ζωγραφική ήταν ένα βίντεο που είδε, όπως θυμάται, 50 φορές σε ηλικία 16 ετών, στο οποίο ο Toμ Γουέιτς έκανε μια περιήγηση στο εργαστήριο του Τζον Μπαλντεσάρι μιλώντας για τη δουλειά και τη ζωή του καλλιτέχνη. Σε κάποια φάση ακούγεται ο τελευταίος να δίνει συμβουλές για νέους καλλιτέχνες, λέγοντας: «You have to be possessed (which you can't will)».

Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα επηρεάζει αναπόφευκτα τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει και, κατά συνέπεια, τον κόσμο που ζωγραφίζει. «Τα τελευταία χρόνια όλοι είμαστε καθημερινά εκτεθειμένοι σε αδιανόητες εικόνες πολέμου και καταστροφής, ενώ συνεχίζουμε τη ζωή μας. Κοιτάζοντας έργα που έκανα το φθινόπωρο του 2023, στην αρχή του πολέμου στη Γάζα, συνειδητοποίησα ότι εικόνες που νόμιζα πως αφορούσαν μια προσωπική ερωτική απώλεια, όπως η έκρηξη στην καρδιά, μια μορφή που αγκαλιάζει μια νεκροκεφαλή ή ένα λευκό περιστέρι, στην πραγματικότητα εξέφραζαν κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμένα, ένα συλλογικό πένθος και μια προσπάθεια να μεταβολίσουμε το αδιανόητο», λέει.

Όταν κάποιες στιγμές στη διάρκεια της δημιουργίας χάνει τον προσανατολισμό της, δεν βλέπει ξεκάθαρα το επόμενο βήμα ή ρισκάρει χωρίς να ξέρει αν κάτι θα λειτουργήσει, καλείται να αντιμετωπίσει τον φόβο και να ακολουθήσει τυφλά το ένστικτο. Δεν το έχει μετανιώσει. Πιστεύει ότι η επεξήγηση της τέχνης «μπορεί κάποιες φορές ως πληροφορία να είναι χρήσιμη, ωστόσο φθείρει την εμπειρία της ανακάλυψης του τι σημαίνει ένα έργο για τον καθένα». Όσο για τη δυσκολία τού να ξεχωρίσει σήμερα ένας νέος ζωγράφος, απαντά ότι εξαρτάται από το ποιος είναι, από πού έρχεται και πού πηγαίνει.

Όταν τη ρωτώ για τον ρόλο των social media και την πίεση που υπάρχει να ακολουθήσει ένας καλλιτέχνης τις τάσεις, λέει ότι «online, από τη μία έχεις την ευκαιρία να δείξεις τη δουλειά σου σε μεγαλύτερο κοινό από ποτέ, από την άλλη όμως η ποιότητα της προσοχής του θεατή μειώνεται απελπιστικά. Γενικά δεν λογαριάζω τις τάσεις, ακολουθώ το δικό μου ενδιαφέρον για να αναπτύσσω όλο και περισσότερο τη δική μου γλώσσα, τον δικό μου κώδικα συμβολισμών και γραφών». Αυτό που της λείπει είναι η ιδέα μιας καλλιτεχνικής ουτοπίας όπου «οι καλλιτέχνες δημιουργούν και ανεβάζουν ο ένας τον άλλο, οι γκαλερίστες ψάχνονται και ανακαλύπτουν καλλιτέχνες στους οποίους επενδύουν, οι συλλέκτες έχουν όραμα και το γενικότερο αγοραστικό κοινό εμφανίζεται και δείχνει ενδιαφέρον».

Για την Καλλιόπη Παυλίδη «επιτυχία είναι να δημιουργείς χωρίς προϋποθέσεις και να ακολουθείς την κλωστή της περιέργειας και του πειραματισμού μέχρι το τέλος. Καλό είναι να υπάρχει και αναγνώριση μέσα από αυτό». Σε νέους ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με την τέχνη θα συνιστούσε «να ξεκινήσουν από το mindset της πώρωσης».

Καλλιόπη Παυλίδη. Athens, 2026, Λάδι σε κανβά, 100 x 135 cm, Image Credit: Eleonore Pitsos/Calliope Pavlides
Καλλιόπη Παυλίδη, «Athens», 2026. Φωτό: Eleonore Pitsos/Calliope Pavlides
Καλλιόπη Παυλίδη. Ateliér, 2024, Παστέλ και ξυλομπογιά σε χαρτί, 56 x 76 cm, Image Credit: Harkawik/Calliope Pavlides
Καλλιόπη Παυλίδη, «Ateliér», 2024. Φωτό: Harkawik/Calliope Pavlides
***
Ιάσονας Καμπάνης | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
Ιάσονας Καμπάνης | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν

Ιάσονας Καμπάνης

Ο Ιάσονας Καμπάνης γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε αργυροχρυσοχοΐα και σχέδιο κοσµήµατος στη Σχολή Mokume στη Θεσσαλονίκη. Από το 2007 ασχολείται µε τη ζωγραφική, τη φωτογραφία, τα ψηφιακά και τα σκηνογραφικά έργα. Το έργο του έχει τις ρίζες του στις απαρχές της λατρείας και στις µεσογειακές ανιµιστικές παραδόσεις, και είναι συντονισµένο με τη µυστική συγγένεια µε τα µη ανθρώπινα όντα και στην επαναµάγευση µε τα πνεύµατα του τόπου. Ασχολείται με τη ζωγραφική μέσα από την οποία διαμορφώνεται η προσωπική και καλλιτεχνική του ταυτότητα, λέγοντας ότι τα βρίσκει σχεδόν όλα μέσα σε αυτή.

Τα θέματα που τον απασχολούν και επανέρχονται διαρκώς στο έργο του είναι η σχέση του ανθρώπου με τον θεό του και με το θηρίο του. «Η σχέση με τον θεό μου αφορά την τοποθέτησή μου σε σχέση με τον κόσμο μου. Πιστεύω στον κόσμο μου; Τον εμπιστεύομαι; Ή εμπιστεύομαι μόνο τον εαυτό μου; Κι αν εμπιστεύομαι μόνο τον εαυτό μου, αναγνωρίζω το θηρίο μέσα μου; Το εμπιστεύομαι κι εκείνο; Το βλέπω ως θεό; Το θηρίο αυτό πώς τρέφεται; Πώς νικιέται; Το θηρίο είναι έκφραση φόβου, κι όταν θεοποιείται, δηλαδή αναγνωρίζεται ως λόγος, ο φόβος γίνεται ο νόμος. Κι ο νόμος παρέχει ασφάλεια. Αναγνωρίζοντας τον κόσμο, ολόκληρο τον κόσμο, ως κομμάτι μας και αντίστροφα, δεν στεκόμαστε πια εναντίον του αλλά μέσα του. Προσωπικά, το παλεύω. Και αυτήν τη σχέση αγάπης θέλω να μεταδίδει και το έργο», λέει.

Μιλώντας για το πόσο η πολιτική και η κοινωνική κατάσταση επηρεάζει τα έργα του, αναφέρεται στο κόκκινο χρώμα που αλλάζει, όπως αλλάζει και η σχέση του με τα άλλα χρώματα, αλλάζουν οι χαρακτήρες και οι σκηνές που ζωγραφίζει. Μέχρι εκεί. «Από εκεί και πέρα, δολοφονούνται παιδιά γύρω μας. Η γενοκτονία στην Παλαιστίνη επεκτείνεται, ο κόσμος εξευτελίζεται από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, και όλα αυτά μένουν όχι μόνο ατιμώρητα, αλλά χαίρουν υποστήριξης. Τα θηρία είναι σε μανία. Το θυμικό των ανθρώπων είναι ή καταπιεσμένο ή κατεσταλμένο. Η τέχνη επηρεάζει αυτήν τη στιγμή; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι χρειάζεται να σταθούμε πολύ μαζί και να έχουμε καθαρή θέση απέναντι σε όλα αυτά, γιατί ακόμα και η ουδετερότητα ασκεί επιρροή. Οπότε ναι, υπάρχουν αυτά τα στοιχεία στο έργο μου, με τρόπο υποβλητικό ή αλληγορικό, όχι περιγραφικό. Απευθύνομαι στο θυμικό», λέει.

Θεωρεί ότι όλα τα στάδια στη δημιουργία ενός έργου είναι σημαντικά, ωστόσο αυτό που απολαμβάνει περισσότερο είναι «οι αρχές των ιδεών, μέχρι να αποτύχουν». Όταν τον ρωτώ αν η τέχνη χρειάζεται επεξήγηση, απαντά ότι «η επεξήγηση χρειάζεται τέχνη. Και κάποια έργα χρειάζονται επεξήγηση για να είναι ολοκληρωμένα, ναι. Δεν βρίσκω την αυτονομία απαραίτητη. Προσωπικά, συνήθως με συγκινούν όσα στέκονται και χωρίς. Η πολλή επεξήγηση με περιορίζει συναισθηματικά. Εκτός αν έχει τέχνη. Κάθε εποχή έχει την τέχνη που την καθρεφτίζει. Στην Ελλάδα απαξιώνουμε για πλάκα και δεν συντονιζόμαστε με τα εκτός. Από εμένα ζητάω πάντα περισσότερη ελευθερία και ειλικρίνεια».

Μιλώντας για τον ρόλο των social media στην τέχνη και την πίεση που υπάρχει να ακολουθήσει κάποιος τις τάσεις, υποστηρίζει ότι «είναι χρήσιμα για δικτύωση, και μέσα από αυτά έχει γεννηθεί πολύ καλή τέχνη. Αν το έργο δεν σχετίζεται άμεσα με αυτά, δεν θα πάθει κάτι. Όσο για τις τάσεις, καμία πίεση, αλίμονο. Εάν κάτι σε αυτές έχει νόημα, με πολλή χαρά επηρεάζομαι».

Σε έναν νέο άνθρωπο που ξεκινά τώρα και θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη θα έλεγε «να το κάνει. Κι άμα δεν έχεις λεφτά, βρίσκεται ο τρόπος. Και είναι ωραίο, με την ετυμολογική του έννοια».

Αυτή την εποχή δουλεύει μια ιδέα που έχει ξεκινήσει εδώ και δύο χρόνια, μεγάλη σε μέγεθος και μορφή έργων, με θέμα την όρεξη του ανθρώπου να είναι θεός ή θηρίο. Βασίζεται στη σκέψη ότι ο άνθρωπος που στέκεται απέναντι στη φύση και όχι μέσα της είναι εκείνος που κινδυνεύει περισσότερο από την όρεξη αυτή. «Η ιδέα προσκαλεί το αρχαίο δίκαιο της γης ως πολιτισμική δύναμη, ως εξισορροπητική έκφραση που προϋπάρχει των ανθρώπινων νόμων, όπως το συναντάμε σε ιστορίες και έργα της Μεσογείου. Τον Σεπτέμβρη παρουσιάζω δύο έργα στην GNYP Gallery στην Αμβέρσα. Είναι μια έκθεση που επιμελείται ο Sam Steverlynck, με τίτλο “Un jardin d’hiver”, μια επαναφορά του θέματος του Marcel Broodthaers για την εξουσία των θεσμών», λέει.

Ιάσονας Καμπάνης. Tzafa, 125 x 122 cm, 2026, Courtesy of GNYP Gallery.
Ιάσονας Καμπάνης, «Tzafa», 2026. Με την ευγενική παραχώρηση του GNYP Gallery.
Ιάσονας Καμπάνης. The river is within us the sea is all about us, 207 x 254 cm, 2024.
Ιάσονας Καμπάνης, «The river is within us the sea is all about us», 2024
***
Δαυίδ Σαμπεθάι | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν
Δαυίδ Σαμπεθάι | Φωτ. Πάρις Ταβιτιάν

Δαυίδ Σαμπεθάι

Ο Δαυίδ σπούδασε Αρχιτεκτονική στη Σχολή Mackintosh στη Γλασκώβη και Ζωγραφική στο Glasgow School of Art. Η ζωγραφική είναι σίγουρα αυτό το ένα πράγμα που τον κάνει να νιώθει ο εαυτός του. «Είναι κάτι που χρειάζομαι να κάνω σχεδόν καθημερινά, θα ήταν πραγματικά βασανιστήριο να μην έχω τη ζωγραφική. Την αγαπώ γιατί είναι το καλύτερο μέσο για να πεις κάτι που δεν προσδιορίζεται εύκολα. Έχει την ιδιαίτερη συνθήκη ότι είναι το ίδιο μυστηριώδης και για τον ζωγράφο και για τον θεατή», λέει. «Ίσως λόγω του συνειρμικού τρόπου σκέψης μου, δεν ξέρω ποτέ που θα καταλήξει η ζωγραφική μου. Κάθε φορά που ξεκινάω ένα έργο είναι σαν να ξεκινάω ένα παζλ, τα κομμάτια του οποίου βρίσκω και χάνω στη διαδρομή και κάθε τόσο αναρωτιέμαι αν είμαι αρκετά καλός για να το ολοκληρώσω ή αν διάλεξα το σωστό παζλ».

Υπήρξαν δυο καθοριστικές στιγμές για να επιλέξει τη ζωγραφική, η μία όταν ήταν 15 ετών και βρήκε στο βιβλιοπωλείο ενός μουσείου το βιβλίο «Beautiful Losers» που αφορούσε το έργο καλλιτεχνών όπως ο Ρέιμοντ Πέτιμπον, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδέονται με το πανκ και την κουλτούρα του skateboarding. «Αυτό το βιβλίο μού έδειξε πώς μπορεί να είναι η ζωή μου στο μέλλον. Ο Ρέιμοντ εξακολουθεί να είναι από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες. Αργότερα, το 2008, όταν πήγα να σπουδάσω Αρχιτεκτονική στη Γλασκώβη, συνειδητοποίησα στο πρώτο τρίμηνο ότι θέλω να γίνω ζωγράφος και άλλαξα πορεία».

Η ανθρώπινη εμπειρία, το πώς είναι να υπάρχει κανείς ή κάτι στον κόσμο, είναι θέματα που επανέρχονται διαρκώς στο έργο του. «Η ζωγραφική είναι ένας μηχανισμός ενσυναίσθησης. Ίσως αυτό είναι και ένα βασικό κριτήριο για το τι κρατάω και τι πετάω σε ένα έργο, το να βγάζει μια συναισθηματική εντιμότητα κάθε φιγούρα, περιβάλλον ή αντικείμενο, το να μπορώ να ακούσω τη φωνή τους. Παράλληλα με όλα αυτά, η ίδια η ζωγραφική είναι πάντα το θέμα των έργων», λέει.

Όταν ρωτώ πώς η πολιτική και η κοινωνική κατάσταση επηρεάζουν το έργο του, απαντά ότι «ζούμε σε μια σχιζοφρενική συνθήκη, όπου γενοκτονίες και μια απάνθρωπη αντίληψη για τον κόσμο έχουν μπει στην καθημερινότητά μας και καλούμαστε κάπως να συνεχίσουμε τη ζωή μας στον ιδιωτικό μας χώρο και τον κοινωνικό μας κύκλο, ενώ φρικτά πράγματα τεράστιας κλίμακας συμβαίνουν δίπλα μας. Στη δουλειά μου τα τελευταία χρόνια είναι έντονα παρόν το βάρος της ιστορίας στο άτομο, στον καθένα από εμάς που εύχεται να βάλει φρένο σε αυτό το κατρακύλισμα στη βαρβαρότητα αλλά νιώθει αδύναμος. Η διαχείριση του φαύλου κύκλου της ανθρωπότητας, που τόσο καλά εξέφρασαν μεταπολεμικοί ποιητές σαν τη Βισουάβα Σιμπόρσκα και τον Κένεθ Πάτσεν, είναι πλέον κομμάτι του DNA της δουλειάς μου».

Το πιο κρίσιμο στάδιο στη δημιουργία του έργου του είναι όταν καλείται να πάρει ένα ρίσκο και όποτε νιώθει υπερβολικά σίγουρος ότι ξέρει τι κάνει και τι είναι το έργο, ενώ ελπίζει παράλληλα τα έργα του να είναι παράθυρα στον κόσμο. Πιστεύει ότι αν ένα έργο χρειάζεται επεξήγηση για να αποκτήσει φωνή, κατά πάσα πιθανότητα έχει αποτύχει. «Για μένα, τα δυνατότερα έργα είναι αυτά που η γοητεία και η έλξη που ασκούν στον θεατή έχουν μια διαχρονικά απροσδιόριστη φύση και κρατούν πάντα ένα μυστήριο για τον εαυτό τους», λέει. Για τον Δαυίδ Σαμπεθάι η επιλογή να είναι κάποιος καλλιτέχνης είναι αγώνας αντοχής, ενώ πιστεύει ότι τα social media έχουν λίγο παραπλανητικό ρόλο, οπότε δεν τον απασχολούν και πολύ. Οι τάσεις ακόμα λιγότερο. Πιστεύει ότι σήμερα ο κόσμος της τέχνης έχει γίνει υπερβολικά αυτοαναφορικός και του λείπει η επαφή με τον κόσμο. Όταν τον ρωτώ πώς σκέφτεται τα επόμενα χρόνια και τι προσδοκά, απαντά «να μπορώ να είμαι καθημερινά στο στούντιό μου, να συνεργάζομαι με ανθρώπους που μεταξύ μας υπάρχει εκτίμηση και θαυμασμός και είναι διαθέσιμοι να βρουν τρόπους να κάνουμε τα πράγματα στην καλύτερη δυνατή εκδοχή τους – αυτά είναι για μένα επιτυχία. Δεν θέλω να χάνω τον χρόνο μου με καταστάσεις και ανθρώπους που δεν νοιάζονται και δεν δίνουν έξτρα προσοχή. Θα συνεχίσω να πηγαίνω όπου με οδηγεί η περιέργειά μου και το ένστικτό μου».

Παίρνει μέρος στην ομαδική έκθεση της γκαλερί Eleftheria Tselios (Ιθάκης 42). 

Δαυίδ Σαμπεθάι. Existence is an animal substance, 2026, Μπαντανάδες, πυροχρώματα και γυαλί σε κεραμικά πλακάκια (εγκατάσταση), 111x232εκ.
Δαυίδ Σαμπεθάι, «Existence is an animal substance», 2026
Δαυίδ Σαμπεθάι. Get out of my kingdom, 2026, Ακρυλική ρητίνη, χρωστικές, λάδι και λαδοπαστέλ σε καμβά, 200x340εκ.
Δαυίδ Σαμπεθάι, «Get out of my kingdom», 2026
***
Αναστασία Παύλου | Φωτ. Leon Bricola
Αναστασία Παύλου | Φωτ. Leon Bricola

Αναστασία Παύλου

H Αναστασία Παύλου, μετά τις σπουδές ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, έκανε μεταπτυχιακό στο Institut Kunst της Βασιλείας, όπου ζει και εργάζεται. Το έργο της έχει τις ρίζες του στο κολάζ, αρχικά ως μέθοδο δημιουργίας εικόνων, στη συνέχεια ως πλαίσιο για τη σκέψη γύρω από τις εικόνες, τις σχέσεις τους και τον τρόπο με τον οποίο συνυπάρχουν στον χώρο, ενώ δημιουργεί ένα εικαστικό λεξιλόγιο μέσω της ζωγραφικής, του σχεδίου και της φωτογραφίας, εξερευνώντας την πράξη τού να κοιτάζει και να βλέπει, ενώ χαρτογραφεί τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι διαδικασίες παίρνουν μορφή στις εικόνες. Μέσα από τη ζωγραφική αναζητά «κάτι καινούργιο που είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει στην επόμενη εικόνα. Η διαδικασία αυτής της αναζήτησης είναι και η διαδικασία παραγωγής εικόνων». Η ζωγραφική είναι μια επιλογή που κάνει κάθε μέρα. «Νομίζω απλά συνέβη, δεν είναι κάτι που ένιωσα ποτέ ότι διάλεξα συνειδητά. Ο παππούς μου ήταν ζωγράφος, ίσως αυτό να επηρέασε λίγο την κατάσταση. Δεν τον έζησα πολύ, δυστυχώς, αλλά μεγάλωσα με τους πίνακές του γύρω μου», λέει.

Ανεξάρτητα από το τι προκύπτει ως σκέψη ή θέμα έρευνας κατά καιρούς, υπάρχουν κάποιες θεματικές οι οποίες είναι πάντα παρούσες όταν ζωγραφίζει. «Ο τρόπος με τον οποίο φτιάχνω εικόνες συμβαδίζει με τον τρόπο σκέψης μου – διερωτώμενη πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει το παρόν, εξετάζοντας τα απομεινάρια της καθημερινότητας και του κοντινού περιβάλλοντος. Αναζητώντας απαντήσεις, χαράζω μια πορεία, αποτυπώνοντας τι σημαίνει να έχει κανείς διανύσει τον χώρο και τον χρόνο για ένα αόριστο χρονικό διάστημα. Αντλώντας συχνά έμπνευση από τη λογοτεχνία, περιηγούμαι στον χώρο μέσω της συμβολικής σκέψης, όπου η σημασία ενός στοιχείου έγκειται στη μεταφορά ενός άλλου. Το πώς η ζωγραφική προκύπτει ως τρόπος παραγωγής εικόνων, και το πού τη συναντάμε σήμερα είναι σίγουρα δυο ερωτήματα που με απασχολούν σχεδόν καθημερινά», λέει.

Η αρχή και το τέλος ενός έργου είναι το πιο σημαντικό στάδιο στη δημιουργία του και η περίοδος που απολαμβάνει περισσότερο ως καλλιτέχνιδα.

Για την Αναστασία Παύλου η τέχνη δεν χρειάζεται απαραίτητα επεξήγηση. Υποστηρίζει ότι «είναι λίγο περίπλοκο μερικές φορές να εντοπίζουμε πού σταματάει η διαμεσολάβηση και πού ξεκινάει η επεξήγηση. Γενικά, πιστεύω πολύ στην αξία μιας ανεπηρέαστης και πηγαίας εμπειρίας από την πλευρά του θεατή. Αυτό για να γίνει χρειάζεται χώρο και οι πολλές κατευθυντήριες πολλές φορές δεν αφήνουν αυτόν τον χώρο».

Ενώ δεν νιώθει πίεση να ακολουθήσει κάποια τάση, ομολογεί ότι «είναι αλήθεια ότι πολύς κόσμος ανακαλύπτει τη δουλειά μας μέσω του Ιnstagram, οπότε καλό είναι να τη μοιραζόμαστε στην πλατφόρμα».

Όταν τη ρωτώ τι σημαίνει για εκείνη επιτυχία, τι τη φοβίζει περισσότερο ως καλλιτέχνιδα και πώς φαντάζεται τον εαυτό της τα επόμενα χρόνια, απαντά ότι δεν τη φοβίζει κάτι περισσότερο από το να νιώθει χωρίς έμπνευση. «Για μένα, επιτυχία σημαίνει να νιώθουν οι φίλοι και η οικογένειά μου περήφανοι. Όσον αφορά τη δουλειά μου, ελπίζω να εκπλαγώ ευχάριστα με το τι θα προκύψει τα επόμενα χρόνια. Κατά τα άλλα, φαντάζομαι τον εαυτό μου χαρούμενο».

Σε έναν πολύ νέο άνθρωπο που θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη θα έλεγε ότι δεν είναι εύκολο, αλλά αν το αγαπάς, το αντέχεις.

Όταν μιλήσαμε βρισκόταν στην Τιφλίδα της Γεωργίας, όπου έχει ανοίξει η ατομική της έκθεση. Τον Ιούνιο συμμετείχε στα Swiss Art Awards που παρουσιάστηκαν στη Bασιλεία της Ελβετίας και έχει προγραμματισμένη την επόμενη ατομική της έκθεση στη Βιέννη, στην γκαλερί Felix Gaudlitz, για τις αρχές του 2027.

Αναστασία Παύλου | The Pains of the Pure at Heart, 2025. Oil, gesso, water on canvas.
Αναστασία Παύλου, «The pains of the pure at heart», 2025
Αναστασία Παύλου | Field I, 2026. Oil, gesso, water on canvas.
Αναστασία Παύλου, «Field I», 2026
 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΣΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Scroll to top icon