ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΣΙΓΟΥΡΑ ΑΧΑΡΟ και μάλλον ανάρμοστο το να επανέρχεται κανείς (ένας άνδρας αρθρογράφος μάλιστα) στο θέμα των ημερών που έχει να κάνει με το «ελληνικό #MeToo» και τις σχετικές καταγγελίες που προς το παρόν μοιάζουν να περιορίζονται κυρίως στα συγκοινωνούντα σύμπαντα του θεάτρου και του θεάματος.

 

Άσε που ενδέχεται να θεωρηθεί ότι ανήκει σ' αυτό το μουλωχτό είδος του fake «ευαίσθητου φεμινιστή» που επιδιώκει να ρίξει γκόμενες – είδος που έχει θεριέψει μέσα στην πανδημία, εξ όσων μπορώ να καταλάβω, από τις διαμαρτυρίες που εκφράζουν, δημόσια ή ιδιωτικά, φίλες και γνωστές για τις ψηφιακές παρενοχλήσεις που δέχονται μέσω μηνυμάτων από τους διάφορους «πέφτουλες του lockdown».


Το θέμα όμως της χρόνιας κακοποιητικής δραστηριότητας εκ μέρους διευθυντών, προϊσταμένων και πάσης φύσεως εξουσιαστών, που άνοιξε μέσω των δημόσιων καταγγελιών, είναι πολύ σοβαρό, είναι κοινωνικό και πολιτισμικό, είναι ζήτημα κουλτούρας και παιδείας, που λένε. Και κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε εσωτερική υπόθεση ξεκατανιάσματος και ξεκαθαρίσματος λογαριασμών του εγχώριου θεατρο-τηλεοπτικού συμπλέγματος με πρωταγωνιστές ομιλούσες κεφαλές που περιφέρονται στα πρωινομεσημεριανάδικα, τα όποια έχουν το θράσος να εμφανίζονται ως προασπιστές της γυναικείας χειραφέτησης ενώ αποτελούν τον κατεξοχήν χώρο όπου ο ρόλος της γυναίκας συμπιέζεται και εξευτελίζεται συστηματικά και σε καθημερινή βάση.

 

Εν αναμονή των νέων «ηχηρών» καταγγελιών, μοιάζει πλέον ορατός ο κίνδυνος να χαθεί ο στόχος που είναι να αναπνέουν καλύτερα και να μπορούν να κάνουν απερίσπαστες την δουλειά τους οι γυναίκες σε πάσης φύσεως γραφειακά, εταιρικά, εργασιακά περιβάλλοντα.


Εκτός από τον κίνδυνο να χαθεί η δυναμική ενός δίκαιου κινήματος μέσα σε μια μιντιακή θολούρα ίντριγκας, κουτσομπολιού και αναμονής του επόμενου «μεγάλου ονόματος» (σα να πρόκειται για σίριαλ ή μάλλον για ριάλιτι που στήνει κλίμα έντασης για το επόμενο επεισόδιο), ο περιορισμός των καταγγελιών στον συγκεκριμένο χώρο ενισχύει τα αντικαλλιτεχνικά ένστικτα και τον αντιδιανοουμενισμό ενός κοινού που θέλει να πιστεύει ότι ο κόσμος της τέχνης και του θεάματος κυριαρχείται έτσι κι αλλιώς από περίεργα κυκλώματα, ανόσιες συναλλαγές, εκβιασμούς, γκρίζες ζώνες, όργια και ανωμαλίες.


Μπορεί στην Αμερική να ξεκίνησε η ιστορία από τον χώρο της κινηματογραφικής παραγωγής και της ευρύτερης showbiz, γρήγορα όμως διαχύθηκε και σε άλλα επαγγελματικά πεδία, όπως αυτό των δημοσιογραφικών μέσων.

 

Εδώ αντιστοίχως, επικρατεί σιγή ασυρμάτου στη συγκεκριμένη δουλειά, γεγονός που καθιστά λίγο υποκριτικό το να γράφουμε πανηγυρισμούς για τη γενναιότητα των γυναικών που τολμούν να καταγγείλουν περιστατικά κακοποίησης σε άλλους χώρους.


Εν αναμονή των νέων «ηχηρών» καταγγελιών, μοιάζει πλέον ορατός ο κίνδυνος να χαθεί ο στόχος. Που δεν είναι φυσικά η τροφοδοσία των μέσων με πιασάρικο περιεχόμενο, με κραυγαλέες αποκαλύψεις εις βάρος επωνύμων, με σαγηνευτικά σκοτεινό υλικό, με παραστάσεις σεξ και βίας σε μοβ φόντο. Ο στόχος είναι να αναπνέουν καλύτερα και να μπορούν να κάνουν απερίσπαστες τη δουλειά τους οι γυναίκες σε πάσης φύσεως γραφειακά, εταιρικά, εργασιακά περιβάλλοντα. Επίσης να μην απειλούνται με κωλόχερα οι μαθήτριες, να μην πλευρίζονται από καθηγητές οι φοιτήτριες, να λήξει το πάρτι του κάθε διευθυντικού στελέχους που καλεί στο γραφείο του μια υφιστάμενή του χωρίς να έχει στο μυαλό του τη δουλειά, κλείνει την πόρτα και ζητά να μην τον ενοχλήσει κανείς.

 

Συμβαίνει παντού, «συμβαίνει και στην πολιτική – για να δουλέψεις πρέπει να κοιμηθείς με έναν σκατόγερο», όπως γλαφυρά το έθεσε το θέμα ο Απόστολος Γκλέτσος, ο οποίος μοιάζει να έχει εμποτιστεί με τον ορό της αλήθειας από τότε που εγκατέλειψε τον χώρο του θεάματος. Και θα ήταν κρίμα κάτι τόσο σοβαρό και κρίσιμο να γίνει εργαλείο εκμετάλλευσης ή αφορμή για συντεχνιακό ξεκαθάρισμα.