Είμαστε ή παριστάνουμε τους κοσμοπολίτες. Μας είναι εξαιρετικά γοητευτική η ιδέα, η πλάνη για την ακρίβεια ότι στον πολιτισμένο – και εξ ορισμού δυτικό – κόσμο, η θέση της γυναίκας, μετά από αγώνες, διεκδικήσεις, κάποτε και ακρότητες σταθεροποιείται σταδιακά σε ένα ιδανικό σημείο: καμαρώνουμε για τις φίλες, τις μητέρες, τις συναδέλφους μας και όσα έχουν καταφέρει.

 

Κάποτε περνάμε και στάδια new age ακρότητας και ανόητων γενικεύσεων. Ότι οι άντρες είναι κατώτερο είδος, ότι είμαστε καλύτερες σε όλα, ότι όλο το αρσενικό γένος είναι από τη γέννα του ελαττωματικό, γεμάτο εργοστασιακά λάθη. Ανοησίες, φυσικά.

 

Και μετά συμβαίνουν μικρά απερίγραπτα ηλεκτροσόκ στην πολιτισμένη καθημερινότητα μας (από το φαινομενικά ανώδυνο μπούλινγκ την ώρα που παρκάρει κάποια, μέχρι τα σοβαρά σεξιστικά περιστατικά στον εργασιακό χώρο) και αναγκάζεσαι από το ειδικό και το μικρό να περάσεις στο γενικό και συνολικό: διαβάζοντας αυτό και αυτό και αυτό,συνειδητοποιείς με τρόμο ότι καμία σεξουαλική επανάσταση και κανένα κίνημα, όχι απλώς δεν κατάφερε να απενοχοποιήσει το γυναικείο σώμα – ως σχήμα, ως λειτουργία και ως μέσο -, αλλά ακόμη και σήμερα διεξάγονται πόλεμοι (πραγματικοί και άρρητοι) από και για αυτό. Και φυσικά όλα αυτά, όχι μόνο σε κοινωνίες που ντρέπονται για τη γυναικεία ανατομία   και τη δαιμονοποιούν, αλλά στα πλέον αναπάντεχα σημεία της δυτικής κουλτούρας και δημόσιας ζωής. Στο σπίτι, στο γραφείο, στις σχέσεις, σε μεγάλες αθλητικές εκδηλώσεις, στην πολιτική.

 

Διπλώνουμε τη σερβιέτα 100 φορές μέσα στο χέρι μας για να διανύσουμε την απόσταση από το γραφείο στο μπάνιο, όταν έχουμε περίοδο. Δεν λέμε «έχω περίοδο», αλλά χρησιμοποιούμε ανόητους ευφημισμούς και βολευόμαστε με τα υπονοούμενα των γιαγιάδων μας, για να συνεννοηθούμε – πολλές φορές ακόμη και μεταξύ μας. Φοβόμαστε μην προκαλέσουμε αηδία, γιατί έτσι μας έχουν μάθει. Ακόμη κι αν δεν συνέβαινε στον δικό μας μικρόκοσμο, στο σπίτι και την οικογένεια, ωστόσο, μας προετοίμασαν ότι μπορεί να συμβεί σε μεγαλύτερα κοινά.

 

 

Καμία σεξουαλική επανάσταση και κανένα κίνημα, όχι απλώς δεν κατάφερε να απενοχοποιήσει το γυναικείο σώμα – ως σχήμα, ως λειτουργία και ως μέσο -, αλλά ακόμη και σήμερα διεξάγονται πόλεμοι (πραγματικοί και άρρητοι) από και για αυτό.

 

Μας φλερτάρουν και πισωπατάμε, ασχέτως αν υποδυόμαστε τις απελευθερωμένες. Έχουμε πειστεί ότι ο κυνηγός είναι άλλος, γι’ αυτό ακόμη και σήμερα το διαδίκτυο βρίθει από άπειρα, ίδια κι απαράλλαχτα ανέμπνευστα άρθρα με τίτλο: Sex από το πρώτο ραντεβού; Τα υπέρ και τα κατά. Και στο διαδίκτυο, τίποτα δεν υπάρχει τυχαία. Είναι τα άρθρα με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα και αυτή μαρτυρά αυτό που μας απασχολεί.

 

Μπερδεύουμε την τρυφερότητα με τη δέσμευση και ακόμη και σήμερα θεωρούμε το σεξ ως υπόσχεση σχέσης, ότι θα υπάρξει συνέχεια, ότι δεν θα μας «γελάσουν», ότι δεν θα παίξουν μαζί μας. Ψιθυρίζουμε, όταν παραδεχόμαστε ότι κάποιος μας ενδιαφέρει, για να μην ακουστούμε και δεν εισακουστούμε και τι θα πουν για εμάς μετά. Στην επαρχία, όλα αυτά κι άλλα τόσα, στη νιοστή.

Φυσικά, υπάρχει κι όλο αυτό το θυμωμένο κύμα της αντίπερα ακρότητας. Φεμινισμός του ουρλιαχτού, αξύριστες μασχάλες και πέτρα αναθέματος στην περιποίηση, body loving κινήματα στα άκρα. Ενδιάμεση κατάσταση, σπανίως έως και ποτέ. Ή μαρσάρισμα ή νιαουρητό. Η δεκαετία του ’80 και του ’90 πέρασαν μ’ εκείνο το θλιβερό μότο «εγώ είμαι αντράκι» και στα 00s, όταν το εργοστάσιο έπαψε να βγάζει «αντράκια», ξεφύτρωσαν παντού κλώνοι ελληνίδων παρουσιαστριών, της μεσημεριανής ζώνης, κατά προτίμηση.

 

Προσωπικά δεν συμπαθώ τον ακτιβισμό της Dunham. Ίσως γιατί διαισθάνομαι ότι προσπαθεί πολύ για να πείσει τον εαυτό της πρώτα. Όταν δεν πασχίζει τόσο πολύ, την προδίδει κι αυτήν το σώμα της – και καλώς ή κακώς, ανεξαρτήτως φύλου, ο τρόπος που κάνουμε κάτι, το πώς μιλάμε και κινούμαστε, φλυαρεί και για τον τρόπο που το διδαχθήκαμε.

 

Και ειλικρινά, θα ‘θελα να ‘ξερα πώς θα αντιδρούσε, μακριά από κάμερες και προετοιμασμένα κείμενα, αν άκουγε αυτό που άκουσα τον περασμένο Ιανουάριο από καθηγητή κοινωνιολογίας, ότι «όσο μεγαλύτερο το ποσοστό θηλυκοποίησης ενός επαγγέλματος, τόσο πιο ραγδαία η απαξίωση του επαγγέλματος αυτού»… (sic). Επειδή, όμως, δεν αντέχεται και η χυδαία προτυποποίηση (τόσα εκατοστά η μέση, τόση η περίμετρος του στήθους, τόσο το πάχος των φρυδιών), σε όλο αυτό το χάος η Dunham είναι κάτι.

 

Το αξιοπερίεργο είναι πώς μετά απ’ όλη αυτή τη φεμινιστική ατζέντα υπάρχουν ακόμη γυναίκες – κορίτσια που ζουν στην καρδιά της αντίθεσης. Από τη μία ιέρειες του σεξ, από την άλλη βαθιά σκλάβες της άγνοιας (τα ποσοστά ανήλικων εγκύων καλπάζουν στη Βρετανία και τη Γαλλία. Στην Ιρλανδία, σύμφωνα με χθεσινό δημοσίευμα του Guardian οι παράνομες εκτρώσεις ευθύνονται για τη ραγδαία αύξηση θνησιμότητας νεαρών γυναικών). Από τη μία κούκλες σε συσκευασία κι από την άλλη έρμαια της μοναξιάς και της προσωπικής δυστυχίας. Από τη μία στοχοπροσηλωμένες ακτιβίστριες υπέρ των γυναικείων δικαιωμάτων και την ίδια στιγμή τύραννοι και αρνητές του αντρικού φύλου.

 

Και η πλάνη συνεχίζεται μέσα στις δεκαετίες, οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη, φαινομενικά μιλάμε για πρόοδο – στην ιεραρχία των επιχειρήσεων, στην εκπροσώπηση των γυναικών στην κεντρική πολιτική σκηνή, στις επιστήμες και το ακαδημαϊκό / ερευνητικό έργο – αλλά, επί της ουσίας η διεκδίκηση γίνεται ακόμη με φωνές και μηδενική ψυχραιμία, ακόμη με νεύρα, ακόμη δεν μάθαμε να αγαπάμε το σώμα μας. Από τον τρόπο που το στραγγαλίζουμε και το ζουλάμε, κατά τα πρότυπα της εποχής, από τον τρόπο που μας σέρνει η μόδα και οι εκάστοτε επιταγές της, από την ψευδαίσθηση ότι εμείς κινούμε την παγκόσμια αγορά, υπνωτίζοντας η μία την άλλη μέσα από την τέχνη της διαφήμισης, από το άγχος μας να εκπληρώσουμε τη μητρότητα, ως αποστολή, κι ας δυστυχήσουμε.

 

Σε κάποιο σημείο πρόσφατης συνέντευξης τους, οι δημιουργοί του γαλλικού φανζίν "L'antisèche du clito" αναφέρουν ότι το γυναικείο σώμα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα του πατριαρχικού πολιτισμού. Και η έλλειψη αγάπης προς αυτό και η ανυπαρξία ψυχραιμίας που υπονομεύεται από τα βολικά κλισέ και η ανατροφοδότηση ενός πλαισίου ψευτοντροπής και εξαναγκασμένης σεμνότητας, ας προσθέσουμε, που μας αποτρέπει με σύστημα και συνέπεια να αντιμετωπίσουμε ή να χαρούμε όσα έχουμε και όσα μας συμβαίνουν.  

 

Όλη αυτή η απανωτή ειδησεογραφία για το μπουρκίνι και τις (θλιβερές) δικαιολογίες της δημιουργού του, για την αναποτελεσματική σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των Γάλλων, για την απέραντη σωματοποιημένη μοναξιά και τον πληθυσμιακό μαρασμό των Ιαπώνων, ίσως είναι απλώς τα μεγεθυμένα, οφθαλμοφανή πια, αποτελέσματα μακροχρόνιων διχαστικών εντολών προς τα γυναικεία σώματα.

 

(Μια εξαιρετική καταγραφή για όλο αυτόν τον πόλεμο που μαίνεται με αφορμή το γυναικείο φύλο μπορεί κανείς να βρει στο βιβλίο «Το φύλο της τεχνολογίας και η τεχνολογία του φύλου», σε επιμέλεια Μαρίας Ρεντετζή. Εκεί, το γυναικείο σώμα, στη διαχρονία του, ως εμπόδιο και ως εργαλείο, εξηγεί ένα μεγάλο κομμάτι του σήμερα και της αντιμετώπισης του γυναικείου φύλου σε δουλειές και σταματημένες φιλοδοξίες, στο marketing και στις έμφυλες διακρίσεις).   

 

Και επειδή, παρεμπιπτόντως, τα πιο σκληρά σχόλια εναντίον γυναικών – από την υπόθεση της Χερντ μέχρι το περιστατικό με την κολυμβήτρια που τόλμησε να αναφερθεί στην περίοδο της και από εκεί στο κεφάλαιο «μπουργκίνι» – τα έχω δει διατυπωμένα από γυναίκες, ίσως, μια κάποια λύση, πέρα από τη στοχοπροσηλωμένη φεμινιστική ατζέντα, πέρα από τη γνώση και την ενημέρωση να είναι το πραγματικό ενδιαφέρον για τον εαυτό μας και τις άλλες γυναίκες, κορίτσια (σαν εσένα), που όση συγκρότηση κι αν έχουν κάποτε δεν ξέρουν που να σταθούν.