Από χτες, το πολυσυζητημένο διαφημιστικό σποτ των Jumbo με την Άντζελα Δημητρίου να παραγγέλνει στο φινάλε στον καλό της να «χτυπήσει σαν άντρας» (όχι εκείνη ή κάποια άλλη γυναίκα αλλά ένα... κόκκινο πασχαλινό αβγό) αναμεταδίδεται δίχως την επίμαχη φράση. Την απόφαση έλαβε το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας ύστερα από αίτηση ελέγχου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας η οποία το χαρακτήρισε «σεξιστικό κι επικίνδυνο», στο βαθμό που παρουσιάζει εγκληματικές συμπεριφορές ως «κανονικότητα» ή «επικοινωνία». Πολλές φεμινίστριες, γυναίκες που υπήρξαν θύματα οικογενειακής (δηλαδή ανδρικής, πατριαρχικής) βίας καθώς κι αρκετός προοδευτικός κόσμος πανηγύρισαν τη «νίκη», ενόσω άλλοι-ες εξέφραζαν τον σκεπτικισμό τους, καυτηριάζοντας τις «λογοκριτικές» πρακτικές και την έλλειψη χιούμορ. «Ας λογοκρίνουν λοιπόν και τα χαστούκια του Παπαμιχαήλ στη Βουγιουκλάκη στο Ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο»! Μη σας πω να απαγορευτούν και όλες οι ταινίες που έχουν σκηνές βίας ανά τον κόσμο», ήταν η αγανακτισμένη αντίδραση της ίδιας της «Λαίδης», που σημειωτέον έχει επίσης υπάρξει, κατά δήλωσή της, θύμα τέτοιας βίας. Ποιοι-ές έχουν δίκιο;

 

Όπως όμως συμβαίνει και στο σινεμά, το θέατρο, τη μουσική, την ποίηση, τη λογοτεχνία κ.λπ., έχει σημασία να ξεχωρίζει κανείς τη σάτιρα από τον ορίτζιναλ ρατσισμό, τον σεξισμό και τις διακρίσεις γενικότερα. Είναι βέβαια γεγονός ότι πολλές φορές οι «πλακίτσες» και τα «αστειάκια» βοηθούν να περνάνε ευκολότερα και πιο ανώδυνα μια σειρά οπισθοδρομικά έως βάρβαρα κοινωνικά στερεότυπα.



 

Καταρχήν η συγκεκριμένη εταιρία μάς έχει συνηθίσει σε θορυβώδεις καμπάνιες που περιλαμβάνουν συχνά αμετροεπή, κακόγουστα, ενίοτε και κακοποιητικά από πλευράς λόγου διαφημιστικά σποτ. Επιμένει μάλιστα χρόνια τώρα σε αυτή τη «γραμμή» κατά τη γνωστή συνταγή «ας λένε ό,τι θέλουν, αρκεί να προφέρουν το όνομά μας σωστά». Και η αλήθεια είναι ότι πολύ περισσότερος λόγος γίνεται για κάθε καινούργια διαφήμιση των εμπορικά θριαμβεύοντων και εν μέσω κρίσης Jumbo, παρά για το αν και πόσο στέκουν οι εναντίον της καταγγελίες περί «εργασιακού μεσαίωνα» (διαβάζω για αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών, εργοδοτική ασυδοσία, απολύσεις, εποχικές συμβάσεις με αμοιβές 2.25 Ευρώ την ώρα κι αυτό από μια εταιρία που παρουσιάζει εντυπωσιακούς τζίρους, άρχισε μάλιστα να επεκτείνεται και στα λοιπά Βαλκάνια).


Κατά δεύτερο, καθόλου δεν σπανίζουν γενικότερα οι διαφημίσεις που αναπαράγουν πατριαρχικά, σεξιστικά, μισογύνικα κι ετεροκανονικά στερεότυπα, έστω με τη μορφή του «χοντρού» αστείου. Και είναι εντυπωσιακό ότι εν έτει 2016 υπάρχουν διαφημιστές και διαφημιζόμενοι που, σε μια νεοσυντηρητική «ρελάνς», επαναφέρουν στη «μόδα» αναχρονιστικά έμφυλα πρότυπα της δεκαετίας του '50 με δήθεν "cult" περιτύλιγμα. Όπως όμως συμβαίνει και στο σινεμά, το θέατρο, τη μουσική, την ποίηση, τη λογοτεχνία κ.λπ., έχει σημασία να ξεχωρίζει κανείς τη σάτιρα από τον ορίτζιναλ ρατσισμό, τον σεξισμό και τις διακρίσεις γενικότερα. Είναι βέβαια γεγονός ότι πολλές φορές οι «πλακίτσες» και τα «αστειάκια» βοηθούν να περνάνε ευκολότερα και πιο ανώδυνα μια σειρά οπισθοδρομικά έως βάρβαρα κοινωνικά στερεότυπα. Υπόψη ακόμα ότι η διαφήμιση απευθύνεται κυρίως σε μικρά παιδιά – και μπορεί προσωπικά το «Ξύλο Βγήκε απ' το Παράδεισο» κι άλλες αντίστοιχες ταινίες ή λαϊκά άσματα (που ωστόσο θα ήταν ανόητο, μην πω και «ντεκαβλέ» να τα εκλαμβάναμε πάντα κυριολεκτικά) - να μη με παρακίνησαν ποτέ να χαστουκίσω γυναίκα, καθότι κι οι μπόμπιρες διαθέτουν αίσθηση του χιούμορ, μου πέρασαν ωστόσο στα «μουλωχτά» τη νοοτροπία ότι εντέλει ναι, «τα θέλει», ειδικά σε εποχές που δεν υπήρχε έμφυλη παιδεία και πλουραλισμός ερεθισμάτων.

 

Από την άλλη η πολιτική ορθότητα, όσο επωφελής και χρήσιμη σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αποδείξει ότι καταντά μια ακόμα δικτατορία της έκφρασης όταν χάνει το μέτρο ή μάλλον όταν αυτοανακηρύσσεται «μέτρο των πάντων». Ο νεοσυντηρητισμός έχει πολλά πλοκάμια, κάποια μάλιστα σε τυλίγουν ασφυκτικά με τις καλύτερες προθέσεις. Κι ενώ η κριτική αποδόμηση του κυρίαρχου λόγου και των διακρίσεων που εμφυτεύει κι αναπαράγει, της λεκτικής και όχι μόνο βίας που καλλιεργεί είναι αναμφίβολα εχέγγυο μιας πιο δίκαιης, ισότιμης κι ανοικτής κοινωνίας, δεν ξέρω πόσο ωφελεί και πόσο πράγματι ενδείκνυται να ξαναγράψουμε εξαρχής όλη την ανθρώπινη ιστορία, τέχνη και φιλοσοφία σε «πολιτικά ορθές» βάσεις - αμφιβάλλω κιόλας αν υπάρχει κάποιο απόλυτο κριτήριο για το ποιες θα είναι αυτές.


Αναφορικά με το συγκεκριμένο σποτάκι, αρχικά μου ξίνισε και μένα αυτό το ψευτοπαλικαρίστικο «χτύπα σαν άντρας». Γνωρίζω επίσης πως τέτοιες εκφράσεις μάλλον δεν φαίνονται τόσο διασκεδαστικές σε γυναίκες που έχουν κακοποιηθεί, βιαστεί ή υπέστησαν ενδοοικογενειακή βία – περιστατικά που σημειώνουν ανησυχητική αύξηση στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, «αγκαζέ» με την κρίση. Βλέποντάς το ωστόσο σαν σύνολο, δίχως την απομόνωση της επίμαχης φράσης, είναι νομίζω φανερή η σατιρική, αποδομητική, αυτοσαρκαστική του διάσταση – η «παρότρυνση» για χτύπημα είναι περιπαικτική, «άρχων του παιχνιδιού» στο φινάλε δεν αναδεικνύεται ο άντρας αλλά η γυναίκα και μόνο «θύμα» είναι το αβγό. Ναι, ξέρω, πάλι ετεροκανονικό ακούγεται, η κατεστημένη αρρενωπότητα και η συνυφασμένη με αυτή βία ως αυταξία, το θηλυκό που «ανδροποιείται» προκειμένου να ανταγωνιστεί το αρσενικό κ.λπ. Και ναι, ακόμα και μια εμπορική διαφήμιση (που από τη φύση της ασκεί συστημική προπαγάνδα, όπως ακριβώς έκαναν οι κομματικές διαφωτιστικές καμπάνιες στην πάλαι πότε κομμουνιστική Ανατολή) θα μπορούσε να επιλεγεί μια φράση που θα σεβόταν περισσότερο τις γυναικείες και όχι μόνο ευαισθησίες. Εννοείται δε ότι, όπως όλες οι μορφές λόγου κι έκφρασης, έτσι και το χιούμορ δεν είναι κάτι a priori ουδέτερο - συνιστά επίσης φορέα ιδεολογίας και οι χρήσεις του δεν είναι πάντα «αθώες».


Μπορεί όμως η σάτιρα (που βέβαια διαφέρει από την ειρωνεία) να υπάρξει δίχως το ανατρεπτικό, το αναρχικό, το ισοπεδωτικό, το δυσσεβές στοιχείο; Είναι τυχαίο πως ποτέ κανένα ολοκληρωτικό καθεστώς δεν χώνεψε τη σάτιρα, ότι το χαμόγελο μόνο καθ' υπαγόρευση ήταν ανεκτό; Θα «απαγορεύαμε» κι εμείς το «Περί Γέλωτος» χειρόγραφο του Αριστοτέλη όπως εκείνος ο τρελο-καλόγερος στο «Όνομα του Ρόδου», θα προτιμούσαμε να κάψουμε ολόκληρη βιβλιοθήκη ώστε να το εξαφανίσουμε από φόβο μην υπονομευτεί η όποια πίστη μας; Και πόσο θα διαφέραμε τότε από εκείνον; Υπόψη κιόλα ότι ο Αριστοφάνης, 2.500 χρόνια πριν, δεν δίσταζε να «βγάζει γλώσσα» στους ίδιους τους θεούς της πόλης του. Αρκετά απολαυστικές και ταυτόχρονα διαφωτιστικές για τα όρια της σάτιρας είναι εξάλλου οι παρωδίες που γνώρισε το σποτ της Άντζελας.


Για εκείνο πάντως που είμαι σίγουρος είναι ότι η ΓΓ Ισότητας θα έκανε πολύ ουσιαστικότερη δουλειά αν παράλληλα πίεζε π.χ. ώστε να επικυρώσει επιτέλους η κυβέρνηση τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για τη βία κατά των γυναικών, αν στεκόταν δίπλα τους όταν καταπατούνται τα εργασιακά, ασφαλιστικά κ.λπ. δικαιώματά τους, αν συνέτρεχε ενεργά τις άνεργες, τις απολυμένες, τις μετανάστριες, αν παρενέβαινε συχνότερα σε έναν δημόσιο λόγο κατά κόρο ιεραρχικό, πατριαρχικό και σεξιστικό, συνακόλουθα δε με ανύπαρκτο ή κακόγουστο χιούμορ. Γεγονός είναι επίσης ότι, μ' αυτά και μ' εκείνα, το Jumbo το έκανε πάλι το «κομμάτι» του. Κι ενώ βρίσκω ενθαρρυντικό ότι ζητήματα διακρίσεων συζητιούνται πια ανοικτά και μπαίνουν δυναμικά στο τραπέζι και σε μια χώρα εμμονικά συντηρητική σαν την Ελλάδα, πιστεύω εντούτοις ότι μια πετυχημένη σάτιρα μπορεί να είναι πιο διαφωτιστική, «θεραπευτική» (κατά Χέγκελ) κι απελευθερωτική από ένα μάτσο πομπώδη μανιφέστα. Ότι προϋπόθεση της επιτυχίας της είναι η ανυπακοή της σε δόγματα, νόρμες και κανόνες κι ότι «μέτρο» της – γιατί βέβαια μήτε η σάτιρα έχει το ακαταλόγιστο – είναι το ήθος, η αισθητική και η ειλικρίνεια των προθέσεων.