ΑΠ' ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΕ Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΡΕΧΩ. Πάω έξω και τρέχω σε «αναζήτηση ψυχικής ισορροπίας» η νέα έτοιμη φράση, για να πεις πως φρίκαρες και χρειάζεσαι λίγο καθαρό αέρα. Η «σωματική μου άθληση», όπως και πολλών άλλων που τρέχουν γύρω μου, είναι περισσότερο από ποτέ προσπάθεια εξασφάλισης καθαρού μυαλού. Άλλες φορές πετυχαίνει, άλλες όχι.

 

Οι αγαπημένοι μου δρομείς στην πόλη είναι πρωινοί. Είναι οι πραγματικά ορεξάτοι, αυτοί που έχουν αποφασίσει ότι θα πιάσουν την πανδημία απ' τα μαλλιά και θα την ταρακουνήσουν μέχρι να βγάλει κάποιον καινούργιο εαυτό τους που είναι πολύ fit και έχει επιβιώσει από κάτι δύσκολο. Ξέρω ότι για πολλούς αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι εξοργιστικοί (ο τύπος του ανθρώπου που λέει «ξυπνάω 6 και γυμνάζομαι»), όμως έχουν και κάτι ρομαντικό και αφελές μες στην αφοσίωσή τους να σηκωθούν όντως πρωί πρωί και να αθληθούν, ενώ ο οικείος κόσμος καταρρέει, κι αυτό μου αρέσει.

 

Αργότερα βγαίνουν οι λιγότερο ετοιμοπόλεμοι, ανίκανοι να πιάσουν το οτιδήποτε απ' τα μαλλιά, που όμως έχουν μια έκφραση σαν πνιγμένοι. Συχνά τους ακολουθεί κάποιο παιδάκι που κλαίει ή κάποιο σκυλάκι που κατακτά τον κόσμο, κάνοντας την ανάγκη του. Περπατάνε λίγο και μετά αράζουν στον ήλιο. Έχουν κι αυτοί τη χάρη τους, συνήθως μέχρι ν' αρχίσουν να φωνάζουν στο παιδάκι που γλείφει τον Covid-19 από το κράσπεδο. Και το απόγευμα εμφανίζονται σαν τα σαλιγκάρια οι εργαζόμενοι με ωράριο γραφείου, μες στα νεύρα και με κινήσεις υπερβολικά αποφασιστικές ή μιλώντας σ' αυτά τα ακουστικά χωρίς καλώδιο, που δεν είμαι σίγουρη αν όντως τους συνδέουν με κάποιον συνομιλητή ή αν είναι απλώς ντεκόρ σε έναν μονόλογο οργής.

 

Χρειαζόταν η πανδημία για να συνειδητοποιήσουμε ότι, σε μια πόλη με αδιανόητα καλό καιρό, είναι ωραία να κάθεσαι έξω; Μπορεί. Πάντως, δεν είναι μόνο ωραία, πλέον είναι εργαλείο επιβίωσης.

Πάντως, σίγουρα είναι μια άλλη πόλη η Αθήνα τώρα. Μια πόλη όπου ο κόσμος αθλείται έξω, αράζει στα παγκάκια και συζητά, κάνει σχοινάκι και ακροβατικά και χορό και γιόγκα. Χρειαζόταν η πανδημία για να συνειδητοποιήσουμε ότι, σε μια πόλη με αδιανόητα καλό καιρό, είναι ωραία να κάθεσαι έξω; Μπορεί. Πάντως, δεν είναι μόνο ωραία, πλέον είναι εργαλείο επιβίωσης.

 

Μισούσαμε μέχρι τώρα τα πάρκα και το πράσινο στην πόλη; Ίσως όχι, αλλά έχω ακούσει τη σχετική απαξίωση σε συζητήσεις με ανθρώπους απ' όλα τα σημεία του πολιτικού φάσματος: από δεξιούς, που με κοιτάζουν σαν να 'χω ράστα όποτε λέω ότι είναι ωραίο να κάθεσαι στα πάρκα, μέχρι αριστερούς με προνόμια, που είναι πανέτοιμοι να καταδικάσουν κάθε προσπάθεια παρέμβασης στον δημόσιο χώρο απ' το λοφτ τους, όπου γυμνάζονται με personal.


Όμως οι δημόσιοι χώροι πρασίνου είναι χώροι με τεράστια σημασία για μια πόλη. Εκεί αθλούνται αυτοί που δεν έχουν να δώσουν στον personal ή κι αυτοί που έχουν, αλλά απολαμβάνουν τη λιακάδα. Εκεί γυμνάζονται οι πολίτες χωρίς να πληρώσουν και συναναστρέφονται συμπολίτες τους που δεν τους μοιάζουν (είναι ευχάριστο, στην Ομόνοια ή στις πλατείες της Κυψέλης, για παράδειγμα, να βλέπει κανείς ανθρώπους από αλλού να παίζουν επιτραπέζιο ή να καπνίζουν και να μιλάνε σε άλλες γλώσσες).


Οι χώροι πρασίνου στην πόλη είχαν περιέλθει σε μια ντροπιαστική κατάσταση εγκατάλειψης. Τον τελευταίο καιρό αυτό έχει αλλάξει. Σίγουρα βοηθάει και η κυριότητα που αισθάνεται ο κόσμος ‒ μη έχοντας πού αλλού να πάει, καταλαμβάνει δημόσιο χώρο κι έτσι «οικειοποιείται» αυτό που ούτως ή άλλως είναι δικό του. Γι' αυτό οι παρεμβάσεις στους δημόσιους χώρους πρέπει να περιλαμβάνουν τους πολίτες, να δίνουν χρόνο στη δημόσια συζήτηση και να είναι ταπεινές, μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή, να περιορίζονται δηλαδή στα αυτονόητα που για καιρό δεν είχαν γίνει, όπως καθαριότητα, περιποίηση και ασφάλεια (αλλά όχι μπούλινγκ με ΜΑΤ).

 

Δεν χρειάζονται ανοικονόμητες από κάθε άποψη υπερβολές, αντιαισθητικές παρεμβάσεις, που υποδηλώνουν ότι εδώ όλα είναι πιθανώς επιτρεπτά, και αδιαφορία για τη γνώμη των κατοίκων. Αντίθετα, όπου έχουν επιχειρηθεί πιο απλές και λιγότερο ακριβές παρεμβάσεις, οι πολίτες το βλέπουν, το αναγνωρίζουν και το απολαμβάνουν.


Ήδη πολλοί αντιμετωπίζουν τις βαριές ψυχολογικές συνέπειες αυτού που μας συμβαίνει κι αυτό θα κρατήσει καιρό. Χρειαζόμαστε τον πράσινο δημόσιο χώρο περισσότερο παρά ποτέ και περιορισμούς στο πλαίσιο της λογικής (π.χ. η στοχοποίηση όσων βγαίνουν για «προαυλισμό» δεν βοηθάει). Η αποστασιοποιημένη συνύπαρξη στον κοινό, δημόσιο χώρο θα μειώσει και τη μεταξύ μας απέχθεια, την οργή που τρέφουμε προς τους άλλους, επειδή είναι άνθρωποι με ανάγκη να κάνουν ανθρώπινα πράγματα, όπως το να κάθονται στον ήλιο και να συνομιλούν αποστασιοποιημένα με άλλους, ανθρώπινους ανθρώπους, αντί με online προφίλ.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.