Με περιμένει στο σχεδόν άδειο Flower της πλατείας Μαβίλη μια Κυριακή μεσημέρι, που έξω έχει 6 βαθμούς Κελσίου. Έχει κάτσει σε ένα τραπέζι μπροστά από την τζαμαρία που βλέπει στην οδό Δορυλαίου και πίνει τσάι, προσπαθώντας να αναγνωρίσει ένα τζαζ κομμάτι που παίζει από τα ηχεία. O Ινδός σερβιτόρος που έρχεται να μου πάρει παραγγελία με δυσκολία αρθρώνει μια-δυο ελληνικές φράσεις, ακόμα και αν αυτές περιλαμβάνουν τις λέξεις τσάι και μέλι, οπότε συμβιβαζόμαστε με τη μαγική φράση «Darjeeling Limited» που του είναι αυτομάτως κατανοητή. Ο Πάνος Θεοφανέλλης κλείνει φέτος 25 χρόνια ως ενεργό μέλος της εγχώριας δισκογραφίας («a quarter of a century, όπως λένε και οι Άγγλοι», μου λέει). Ξεκίνησε από τη Warner ως υπεύθυνος Τύπου («όταν γνώρισα τον Χρήστο τον Χατζή, ο οποίος ήταν DJ στο Diesel Bar της Κηφισίας), σύντομα ανέλαβε χρέη product manager στο ξένο ρεπερτόριο της εταιρείας, μετά στο ελληνικό και το 1999 πήρε μετεγγραφή για την BMG στο πόστο του διευθυντή, για να επιστρέψει και πάλι στη Warner μέχρι να αφήσει πίσω του το κεφάλαιο πολυεθνικές το 2005. «Είμαι η κλασική γενιά που μεγάλωσε με τον Γιάννη Πετρίδη. Εγώ μάζευα δίσκους από 12 ετών. Το μόνο πράγμα που έκανα ως πιτσιρικάς ήταν να ακούω μουσική και πάντα ήθελα να δουλέψω σε δισκογραφική, χωρίς να ξέρω ακριβώς τη δουλειά που έκαναν όσοι δούλευαν εκεί μέσα. Θυμάμαι ένα απόγευμα που πέρασα με τη μάνα μου έξω από το κτίριο της WEA στη Μεσογείων 319 και της είπα "εδώ θα δουλέψω μια μέρα". Έξω από το κτίριο υπήρχαν τα λογότυπα της Elektra, της Atlantic και της Warner, δηλαδή όλων των αγαπημένων μου εταιρειών. Ό,τι άκουγα εκείνο τον καιρό, Led Zepellin, Neil Young, Tim Buckley, κυκλοφορού- σε από αυτά τα labels».

Ο ΘΕΟΦΑΝΕΛΛΗΣ ήταν τυχερός γιατί έζησε από τα ψηλά κλιμάκια της βιομηχανίας τη «χρυσή» εποχή της δεκαετίας του '90 με τους παχυλούς μισθούς, τα δεκάδες δωρεάν ταξίδια σε εκθέσεις, συνέδρια, συναυλίες, φεστιβάλ, λίγο πριν η φούσκα που δημιουργήθηκε από την υπεραξία της σκάσει εκκωφαντικά (με τη βοήθεια του ίντερνετ και της πειρατείας), γεμίζοντας σαπουνάδες τα charts των επιτυχιών και τις πωλήσεις των δίσκων. Ήδη από τις αρχές του '90 είχε αρχίσει να έρχεται στο προσκήνιο ένα είδος μουσικής που μέχρι τότε ακουγόταν σε λούμπεν μαγαζιά στις παρυφές των εθνικών οδών και σε πανηγύρια και δισκογραφούνταν σε εταιρείες που βρίσκονταν σε μικροσκοπικά σκονισμένα γραφεία σε πολυκατοικίες της οδού Πειραιώς, κοντά στην Ομόνοια. Όταν ήρθε και η ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου και οι δισκογραφικές είχαν να αντιμετωπίσουν ένα νέο εγχώριο σταρ-σίστεμ που μάλλον δεν ήξεραν πώς να το διαχειριστούν σωστά. «Στα τέλη της δεκαετίας του '80, αρχές '90, είχε ξεκινήσει αυτός ο νεο-αστισμός με τα μπουζούκια. Πράγματα τα οποία ντρεπόσουν να παραδεχθείς ότι τα άκουγες νομιμοποιήθηκαν στη νέα αυτή κατάσταση. Ήταν το αποτέλεσμα της έκρηξης του '80, από τότε δηλαδή που ο λαός ξεκίνησε να ζει με λεφτά που δεν υπήρχαν. Αυτό που πληρώνουμε σήμερα, δηλαδή. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι το ελληνικό ρεπερτόριο από τη φύση του είναι ζημιογόνο. Σηκώνει αδιανόητο κόστος που δεν υπάρχει σε καμία άλλη χώρα. Ενώ παγκοσμίως το rate για συνθέτη και στιχουργό στα ποσοστά που πληρώνεις στον οργανισμό που ανήκουν είναι 9,009%, στην Ελλάδα, για να πάρεις το ρεπερτόριο για τον συνθέτη και τον στιχουργό, έπρεπε να πληρώνεις παρα- πάνω ποσοστά από αυτά που πλήρωνες στην ΑΕΠΙ. Δηλαδή, πλήρωνες στην ΑΕΠΙ 13%, στον συνθέτη 5 ή 6 ή 8%, ανάλογα με το πόσο μεγάλο όνομα ήταν, άλλα τόσα στον στιχουργό, συν τα δικαιώματα του τραγουδιστή. Οπότε, μόνο για τη δημιουργία του ρεπερτορίου έφτανες να είσαι μείον 25-30%. Αν σε αυτό προσθέσεις και τα λειτουργικά έξοδα, καθώς και αυτά της ηχογράφησης, προώθησης, συσκευασίας, κοπής, τότε το νούμερο εκτοξεύεται στο 130%, που σημαίνει ότι είσαι τρελά "μέσα". Ο μόνος τρόπος για να κερδίσεις χρήματα από ένα τόσο βαρύ κοστολογικά προϊόν είναι να πουλήσει πολλές χιλιάδες αντίτυπα, μόνο που αυτό έχει σταματήσει να συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια».

ΓΙΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ από δέκα χρόνια, αμφιβόλου ποιότητας τραγουδιστές, στιχουργοί και συνθέτες (αλλά και μάνατζερ και λοιποί αυλικοί) έκαναν περιουσίες στην πλάτη των δισκογραφικών που εθελοτυφλούσαν μπροστά στο καταστροφικό τσουνάμι που διαφαινόταν στον ορίζοντα. Μάλλον πολλά από τα στελέχη γλυκάθηκαν και από τις επαφές με τους νέους σταρ της νέας μπουζουκο-ποπ λαίλαπας και αντάλλαξαν μερικά λάθη στα reports τους με δωρεάν νύχτες στα «σκυλάδικα» της πόλης. «Τα ποσά που δόθηκαν ως αμοιβές και ως προκαταβολές στους καλλιτέχνες του εμπορικού ρεπερτορίου τη δεκαετία του '90 δεν αποσβέστηκαν ποτέ. Σβήστηκαν από τους ισολογισμούς των εταιρειών, αφού καταχωρήθηκαν ως ζημιές. Όλοι το έβλεπαν ότι καταρρέει όλο αυτό καθώς και ότι δεν υπήρχαν πια και οι δίσκοι που πουλούσαν 100 και 150 χιλιάδες ώστε να θρέφουν όλο το υπόλοιπο ζημιογόνο, προβληματικό κομμάτι της δισκογραφίας. Αλλά είναι σαν να είσαι πάνω στο κύμα και μόλις βγάζεις το κεφάλι σου να σκάει το επόμενο». Ο Θεοφανέλλης δεν αποποιείται των ευθυνών του. Ξέρει ότι υπήρξε μέρος τόσο της λύσης όσο και του προβλήματος. «Σαφώς και έχω ευθύνη κι εγώ απέναντι σε όλη αυτή την κατάσταση. Εδώ είμαι τα 25 τελευταία χρόνια. Σε αυτήν τη βιομηχανία εργάζομαι». Πώς, όμως, ένα πολυεθνικός κολοσσός, γνωρίζοντας όλη αυτή την κατάσταση, επιμένει να λειτουργεί με όρους ψιλικατζίδικου, πώς είναι δυνατόν οι μητρικές εταιρείες να αφήνουν την τύχη του πρόσημου του ισολογισμού τους σε στελέχη που διαιώνιζαν αυτό το προβληματικό μοντέλο διοίκησης; «Οι πολυεθνικές αναφέρονται στα κεντρικά γραφεία. Εκεί τα μπόνους του εκάστοτε διευθύνοντα συμβούλου εξαρτώνται και από το μερίδιο της Ελλάδας, οπότε τον συμφέρει να πηγαίνει τα πράγματα όσο πιο πίσω μπορεί και να μπαλώνει τις ζημιές ώστε να πάρει τα χρήματά, εφόσον ξέρει ότι τη μια μέρα είναι εδώ και την άλλη μπορεί να βρεθεί αλλού. Όλοι ήξεραν ότι το ελληνικό ρεπερτόριο ήταν ζημιογόνο. Αλλά από τις αρχές της δεκαετίας του '80, όταν υπήρχε στην Ελλάδα ανεπτυγμένο ένα κοινωνικό αίσθημα εναντίον των πολυεθνικών και των ξενόφερτων προϊόντων, οι πολυεθνικές "αναγκάστηκαν", τρόπον τινά, να ανοιχτούν και στο ελληνικό ρεπερτόριο για να καθησυχάσουν τις τοπικές αγορές για τις προθέσεις τους. Όταν, όμως, κατάλαβαν ότι επένδυαν σε ένα προϊόν που στην ουσία τούς μείωνε δραματικά τα κέρδη από τις πωλήσεις του ξένου καταλόγου άρχισαν να περικόπτουν τις επενδύσεις στο ελληνικό ρεπερτόριο».

Έχει την άνεση και τη σιγουριά που απέκτησε από την πολυετή τριβή του με τη μουσική βιομηχανία και κυρίως από την εμπειρία του ως γενικού διευθυντή της ifpi (της ένωσης δισκογραφικών εταιρειών) από το 2005 ως το 2009. Μια θέση (με αμοιβή 10.000 ευρώ τον μήνα, από ό,τι ακουγόταν τότε στην αγορά) που συνέπεσε με την έξαρση της πειρατείας στην Ελλάδα, τις πρώτες (έστω ελάχιστες) συλλήψεις και κατασχέσεις και το κυνηγητό των παράνομων links. Ο Θεοφανέλλης, λόγω της φύσης και της θέσης του, ήταν φυσικό να ηγηθεί της καμπάνιας ενάντια στην πειρατεία, κάτι που ικανοποιούσε μεν τις εταιρείες αλλά εξόργισε τους μουσικόφιλους που χρόνια διαμαρτύρονταν για τις τιμές των CD καθώς και για τη νέα γενιά αγοραστών που δεν αντιλαμβανόταν τη συνθήκη ότι «η μουσική δεν είναι ένα δωρεάν αγαθό». «Εκεί η δουλειά μου ήταν θεσμική και είχε να κάνει με lobbying για θέματα που αφορούν τη νομολογία των δικαιωμάτων της μουσικής και την προάσπισή τους μέσω των νόμων. Όσο για την πειρατεία, δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσει. Δεν παλεύεται. Είχαμε κάνει δεκάδες ραντεβού με οποιονδήποτε επίσημο φορέα είχε αρμοδιότητα πάνω στο θέμα, το υπουργείο Οικονομικών, το υπουργείο Εμπορίου, το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, αλλά δεν βγήκε ποτέ κάτι ουσιαστικό».

ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ, από το 2005 είχε ιδρύσει την Archangel, μια δισκογραφική προσανατολισμένη στην προσέγγιση της νέας ελληνικής ανεξάρτητης σκηνής, που εκείνη την εποχή είχε ξεκινήσει να δείχνει μια δυναμική, την οποία όμως οι δισκογραφικές δεν μπορούσαν να απορροφήσουν. Δεν ξέρω αν όντως ο Θεοφανέλλης είχε διαβλέψει ένα επιχειρηματικό κενό το οποίο θα κάλυπτε η Archangel, ή απλώς ήταν (εξαιρετικά) τυχερός όταν έφτασε στα χέρια του ένα ντέμο που έγραφε πάνω το όνομα Monika. Έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα για την εταιρεία του θα είχαν πάρει εντελώς διαφορετική τροπή αν το «Avatar» δεν είχε συμβεί ποτέ. «Με τη Monika το πίστευα από την πρώτη στιγμή. Άκουγα τα ντέμο ξανά και ξανά και ήξερα ότι αυτό που είχα στα χέρια μου ήταν κάτι σπουδαίο. Μέχρι στιγμής το "Avatar" έχει πουλήσει 23.000 αντίτυπα, νούμερο εξωπραγματικό για το αγγλόφωνο ρεπερτόριο». «Λεφτά βγάλατε; Πολύς κόσμος πιστεύει ότι βγάλατε πολλά». «Ναι, απέφερε κέρδη, τα οποία επενδύθηκαν στον επόμενο δίσκο της Monika, που ήταν πολύ πιο ακριβή παραγωγή».

ΕΠΙΣΗΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ένας ψίθυρος στην αγορά ότι μετά από την τεράστια επιτυχία της Monika, η Archangel έγινε πολύ προστατευτική μαζί της, ότι την υποχρεώνει να μη δίνει συνεντεύξεις χωρίς την άδειά της, ότι οι απαντήσεις της περνούν πρώτα από το κόσκινο των υπευθύνων της εταιρείας πριν σταλούν στα έντυπα, ότι ζητούν υπέρογκα ποσά για τις εμφανίσεις της και γενικά ότι ως εταιρεία ακολουθεί ένα αλαζονικό μοντέλο. «Δεν ισχύει αυτό. Δεν απαγορεύουμε σε κανέναν καλλιτέχνη μας να μιλήσει από δω ή από εκεί. Απλώς, βάζουμε τα πράγματα σε μια σωστή σειρά. Είναι μια συγκεκριμένη στρατηγική που ακολουθούμε και είναι θέμα σωστού επαγγελματισμού. Υπάρχουν φορές που δεν έχουμε συνεννοηθεί αρμονικά με κάποιους δημοσιογράφους, αλλά γενικά έχουμε καλές σχέσεις με τους περισσότερους. Πάντως, είναι γνωστό ότι στο εξωτερικό το συγκρότημα και η εταιρεία θα διαβάσουν τη συνέντευξη πριν δημοσιευθεί στο όποιο έντυπο», μου λέει χωρίς να χάνει ποτέ την ψυχραιμία του, ενώ στρίβει ένα τσιγάρο.

«ΕΧΕΙΣ ΜΕΤΑΝΙΩΣΕΙ για τη συμμετοχή σου στην κριτική επιτροπή του "Popstars" στο Mega, σε ένα πρόγραμ- μα χαμηλής ποιότητας από μουσικής άποψης;». «Ναι, υπήρχε μια εποχή που το μετάνιωσα, κυρίως επειδή ζορίστηκα με τη δημοσιότητα. Το έκανα, όμως, συνειδητά γιατί η Warner είχε τα δικαιώματα του σόου και ήξερα ότι το συγκρότημα που θα προέκυπτε -οι Hi 5- θα πουλούσε γρήγορα πολλούς δίσκους κι έτσι θα μπορούσε να παραμείνει ζωντανό το υπόλοιπο ελληνικό ρεπερτόριο της εταιρείας. Τελικά, η Warner δεν τήρησε τη συνθήκη και εκεί κατάλαβα ότι έπρεπε ή να φύγω ή να με φύγουν. Τελικά, τους ζόρισα να με φύγουν». Στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας ακούστηκε οτι η Archangel έκανε άνοιγμα και στη νυχτερινή διασκέδαση, αποκτώντας το 50% του ΤΩΡΑ Κ44 έναντι ενός ποσού που κυμαίνεται ανάμεσα στα 150 και 200.000 ευρώ, με προοπτική να το χρησιμοποιεί για τα lives των καλλιτεχνών της και όχι μόνο. «Δεν ισχύει κάτι τέτοιο, αλλά στο μέλλον ίσως και να ισχύσει», λέει ο Θεοφανέλλης, ίσως τη μοναδική στιγμή που δείχνει φανερά ότι θέλει να κρύψει κάτι. Ο Ινδός επιστρέφει για να πληρωθεί. Ο Θεοφανέλλης δίνει ένα πενηντάρικο, ο Ινδός βραχυκυκλώνει και ψελλίζει κάτι που μοιάζει με μάντρα και μάλλον εννοεί ότι θα προτιμούσε να του δίναμε ψιλά. «Πρέπει να φύγω γρήγορα. Η κόρη μου έχει ανεβάσει 39 πυρετό», μου λέει και δένει τα αθλητικά παπούτσια του με την τεράστια αερόσολα και εξαφανίζεται στην Βασιλίσσης Σοφίας.