Είμαι στην Α' Λυκείου και είμαι σκατά, έχω πρόβλημα με όλους και με όλα. Με το σχολείο, με τους συμμαθητές μου, με τους γονείς μου. Βασικά, κυρίως με τον εαυτό μου, γιατί κανείς δεν είναι σκατά με όλο τον κόσμο, αν δεν είναι σκατά με τον εαυτό του.

 

Είμαι 15 χρονών, πάσχω από μια εφηβική διαταραχή που δεν έχω ιδέα τι ακριβώς είναι και πηγαίνω από ψυχολόγο σε ψυχολόγο και κανείς δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι έχω και κανείς δεν μπορεί να με κάνει να νιώσω καλά.

 

Θέλοντας κάτι να αλλάξω, αρχίζω να κάνω παρέα με τους φίλους του ξάδερφού μου του Γιώργου, του αδερφού μου ουσιαστικά, αφού μαζί μεγαλώσαμε, μαζί ενηλικιωθήκαμε, μαζί έχουμε ζήσει σχεδόν τα πάντα.

 

Και γνωρίζω έναν νέο κόσμο που σ' εκείνη την ηλικία, αν έχεις φτάσει σε αδιέξοδο και νιώθεις ότι πνίγεσαι, είναι σαν να βρίσκεις ξαφνικά τον δρόμο προς την επιφάνεια και να παίρνεις μια τεράστια ανάσα.

 

Γνώρισα τον Ιωσήφ, τον Νίκο, τον Νικόλα, την Ανδρομάχη και αργότερα τον Χάρη και αρκετούς άλλους. Πηγαίναμε για ποτά στην Οκτάνα στα Εξάρχεια και κοπανιόμασταν σαν να μην υπάρχει αύριο, ακούγαμε Pixies σαν τρελοί και They Might Be Giants και Τρύπες και αμερικανική punk και όλα αυτά που μας βοηθούσαν να νιώθουμε ότι έχουμε έναν δικό μας κόσμο, καλύτερο από τον πραγματικό, και μαζευόμασταν σε σπίτια όποτε έλειπαν κάποιου οι γονείς και είχαμε τον ορισμό αυτού που λέμε «παρέα». Μια μεγάλη παρέα με πολλούς μικρούς πυρήνες. Και αυτό ήταν η αρχή πολλών πραγμάτων που ζήσαμε όλοι μαζί.

 

Και με όλα αυτά σκέφτηκα ότι τελικά τίποτα δεν έχει πάει χαμένο, καμία ωραία στιγμή δεν φεύγει ποτέ από μέσα μας και όλες αυτές οι στιγμές δεν είναι μόνο δικές μας. Είναι πια και των παιδιών μας, γιατί τα ανέμελα χρόνια μας και όλα αυτά που ζήσαμε παρέα είναι μέσα μας για πάντα, είναι συνέχεια μαζί μας και με έναν ιδιαίτερο τρόπο μας κάνουν να είμαστε αυτοί που είμαστε και κατ' επέκταση να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας όπως τα μεγαλώνουμε...

Κάποια στιγμή τελείωσε το σχολείο και πήγε ο καθένας αλλού να σπουδάσει, άλλοι στο Πολυτεχνείο, άλλοι στην Αγγλία, άλλοι αλλού και βρισκόμασταν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα και το καλοκαίρι και ήμασταν σαν σε διαφημιστικό που τρέχει ένα ανοιχτό αυτοκίνητο και ακούγεται δυνατά η μουσική.

 

Και γουστάραμε, γουστάραμε τη φάση μας, γουστάραμε τη ζωή με έναν τρόπο που μεγαλώνοντας δεν τον ξαναζείς και αυτό δυστυχώς δεν το ξέρεις μέχρι να αρχίσει να συμβαίνει.

 

 

 

Μια μέρα ήμασταν στην ταράτσα ενός εξοχικού σπιτιού που όλοι αγαπήσαμε πολύ ‒ είχε βγει τότε το άλμπουμ «Ideal Crash» των Deus και το ακούγαμε εμμονικά.

 

Kάποια στιγμή έρχεται στην ταράτσα αλαφιασμένος ο Ιωσήφ, φωνάζοντας «το έβγαλα, το έβγαλα» και αρχίζει να παίζει στην κιθάρα το «Instant Street» από αυτόν το δίσκο και με το που τελείωσε, σχεδόν ταυτόχρονα, αρχίσαμε όλοι να σπάμε ό,τι ποτήρι και μπουκάλι υπήρχε δίπλα μας, σαν να ήμασταν συνεννοημένοι, ενώ δεν ήμασταν, και δεν ξέρω αν έχετε τέτοια λίστα, αλλά στη δική μου λίστα με τα magic moments εκείνη η στιγμή είναι πάρα πολύ ψηλά.

 

Όπως και άλλες που ζήσαμε μαζί: ένα ξημέρωμα που γυρνούσαμε με το καΐκι από τις Σπέτσες στο Πορτοχέλι, οι νύχτες του Rock of Gods στη Φρεαττύδα, το πρώτο πάρτι στην αποθήκη στην Πειραιώς, το πάρτι στο Πορτοχέλι, όλα αυτά που δημιούργησαν μια συλλογική, «παρεΐστικη» μνήμη.

 

Και περάσανε τα χρόνια και αρχίσαμε να δουλεύουμε και άρχισε η ζωή να σοβαρεύει και άρχισε να φεύγει σταδιακά η ανεμελιά, μέχρι που κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι είχε φύγει τελείως και αρχίσαμε να κάνουμε σοβαρές σχέσεις και γάμους και αποκτήσαμε καινούργια άγχη και πρωινά ξυπνήματα και «δεν θα έρθω να σας βρω σήμερα, είμαι κομμάτια» και «σόρι, παιδιά, αλλά δεν το έχω» και αρχίσαμε λίγο-λίγο να χανόμαστε και χάθηκε η έννοια της παρέας, τουλάχιστον όπως την είχαμε στο μυαλό μας. Ήταν λίγο σαν να είχε τελειώσει το πάρτι.

 

Κάποια στιγμή, το 2005, γνώρισα την πρώην γυναίκα μου και πριν το καταλάβουμε είχαμε παντρευτεί. Λίγο καιρό μετά ένας καινούργιος άνθρωπος μεγάλωνε στην κοιλιά της. Το 2010 γίναμε 4.

 

Απ' όλη την παρέα αυτή ήμουνα για πολλά χρόνια ο πρώτος και ο μόνος με παιδιά και αυτό δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη απόσταση, γιατί οι άνθρωποι με παιδιά βολεύει να κάνουν παρέα με ανθρώπους με παιδιά για λόγους που, φαντάζομαι, μπορείτε να φανταστείτε, ακόμα και αν δεν έχετε παιδιά.

 

Την Κυριακή το μεσημέρι βρεθήκαμε όλοι σχεδόν μαζί, μετά από καιρό. Είχε έρθει ο Νίκος για δύο μέρες από το Άμστερνταμ, όπου ζει με την Ιταλίδα γυναίκα του και τη νεογέννητη κόρη του, και με αφορμή αυτό κανονίσαμε να μαζευτούμε στο σπίτι του Ιωσήφ και της Μυρτώς.

 

Ήμασταν σχεδόν όλοι από την παρέα που είχαμε σπάσει ό,τι γυάλινο είχαμε βρει μπροστά μας εκείνο το βράδυ σ' εκείνη την ταράτσα. Και 7 παιδιά. Τα παιδιά μας. Ο Πάνος, ο Διονύσης, η Μαριλένα, ο Γιάννης, η Αλίκη, ο Μανόλης, ο Ηλίας, ένα φανταστικό σύνολο μικρών ανθρώπων από 1 έως 10 ετών.

 

 

 

Και σκεφτόμουνα ότι δεν έχουν ιδέα για εμάς, δεν έχουν ιδέα τι είναι όλα αυτά που έχουμε ζήσει μαζί, δεν έχουν ιδέα για όλα τα χιλιόμετρα που είχαμε διανύσει για να βρούμε ο ένας τον άλλον, δεν έχουν ιδέα πώς νιώθαμε όταν τα σπάγαμε στην Οκτάνα. Δεν ξέρουν ποιοι ήμασταν, δεν ξέρουν πώς ήμασταν μαζί.

 

Και εκεί που τα σκεφτόμουνα αυτά έβαλε δυνατά στα ηχεία ο Ιωσήφ το «Petrol» των Ash και αρχίσαμε να πετάμε μαξιλάρια στα πιτσιρίκια στον καναπέ και αυτά έπαθαν αμόκ, πηδάγανε στον καναπέ, μας πετούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους κι εμείς τους τα πετούσαμε πίσω και τότε, για μια μικρή στιγμή, ένιωσα ότι καταλαβαίνουν τα πάντα, ότι βλέπουν την προϊστορία μας, ότι νιώθουν πως είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν περάσει μεγάλες στιγμές μαζί και όχι μόνο το νιώθουν αλλά το γουστάρουν κιόλας.

 

Και με όλα αυτά σκέφτηκα ότι τελικά τίποτα δεν έχει πάει χαμένο, καμία ωραία στιγμή δεν φεύγει ποτέ από μέσα μας και όλες αυτές οι στιγμές δεν είναι μόνο δικές μας. Είναι πια και των παιδιών μας, γιατί τα ανέμελα χρόνια μας και όλα αυτά που ζήσαμε παρέα είναι μέσα μας για πάντα, είναι συνέχεια μαζί μας και με έναν ιδιαίτερο τρόπο μας κάνουν να είμαστε αυτοί που είμαστε και κατ' επέκταση να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας όπως τα μεγαλώνουμε...

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO