Πόσο περίεργο πραγματικά φαίνεται το να είσαι νεαρός δημοσιογράφος (ή οποιοσδήποτε είναι ο σωστός και «trending» όρος για τους στρατούς των κακοπληρωμένων και αιωνίως εκπαιδευομένων συντακτών μεγάλης ελαστικότητας και περιορισμένης ειδίκευσης) σ' αυτό το θολό και γεμάτο θόρυβο τοπίο των σύγχρονων media... Ειδικά όταν εκ των συνθηκών το ύφος και η θεματολογία σου επηρεάζονται και φιλτράρονται μέσα από τους «θαλάμους αντήχησης» («echo chambers») των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα διαρκώς μεταβαλλόμενα ήθη και έθιμά τους και τον τερατώδη συναισθηματισμό που συχνά εκπέμπουν οι αναρτήσεις εκεί μέσα, υποβοηθούμενες από τη δυνατότητα άμεσης δημοσίευσης (και άμεσου ξεκαυλώματος) που προσφέρει το Διαδίκτυο. Προσωπικός λόγος δίκην απομνημονευμάτων που, όταν δεν φαίνεται σαν υπολογισμένη και εμφατικά ευάλωτη διατριβή εξομολογητικού ύφους που στόχο έχει να τραβήξει την προσοχή από τα μαλλιά, μοιάζει με κλήση για βοήθεια ή με κραυγή απελπισίας.

 

Με βάση αυτό το σκεπτικό ενδεχομένως, η νεαρή Αμερικανίδα συνάδελφος (εκ της γενιάς των «millenials») Joanna Rothkopf, απόφοιτη της εγκρίτου Σχολής Δημοσιογραφίας του Columbia και με θητεία ήδη σε «Gawker», «Salon», «Huffington Post» και «New York magazine», επιχείρησε να τρολάρει αυτήν τη σύγχρονη (και ακατανίκητη) τάση, γράφοντας στην πλατφόρμα του Jezebel ένα κείμενο με τίτλο «Ζώντας με τις δικές μου αντιφάσεις» – ουσιαστικά, μια παρωδία τόσων και τόσων μακροσκελών «προσωπικών», αγρίως ναρκισσευόμενων και ελαφρά λογοτεχνιζουσών αναρτήσεων: «Αν μπορούσε να με δει ο νεαρός εαυτός μου τώρα, θα πάθαινε κρίση. Το να ζει κανείς σε μια πόλη σαν κι αυτή –γεμάτη σπασμένα μπουκάλια από επικίνδυνες, ζωντανές νύχτες, άδειες κούπες καφέ από μοναχικά, πονεμένα πρωινά, νεαρούς συγγραφείς απελπισμένους για ένα συμβόλαιο (καθένας τους σίγουρος ότι μόνο εκείνος το αξίζει, αν και εγώ το αξίζω πραγματικά)– τον απελευθερώνει από το βάρος της ταυτότητας... Κάποιες μέρες νιώθω σαν να μην είμαι κανείς, άλλες σαν να είμαι δύο γυναίκες. Όσο με διεγείρει η πόλη, άλλο τόσο με στεγνώνει. Ο χρόνος προχωρά, κι όμως παραμένει επίπεδος, στερεός και εντελώς ακίνητος – σαν βράχος ή σαν οποιοδήποτε έπιπλο...».

 

Η πλάκα (ή η τραγωδία ίσως) είναι ότι ανάμεσα στα κλεισίματα του ματιού με νόημα και στα σχόλια του τύπου «μας δουλεύει ή τρελάθηκε;» πολλοί από τους αναγνώστες του κειμένου αντέδρασαν σαν να επρόκειτο για αυθόρμητο και άξιο προσοχής εξομολογητικό παραλήρημα.


«... Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι έχω φτάσει στην ηλικία που είμαι. Είμαι τόσο μεγάλη συγκριτικά με το πόσο νέα ήμουν κάποτε, αλλά και τόσο νέα σε σχέση με το πόσο μεγάλη θα γίνω μια μέρα. Αν σκεφτεί όμως κανείς τη βασανιστική έννοια της ειδικής σχετικότητας, είμαι επίσης, κατά κάποιον τρόπο, χωρίς ηλικία. (Ένας κουρασμένος καθηγητής Αστροφυσικής μού το είχε εξηγήσει αυτό το κόνσεπτ –ότι δηλαδή όσο πιο γρήγορα ταξιδεύεις, τόσο πιο αργά περνά ο χρόνος– όταν ήμουν δευτεροετής στο κολέγιο. Λίγα λεπτά αργότερα φασωθήκαμε. Ξεχνώ το όνομά του). Ίσως η πραγματική μου ηλικία ξεκινά από τη σχέση μου με τους ανθρώπους που αγαπώ. Υπάρχει ένα αρχαίο ρητό που λέει ότι "αν έχεις μια ιδέα, χώσε την σ' ένα προσωπικό δοκίμιο σχετικά με τον εαυτό σου". Νομίζω ότι είναι από τη Βίβλο ή μπορεί και να το έβγαλα από το μυαλό μου. Από όπου κι αν προέρχεται πάντως –και μπορώ να μιλήσω μόνο από την εμπειρία της αργοκίνητης, αλλά γόνιμης ύπαρξής μου– μοιάζει αληθινό. Κάποιοι θα έλεγαν ότι η ζωή είναι σκληρή όταν οτιδήποτε κάνεις είναι αξίζει τόσο πολύ να απομνημονευτεί σ' ένα προσωπικό κείμενο. Σ' αυτό εγώ απαντώ: ας είναι. Είμαι παγιδευμένη σε μια φυλακή των δικών μου εσωτερικών αντιφάσεων. Είμαι όμορφη αναμφισβήτητα, αλλά συγχρόνως σαγηνευμένη από τη βαθιά εσωτερική ασχήμια την οποία μόνο μέσω των λέξεων μπορώ να προσεγγίσω. Είμαι ναρκισσιστικό αλλά και παθιασμένο άτομο. Πρέπει να μάθω να αναγνωρίζω τη σημασία μου και να της επιτρέπω να με συνθλίβει. Τι άλλο μπορώ να κάνω παρά να συνεχίσω;»

 

Η πλάκα (ή η τραγωδία ίσως) είναι ότι ανάμεσα στα κλεισίματα του ματιού με νόημα και στα σχόλια του τύπου «μας δουλεύει ή τρελάθηκε;» πολλοί από τους (υψηλού μορφωτικού και ψαγμένης αντίληψης υποτίθεται) αναγνώστες του κειμένου αντέδρασαν σαν να επρόκειτο για αυθόρμητο και άξιο προσοχής εξομολογητικό παραλήρημα, το οποίο μάλιστα κατόρθωσε να τους εμπνεύσει και να τους βοηθήσει σ' αυτήν τη δύσκολη φάση που περνάνε, όποια κι αν είναι αυτή.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO