Έχω προλάβει την εποχή που κανείς δεν χρησιμοποιούσε τη λέξη «βινύλιο» για τους δίσκους μουσικής. Μόνο αυτοί υπήρχαν ως επίσημο φορμάτ και οι κασέτες ήταν απλώς για να ηχογραφείς το αυθεντικό – ακόμα και οι λεγόμενες κασέτες εταιρείας έπαιζε αν μετρούσαν ή όχι, όταν κάποιος καλούνταν να απαριθμήσει τους δίσκους του. Εδώ και πολλά χρόνια, όμως, η λέξη χρησιμοποιείται κατά κόρον και με έντονους φετιχιστικούς (βοηθάει και η φύση του υλικού που ορίζει η λέξη) και ρετροφιλικούς (βλέπε, λόγου χάριν, '80s μαυσωλεία, όπως η ντίσκο Vinilio στη Γλυφάδα) συνειρμούς, από τη στιγμή ειδικά που όσοι αγοράζουν ακόμα μουσική σε χειροπιαστή, μη ψηφιακή μορφή, αγοράζουν –«συλλέγουν»– δίσκους βινυλίου, κοινώς πλέον βινύλια. Τα οποία προσέχουν ως κόρη οφθαλμού και μάλλον δεν τα χρησιμοποιούν για να σνιφάρουν γραμμές κόκας στην ετικέτα του δίσκου που περιστρέφεται στο πικ-απ, όπως συμβαίνει σε μια χαρακτηριστική σκηνή '70s καφρίλας στον πιλότο της νέας, πολυδιαφημισμένης τηλεοπτικής σειράς «Vinyl» που φέρει την υπογραφή δημιουργών όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε (που σκηνοθέτησε τον δίωρο πιλότο), ο Τέρενς Γουίντερ (βετεράνος συγγραφέας των «Sopranos», δημιουργός του «Boardwalk Empire» και σεναριογράφος του Λύκου της Γουόλ Στριτ) και... ο Μικ Τζάγκερ, ατυχώς. Ατυχώς, διότι εν μέσω ενός λαμπρού καστ εμφανίζεται ως κεντρικός χαρακτήρας ο ατάλαντος γιος του, ο Τζέιμς Τζάγκερ, στον ρόλο του «τζάνκι μηδενιστή» ηγέτη μιας πρωτοπάνκ μπάντας με το σαχλό όνομα Nasty Bits που αναδύεται από τις τέφρες του εγκαταλελειμμένου από νόμο και τάξη downtown Μανχάταν στα 1973.

 

 

 

Η σειρά συγκεντρώνει και ξετυλίγει ένα κάρο μύθους και πραγματικότητες που ήταν γνώριμες από τη ροκ παραφιλολογία σ' εμάς τους «γνώστες», αλλά πλέον είναι κοινό κτήμα, αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας, αφηγηματικός άξονας μιας μεγάλης και έγκυρης τηλεοπτικής σειράς, υποταγμένης στις φόρμουλες του είδους.


Η μπάντα αυτή αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, στη σειρά όμως αναφέρονται και εμφανίζονται σε δραματοποιημένη μορφή στο πρώτο διπλό επεισόδιο πραγματικά συγκροτήματα, με βαριά ιστορία. Όπως οι New York Dolls, που τότε τους ήξεραν μόνο οι πολύ καμένοι και οι πολύ ψαγμένοι και παρουσιάζονται να κατεδαφίζουν κυριολεκτικά το ιστορικό Mercer Arts Centre, και οι ακραίας δημοτικότητας Led Zeppelin, ο Ρόμπερτ Πλαντ βασικά, που με πολλή ευχαρίστηση είδα να απεικονίζεται ως απαιτητικό και κακομαθημένο πριαπικό τσόλι, και ο βίαιος, θηριώδης μάνατζέρ τους Πίτερ Γκραντ. Διαβάζω ότι στα επόμενα επεισόδια (δέκα θα έχει ο πρώτος κύκλος) θα εμφανιστούν επίσης ο Άντι Γουόρχολ και η κουστωδία του Factory, ο Λου Ριντ και οι Velvet Underground, και η ατυχής Κάρεν Κάρπεντερ, μεταξύ άλλων. Άχαρες αυτές οι βιογραφικές αναπαραστάσεις που ξύνουν τα πιο στερεοτυπικά στοιχεία πολύπλοκων και αμφιλεγόμενων χαρακτήρων του ροκ Κανόνα, αλλά τελικά δεν έχει και πολλή σημασία: περιφερειακοί παίκτες είναι στο σύμπαν μυθοπλασίας του «Vinyl», όπου πρωταγωνιστούν φανταστικοί χαρακτήρες βασισμένοι σε αρχέτυπα της πάλαι πότε κραταιάς μουσικής βιομηχανίας, με προεξάρχοντα τον εξαιρετικό πρωταγωνιστή της σειράς, Μπόμπι Καναβάλε, στον ρόλο του ιδιοκτήτη δισκογραφικής Ρίτσι Φινέστρα (από τις πρώτες στιγμές είναι αδύνατον να διανοηθείς ότι θα μπορούσε να τον υποδυθεί κάποιος άλλος ηθοποιός), ο οποίος, προσπαθώντας να διαχειριστεί τους παλιούς σκελετούς στην ντουλάπα του, φορτώνεται και με καινούργιους, μονίμως παγιδευμένος σε μια δίνη οργίων, drugs και rock & roll.

 

 

 

Τα πρώτα σπαράγματα του πανκ (αλλά και του hip hop), η Νέα Υόρκη όταν έμοιαζε σάπια, τελειωμένη, υπόγεια και σαγηνευτικά επικίνδυνη, οι προσδοκίες και οι ιδεαλισμοί των '60s που αποτεφρώθηκαν στη μεγάλη πυρά εγκεφαλικών κυττάρων των '70s, η ματαιοδοξία και η ύβρις των εκατομμυριούχων ροκ σταρ, η απληστία των δισκογραφικών εταιρειών, η εκμετάλλευση των μαύρων καλλιτεχνών, ο κυνισμός, ο σεξισμός, οι γκρούπις, η χειραγώγηση των αιτημάτων της αντικουλτούρας... Η σειρά συγκεντρώνει και ξετυλίγει ένα κάρο μύθους και πραγματικότητες που ήταν γνώριμες από τη ροκ παραφιλολογία σ' εμάς τους «γνώστες», αλλά πλέον είναι κοινό κτήμα, αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας, αφηγηματικός άξονας μιας μεγάλης και έγκυρης τηλεοπτικής σειράς, υποταγμένης στις φόρμουλες του είδους. Η δίωρη πρεμιέρα, πάντως, αποτελεί, πέρα από ενστάσεις τεχνικής φύσεως, ένα συναρπαστικό τριπ ροκ φαντασμαγορίας (θα έλεγε κανείς, χαριτολογώντας, ότι ο Σκορσέζε ξανάρχισε τα σκληρά που κόντεψαν να τον ξεκάνουν κάποτε, μόνο και μόνο για να γυρίσει αυτό τον πιλότο) ντελιριακής και απενοχοποιημένης σκηνοθετικής προσέγγισης, σαν αυτόνομη ταινία που έγινε με τρελό κέφι και δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ιδανική ψυχαγωγία, λοιπόν, και κορυφαία δραματική σειρά αυτής της σεζόν (μαζί με το σαδομαζοχιστικό «Billions» και το «Better Call Saul» που καταφτάνει δριμύτερο), που, εκτός από την αίσθηση ενός άγριου πάρτι που αναπόφευκτα θα στραβώσει κάποια στιγμή, μεταφέρει και τη βαριά υπενθύμιση ότι όλοι εμείς που αναζητήσαμε την υπέρβαση και την εναλλακτική κουλτούρα μέσω της ροκ μυθολογίας στηρίξαμε ως καταναλωτές της μουσικής βιομηχανίας μία από τις πιο αχαλίνωτες εκφάνσεις ξεσαλωμένου καπιταλισμού που υπήρξε ποτέ.