Φέτος συμπληρώνονται 25 χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι και με αφορμή αυτό το «αργυρούν ιωβηλαίο» θα τον ανακαλούμε και θα τον αναζητούμε ακόμα περισσότερο, όχι τόσο για να «τιμήσουμε» τη μνήμη του –ο ίδιος, άλλωστε, απεχθανόταν την αναμνησιολογία και τα μνημόσυνα– αλλά επειδή αυτό κάνουμε αντανακλαστικά εδώ και χρόνια, καθώς έχουμε παγιδευτεί στα τρομερά μας αδιέξοδα. Αναζητούμε έναν χαμένο μπούσουλα –έστω και από το υπερπέραν– και κάθε τόσο μονολογούμε και διερωτόμαστε χαζεύοντας το άπειρο: «Τι θα έλεγε, άραγε, ο Χατζιδάκις για όλα αυτά τα δεινά που μας συμβαίνουν, αν βρισκόταν ακόμα ανάμεσά μας;».


Βασανιστικά υποθετικό το ερώτημα βεβαίως, αλλά όχι εντελώς άκυρο. Αν ζούσε ακόμα, θα ήταν ακριβώς στην ηλικία του Μίκη Θεοδωράκη –ο Χατζιδάκις ήταν γύρω στους τρεις μήνες νεότερος–, με ό,τι ανησυχητικό μπορεί να μας προδιαθέτει αυτό για τον ρόλο που θα διαδραμάτιζε ως εκπρόσωπος μιας εθνικής συνείδησης σε κρίσιμες περιστάσεις.


Ακόμα κι αν υποθέσουμε, όμως, ότι δεν θα είχε γίνει αναχωρητής και ότι θα ήταν ακόμα παρών στα κοινά, ακμαίος, οξύς και ουσιαστικά παρεμβατικός, παρότι του άρεσε συχνά να λειτουργεί και ως προβοκάτορας για να δει μέχρι πού φτάνουν ο ευσεβισμός και η βαθιά συντηρητική νοοτροπία μας, ασχέτως πολιτικής τοποθέτησης, δεν νομίζω ότι θα μας βόλευε με τις θέσεις του.

 

Μπορεί να του άρεσε του Χατζιδάκι να παριστάνει κατά περιστάσεις τον προβοκάτορα, αλλά πλέον η προβοκάτσια με τη μορφή της αδιάκοπης τρολιάς αποτελεί μια τερατώδη κοινοτοπία που τα καταπίνει όλα – δεν είναι η σπίθα που θα ανάψει την κουβέντα, είναι η ίδια η κουβέντα.


Ειδικά αν θυμηθεί κανείς πόσο διστακτικός γκουρού, πόσο αλλεργικός στον ρόλο του «εθνεγέρτη» υπήρξε και πόσο βαθιά καχύποπτος με τους ινστρούχτορες πάσης φύσεως, από τους οποίους έχει βρομίσει ο τόπος. Πάντα βρομούσε, αλλά με τον «εκδημοκρατισμό» της ενημέρωσης και το όργιο απόψεων και «επικοινωνίας» στο Ίντερνετ και στα «σόσιαλ», έχουμε μαρτυρήσει πλέον και κοντεύουμε να σιχαθούμε ακόμα και την ιδέα του πολιτικού διαλόγου (και ξέρουμε ποιοι κερδίζουν πάντα όταν το κοινό εξαντλείται από τον «διάλογο» και τις άγονες αντιπαραθέσεις).

 

Αν ζούσε ακόμα, θα ήταν ακριβώς στην ηλικία του Μίκη Θεοδωράκη –ο Χατζιδάκις ήταν γύρω στους τρεις μήνες νεότερος–, με ό,τι ανησυχητικό μπορεί να μας προδιαθέτει αυτό για τον ρόλο που θα διαδραμάτιζε ως εκπρόσωπος μιας εθνικής συνείδησης σε κρίσιμες περιστάσεις.
Αν ζούσε ακόμα, θα ήταν ακριβώς στην ηλικία του Μίκη Θεοδωράκη –ο Χατζιδάκις ήταν γύρω στους τρεις μήνες νεότερος–, με ό,τι ανησυχητικό μπορεί να μας προδιαθέτει αυτό για τον ρόλο που θα διαδραμάτιζε ως εκπρόσωπος μιας εθνικής συνείδησης σε κρίσιμες περιστάσεις.


Μπορεί να του άρεσε του Χατζιδάκι να παριστάνει κατά περιστάσεις τον προβοκάτορα, αλλά πλέον η προβοκάτσια με τη μορφή της αδιάκοπης τρολιάς αποτελεί μια τερατώδη κοινοτοπία που τα καταπίνει όλα – δεν είναι η σπίθα που θα ανάψει την κουβέντα, είναι η ίδια η κουβέντα.


Μια προφανής απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι ότι όχι μόνο τα είχε προβλέψει (τα δεινά), πετυχαίνοντας διάνα στις εκτιμήσεις του για την προδιαγεγραμμένη (κακή) μας μοίρα, αλλά είχε φτάσει και βαθιά στη διερεύνηση του ψυχοπαθολογικού μας προφίλ, χωρίς μάλιστα να ξεπέφτει στα γνωστά αυτομαστιγωτικά, φυλετικού τύπου κλισέ/άλλοθι που μεταχειριζόμαστε τακτικά ως νεοέλληνες («δεν είμαστε λαός» κ.λπ.).

 

Τα πάντα μπορούν να μοιάζουν προφητικά –ειδικά οτιδήποτε δυσοίωνο και ισοπεδωτικό– στις συχνές αναδρομές που κάνουμε σε κείμενα, τσιτάτα και αφηγήματα του πρόσφατου παρελθόντος, στην προσπάθειά μας να βρούμε εξηγήσεις για το δυστοπικό παρόν. Τα κείμενα, τα σχόλια και οι κουβέντες του Χατζιδάκι που ανασύρονται κάθε τόσο και συχνά μεθερμηνεύονται εντελώς αυθαίρετα και όπως βολεύει την ατζέντα του καθενός μας έχουν ένα ιδιαίτερο βάρος ως προβολές του τότε στο τώρα.

 


Και τι δεν είχε πει ο άνθρωπος, αλλά από το ένα αυτί μας έμπαιναν, από το άλλο έβγαιναν, και τότε και τώρα. Για τον «χείμαρρο αυτοσχεδιαστικών αντιδράσεων σε όλες τις περιοχές του δημόσιου βίου μας», για τον «ηθικοπλαστικό εθνικισμό που τον εκμεταλλευόμαστε όλοι μας για ευτελείς σκοπούς», για την έλξη μας προς την «ανασφάλεια που μας προσδίδει μια αίσθηση νεότητας», για την παγίδευσή μας σε ασφυκτικά και διόλου χρήσιμα δίπολα («δύο είναι οι εχθροί της πολιτικής και του πολιτισμού: ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός»), για την άνθηση του φασισμού και του νεοναζισμού σε συνθήκες ανοχής και παθητικότητας («Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – δεχόμαστε να 'μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS από άγνοια, αλλά και τόσο "ανθρώπινοι" και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια»), για την «παραδημοσιογραφία» τέλος, που, όσο να 'ναι, τσούζει πιο πολύ όσους εμπλεκόμαστε στα σύγχρονα μέσα:

 

«Η παραδημοσιογραφία είναι κάτι σαν παρακρατική οργάνωση, αλλά δεν έχει σχέση με το κράτος. Αντίθετα, πολλές φορές το πολεμάει. Ανθεί σε περιόδους παρακμής και με την επιπόλαια ανοχή της επισήμου Δημοσιογραφίας. Κύριος σκοπός της είναι ο εκφοβισμός, υπηρετώντας σκοτεινά ή ευτελή συμφέροντα... Η παραδημοσιογραφία υπάρχει, λειτουργεί και επιβάλλεται. Ανεύθυνη και αντιπαθητική».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO