Θυμάμαι την πρώτη φορά που παρακολούθησα πιο συνειδητά και κανονικά τον «Ιησού από τη Ναζαρέτ» του Τζεφιρέλι. Ήμουν μικρή, στο ευαίσθητο στάδιο της προεφηβείας που με έσπρωχνε την ίδια περίοδο να τρέχω στη Μονή Πετράκη και, παρακούοντας τις διακριτικές παραινέσεις των μη θρήσκων γονιών μου και δη του πατέρα μου, ο οποίος καθόλου δεν τα ενέκρινε κάτι τέτοια, να βοηθώ στο προσεχτικό ράψιμο των λουλουδιών για τον στολισμό του Επιταφίου. Τα επόμενα χρόνια έπαψα σταδιακά να κλαίω με αναφιλητά για τα Πάθη του Ρόμπερτ Πάουελ και αποχώρησα από την προετοιμασία του Επιταφίου, προτιμώντας να απολαμβάνω το άρωμα από τις πασχαλιές στους ανοιξιάτικους δρόμους και το «Ω γλυκύ μου έαρ» αποσυνδεδεμένο από το θρησκευτικό του φορτίο, περισσότερο ως μια τελετουργία της ελληνικής παράδοσης που αγάπησα πολύ.


Έτσι, γλίτωσα και από τις νουθεσίες των γυναικών που εκεί, τότε, στη Μονή Πετράκη, περνώντας τα λουλούδια στις πετονιές, κένταγαν «ψιλοβελονιά» και μια σφιχτή σειρά από άτεγκτα θρησκευτικά «πρέπει» και αφελείς ενοχές, αυτές που φοβόντουσαν οι δικοί μου ότι θα λεκιάσουν την προοδευτική παιδαγωγική τους. Ωστόσο, τις θυμάμαι αυτές τις γυναίκες με την τρυφερότητα που επέτρεπε η πιστή τους γραφικότητα. Όπως θυμάμαι και τη γιαγιά μου, που τέτοιες μέρες μ' έβαζε, κρυφά από τον πατέρα μου, να μεταλάβω στον Άγιο Σώστη, μέχρι που μια πιστή, ιδρωμένη, φανατική ηλικιωμένη γειτόνισσα με έσπρωξε στα σκαλιά με δύναμη για να εξασφαλίσει πρωτιά στη σειρά μας. Έτσι βρέθηκα ταπεινωμένη στα πόδια του παπά, κατακόκκινη κι αποφασισμένη να μην ξαναβάλω τον εαυτό μου σ' αυτή την παράδοξη δοκιμασία. Όπερ και εγένετο... Τώρα χαμογελώ με το οξύμωρο της χοντρούλας γειτόνισσας που επεδείκνυε τέτοιο πάθος και αποφασιστικότητα στη μετάληψη, ώστε να μη διστάσει να φάει τη θέση, στην ουρά, μιας μικρής. Τη φαντάζομαι επίσης έτσι κάθιδρη, ξεχτενισμένη και ετοιμοπόλεμη να σπρώχνει με μπουνιές για να κερδίσει την πρωτοκαθεδρία στο Βασίλειο των Ουρανών... Να την κέρδισε άραγε;

 

Στην προσωπική, και όχι μόνο, φαντάζομαι, παράδοση του Πάσχα προστέθηκε η τρεχαλητή περιφορά του Επιταφίου και η αδυναμία ακρόασης του λατρεμένου μου εγκωμίου λόγω του όλο και μεγαλύτερου πλήθους του οποίου η κατάνυξη αναστέλλεται π.χ. από τη βροντερή αγωνία αν εξασφαλίστηκαν «τα συκωτάκια για τη μαγειρίτσα».


Όπως χαμογελώ με τις αναμνήσεις που προστέθηκαν τα επόμενα χρόνια. Π.χ. την τελευταία φορά που συνόδευσα τους δικούς μου σε πασχαλιάτικες διακοπές σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί, βρίζοντας από μέσα μου την οικογενειακή μας φίλη που ήταν αποφασισμένη να επισκεφτεί και, ει δυνατόν, να ανάψει κερί σε κάθε εκκλησάκι του νησιού, το οποίο, ως είθισται, για πολεοδομικούς-ιδιοκτησιακούς λόγους όπως έμαθα αργότερα, διέθετε ένα εκκλησάκι ανά δέκα βήματα... Ή την πρώτη φορά που έβαψα αυγά για το δικό μου σπίτι, τριγυρνώντας για 1-2 μέρες με κόκκινες παλάμες – την επόμενη χρονιά ήξερα πια πως η χρήση γαντιών ήταν απαραίτητη για την πιο ανώδυνη εκτέλεση του εθίμου. Ή εκείνη τη φορά που, παρατηρώντας κάπως έντρομη έναν διψήφιο αριθμό από απολύτως αποτυχημένα τσουρέκια ξαπλωμένα ανάσκελα στα ταψιά, αποφάσισα να περικόψω την αφοσίωσή μου στα έθιμα. Ή, νωρίτερα, την πρώτη και τελευταία φορά που έκανα Πάσχα στο μπαλκόνι, παρακολουθώντας την περιφορά του Επιταφίου από τον 5ο, ενώ ταυτόχρονα απομνημόνευα εδάφια από την «Ιστορία» της Γ' Δέσμης...

 

Με τον καιρό προτίμησα πιο σινεφίλ Χριστούς, όπως αυτόν του Μελ Γκίμπσον, από τον εξαγνισμένα ωραίο Ρόμπερτ Πάουελ που έκτοτε κατέστρεψε την καριέρα του.
Με τον καιρό προτίμησα πιο σινεφίλ Χριστούς, όπως αυτόν του Μελ Γκίμπσον, από τον εξαγνισμένα ωραίο Ρόμπερτ Πάουελ που έκτοτε κατέστρεψε την καριέρα του.


Η παραδοσιακή τηλεθέαση της μίνι σειράς του Τζεφιρέλι συσσώρευσε φυσικά, και εντός μου, μια εξαιρετικά ανιαρή εμπειρία που έκανε σιγά-σιγά βασανιστήριο την παρακολούθηση έστω κι ενός δεκαλέπτου. Με τον καιρό προτίμησα πιο σινεφίλ Χριστούς, όπως αυτόν του Μελ Γκίμπσον, από τον εξαγνισμένα ωραίο Ρόμπερτ Πάουελ που έκτοτε κατέστρεψε την καριέρα του. Χαμογελάω ακόμα πιο πλατιά όταν σκέφτομαι ότι ο Πάουελ και ο Πέτρος Γαϊτάνος με τις... επουράνιες μούτες του και την ελαφρώς καστράτο φωνή αποτελούν μέρος της πασχαλιάτικης νεο-παράδοσης, πολύ περισσότερο από το ζύμωμα των τσουρεκιών και το βάψιμο των αυγών, που διατίθενται έτοιμα και βολικά στα σούπερ-μάρκετ κάθε γειτονιάς. Στην προσωπική, και όχι μόνο, φαντάζομαι, παράδοση του Πάσχα προστέθηκε η τρεχαλητή περιφορά του Επιταφίου και η αδυναμία ακρόασης του λατρεμένου μου εγκωμίου λόγω του όλο και μεγαλύτερου πλήθους του οποίου η κατάνυξη αναστέλλεται π.χ. από τη βροντερή αγωνία αν εξασφαλίστηκαν «τα συκωτάκια για τη μαγειρίτσα». Η τηγανίλα από το ψαράδικο της Μεγάλης Παρασκευής, μαζί με τον πονοκέφαλο από το τσίπουρο. Ο τρόμος για τα δυναμιτάκια του Μεγάλου Σαββάτου και για τη σπουδή των αυτοκινήτων που 00:10 γκαζώνουν αγριεμένα στον δρόμο. Το αντιόξινο της Κυριακής.


Είναι κάπως φυσικό, μεγαλώνοντας, να ξηλώνεις κλωστή-κλωστή το παραμύθι και την ικανότητά σου να μαγεύεσαι από αυτό. Ή και να συγκινείσαι. Αντιθέτως, ο δαίμων της ωριμότητας χοροπηδά γύρω-γύρω σαν ξεχασμένος από τα Χριστούγεννα καλικάντζαρος, ψιθυρίζοντας κακίες, όπως ότι η Ανάσταση ήταν μια σπουδαία προοπτική και γι' αυτό ο Χριστός πιο προνομιούχος από τη σύγχρονη Ελλάδα. Μετά όμως σκέφτομαι τη γιαγιάκα μου να σταυροκοπιέται και να βάφει με συγκινητική προσήλωση τα αυγά (με «υ» τότε ακόμα) και θυμάμαι γιατί αυτές οι γιορτές θα έχουν πάντα μέσα μας μια μεγάλη «θρησκευτική» αξία. Καλό Πάσχα!

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO