Λίγο καιρό πριν είχα το προνόμιο να παρακολουθήσω μια πρόβα του Λεωνίδα Καβάκου. Μπήκα, βέβαια, στην Αίθουσα Δοκιμών επιπόλαια κι ανέτοιμη και «μολυσμένη» με την τοξικότητα της ημέρας μου: κάτι ψιλοκαβγάδες στο γραφείο, κάτι ξεκατινιάσματα στην πολιτική επικαιρότητα, πολλά προσωπικά άγχη και αυτή η σχεδόν μόνιμη, κατεβασμένη στα σκέλια «ουρά» της θλίψης που σέρνουμε όλοι εδώ και πολύ-πολύ καιρό. Μπήκα επιπλέον κάπως καχύποπτη με αυτόν τον αναμφίβολα τεράστιο μουσικό, ο οποίος, όμως, στις συνεντεύξεις του κάπως με απογοήτευε με αυτή την εκλεκτική, «εθνική» αποστασιοποίηση του ανθρώπου που ζει στο εξωτερικό και κουβαλάει την απογοήτευσή του από την ελληνική εμπειρία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να την εκφράζει κατά καιρούς με μια ισοπεδωτική για τη χώρα και τον κόσμο της πικρία.


Τον παρατηρούσα, επιφυλακτική στην αρχή, να δοκιμάζει τον ήχο του και τον συντονισμό του συναδέλφου του (Ρόμαν Σίμοβιτς, εξάρχοντα της Συμφωνικής Ορχήστρας του Λονδίνου) και της Ορχήστρας στο Διπλό κοντσέρτο για βιολί του Μπαχ. Να διορθώνει τη ροή, το τέμπο ή τις μουσικές φράσεις με ευγένεια και διακριτικότητα καθόλου συνεπή με τις ιδιοτροπίες της ντίβας που είχα φτιάξει στο μυαλό μου. Να κάνει λεπτές υποδείξεις με έναν λόγο που ακουγόταν σχεδόν ποιητικός, όταν π.χ. ζητούσε απ' τα έγχορδα το τάδε σημείο «να παιχτεί με το μέσον του δοξαριού και όχι με την άκρη, γιατί έτσι ο ήχος έρχεται πιο αβίαστος κι ελαφρύς». Να σκύβει πάνω από κάθε ομάδα μουσικών οργάνων, να ενθαρρύνει τις βιόλες, να χαμογελάει στα βιολιά, να διορθώνει κάτι ελάχιστο στα τσέλα. «Στον ωραίο κόσμο του» ψιθύρισα. Και βέβαια ο ίδιος δεν μου επέτρεψε σε καμία περίπτωση να σκεφτώ ότι αυτό το υγιές «χάσιμο» είναι μια πολυτέλεια προορισμένη για όποιον, λόγω ταλέντου κι επιλογών, έχει λυμένο το πρόβλημα της επιβίωσης και το προνόμιο να παρακολουθεί τη χώρα του από ένα πολύ ψηλό και πολύ μακρινό «πόντιουμ». Όχι, όχι. Εδώ είχα να κάνω με την αυταξία της αφοσίωσης...

 


H Τέχνη, με κεφαλαίο «Τ», χωρίς παράγοντες και παραγοντίσκους, αλλά μόνο ως άμεσα προσλήψιμη εισβολή θετικότητας, σκέψης, σιωπής, ευγένειας και παιδείας, έχει, σε αντίθεση με το παρόν μας, απτή προοπτική, τη δυνατότητα της εξέλιξης και αποκλειστικότητα στο προνόμιο της πολυπόθητης και μάταια πολυχρησιμοποιημένης «ανάπτυξης».


Άλλωστε, και οι μουσικοί αυτοί, μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας και μέλη μιας Κρατικής Ορχήστρας (Αθηνών), την ίδια συννεφένια έκσταση εξέπεμπαν. Για κάποια λεπτά είχε και γι' αυτούς καταργηθεί ο έξω κόσμος. Άνθρωποι έμπειροι και της «πιάτσας» χρόνια, που δεν εντυπωσιάζονται από μεγάλα ονόματα, ούτε μασάνε με δύστροπους χαρακτήρες, ακολουθούσαν συνεπαρμένοι. Συγκινητικοί και συγκινημένοι. Υποδειγματικοί. Προσηλωμένοι σ' ένα σύμπαν όπου δεν υπήρχε η κακόφωνη χορωδία της απειλητικής καθημερινότητας, το ιστριονικό Διαδίκτυο... Υπήρχε μόνο το κίνητρο της ανταπόκρισης, η ευγενέστατη άμιλλα, ο λόγος για τον οποίο έγιναν κάποτε μουσικοί, η ερωτική σχέση με τις χορδές ή το πνευστό ή την υφή του δέρματος στα τύμπανα. Υπήρχε, τελικά, μόνο ένα γαλατικό χωριό, που εν προκειμένω έπαιζε Μπαχ, Σούμαν και Μότσαρτ.

 

«Ασχολούμαι όσο λιγότερο μπορώ με την επικαιρότητα πια. Παρατηρώ στον εαυτό μου ένα είδος πολιτικού αναχωρητισμού. Η αλήθεια είναι ότι με απορροφά ό,τι κάνω» με έκοψε λίγες ημέρες αργότερα ένας φίλος καλλιτέχνης, καθώς φλυαρούσα για τα της επίσκεψης Ομπάμα, για τη «σκιώδη» κυβέρνηση Μητσοτάκη, για την εικόνα του Τσίπρα. Και ξέρω ότι δεν το έλεγε με πόζα, αλλά αναγνωρίζοντας ότι αυτήν τη μάταιη εποχή των επαναλαμβανόμενων διαψεύσεων, η Τέχνη του, περισσότερο ή λιγότερο, δεν έχει σημασία, είναι μια σχεδία επιβίωσης και ταυτόχρονα μια συναρπαστική «πολυτέλεια». Άλλωστε, όσο διαρκεί η προετοιμασία μιας παράστασης και μετά, όσο διαρκεί η παράσταση, παύει ο «θόρυβος» και πρυτανεύει εκείνη η δυσεύρετη σιωπή που, ως απαραίτητος διάδρομος υποδοχής κάθε καλλιτεχνικού έργου, σπάει μόνο από το κοινό μήνυμα και τη συντονισμένη ανάσα.


Τελικώς, η Τέχνη –ίσως εν μέρει και ο αθλητισμός– είναι το μόνο εκ των πραγμάτων απρόσβλητο πεδίο, το μόνο πράγμα που μπορεί να διατηρεί ζωντανή την προοπτική του σε μια χώρα άνευ προοπτικής. Κι ακόμα, είναι το μοναδικό πεδίο επικοινωνίας που μπορεί να αναγνωρίζει ή και να απαιτεί την αξία της –επιτέλους– σιωπής, κλείνοντας ερμητικά την πόρτα στη διαρροϊκή φλυαρία, στον ατελείωτο καβγά, στη διαρκή αρνητική ψυχική ένταση. Ναι, ευνοεί τον διάλογο (παραφράζοντας εκείνη την άλλη, την πολιτική ευχή του Ρίτσου, «η Τέχνη μας ξαναμαθαίνει πώς να μιλάμε ήσυχα-ήσυχα κι απλά») και αποκλείει τον καβγά, αν και πρέπει να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και όχι στις όλο και δυσμενέστερες συνθήκες της εκκόλαψής του, πολλώ δε μάλλον στο θεσμικό παρασκήνιο του πολιτισμού, το οποίο αναπαράγει κι αυτό την πολιτική παθογένεια.


Απλώς, η Τέχνη, με κεφαλαίο «Τ», χωρίς παράγοντες και παραγοντίσκους, αλλά μόνο ως άμεσα προσλήψιμη εισβολή θετικότητας, σκέψης, σιωπής, ευγένειας και παιδείας, έχει, σε αντίθεση με το παρόν μας, απτή προοπτική, τη δυνατότητα της εξέλιξης και αποκλειστικότητα στο προνόμιο της πολυπόθητης και μάταια πολυχρησιμοποιημένης «ανάπτυξης». Αν μας μένει τελικά κάτι, είναι ό,τι υπαινίσσεται ξανά, με παραλλαγμένους όρους, εκείνο τα παλιό σύνθημα του '68, «η φαντασία στην εξουσία».

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO