Στο ποδόσφαιρο θα μίλαγαν για αυτογκόλ. Η ομάδα θα επέβαλλε ενδεχομένως κάποια ποινή στον ένοχο ποδοσφαιριστή της. Και θα πήγαινε στο επόμενο ματς. Όμως στην πολιτική, και δη των εθνικών ζητημάτων, δεν χωρούν αυτογκόλ. Είναι θανατηφόρα. Περιπλέκουν ασυγχώρητα μια ήδη κρίσιμη κατάσταση. Και κοστίζουν στους πολίτες μια γκάμα συναισθημάτων μεταξύ δίκαιης οργής, διχασμού και απόλυτης ανασφάλειας (ειδικά όταν διαπιστώνει κάποιος ότι σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τη χώρα, ένας από τους καθ' ύλην αρμόδιους υπουργούς αντιδρά επιπόλαια, προκαλώντας ζημιά στο γήπεδο των εθνικών ζητημάτων).


Το πρόβλημα με το επικίνδυνο αυτογκόλ που έβαλε ο Πάνος Καμμένος στην κυβέρνηση λόγω του περιβόητου ταξιδιού στο Καστελόριζο και της εμμονής του να αντιμετωπίζει τα καθήκοντά του με μεγαλομανιακές παράτες κατέδειξε ωστόσο και ένα επιπλέον πρόβλημα διαρκείας: ότι ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό αντιμετωπίζει ακόμα και τα σοβαρότερα ζητήματα με όρους μικροπολιτικού παιχνιδιού. Ακόμα χειρότερα: ο μόνος που ωφελήθηκε απ' αυτή την απερίγραπτη τραγικωμωδία του Καστελόριζου ήταν, δυστυχώς, η Χρυσή Αυγή. Κι αυτό που σίγουρα δεν ωφελήθηκε ήταν η εθνική ενότητα.


Τα δεδομένα; Η τουρκική επιθετικότητα κλιμακώνεται και θα κλιμακωθεί ακόμα περισσότερο όσο ο Ερντογάν παίζει το δικό του επιθετικό παιχνίδι με όρους που συμπεριλαμβάνουν την τροποποίηση του τουρκικού Συντάγματος, την πιθανολογούμενη δημιουργία κουρδικού κράτους στη νότια Τουρκία και τα «ανταλλάγματα», τον ρόλο που θέλει να παίξει η Τουρκία στην αποσταθεροποιημένη Μέση Ανατολή κ.λπ. Και καθώς η Ελλάδα είναι το ιδανικό πεδίο άσκησης βολών με προειδοποιητικά πυρά που απευθύνονται στη Δύση, ο Ερντογάν γίνεται όλο και προκλητικότερος, και από κοντά βέβαια τον ανταγωνίζεται ο αρχηγός του αντιπολιτευόμενου κεμαλικού κόμματος.

 

Εξυπακούεται ότι ο πρώτος που εξοργίστηκε κι αισθάνθηκε προδομένος ήταν ο κόσμος της Αριστεράς – με κόστος ασφαλώς για την κυβέρνηση.


Απέναντι στο επιδεινούμενο κλίμα, η σύγκληση στην Ελλάδα συμβουλίου πολιτικών αρχηγών (όπως ζήτησε ο Βασίλης Λεβέντης) ίσως και να λειτουργούσε αντιστρόφως, «νομιμοποιώντας» την εσωτερική ανασφάλεια σε μια εποχή που είναι σαφές ότι η κυβέρνηση προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αντιμετωπίσει το θέμα της τουρκικής προκλητικότητας ως γενικότερο «ευρωπαϊκό» πρόβλημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να επιδιώξει μια off the record συνεννόηση με τα άλλα κόμματα. Εκείνα, πάντως, δρουν κατά αντιπολιτευτική βούληση. Η ΝΔ εκφράζει κάθε τόσο την ανησυχία της για την τουρκική προκλητικότητα και την ανικανότητα της κυβέρνησης να ανταποκριθεί. Στο ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρέας Λοβέρδος χρέωσε προ ημερών την τουρκική προκλητικότητα στον πρωθυπουργό που «με τις πράξεις του απομόνωσε τη χώρα και έπαψε να προκαλεί και να αξιώνει τον σεβασμό των γειτόνων»!


Σε αυτή την αβέβαιη ατμόσφαιρα, ο Π. Καμμένος είχε τη φαεινή ιδέα να προσκαλέσει σύσσωμη την Επιτροπή Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής για «ενημέρωση επί των εθνικών ζητημάτων» στο Καστελόριζο. Δεν προέβλεψε την εξέλιξη; Πάντως, ο πρώτος που επιχείρησε να υπερβεί διπλωματικά τον σκόπελο ήταν ο προέδρος της επιτροπής και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Δουζίνας, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι ανάλογες ενημερώσεις δεν μπορούν να γίνονται εκτός Βουλής. Ακολούθησαν οι αρνήσεις των κομμάτων να συμμετάσχουν, πλην των βουλευτών των ΑΝ.ΕΛ., του ΣΥΡΙΖΑ, που αυτοπαγιδεύτηκε, και φυσικά των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, που άδραξαν την ευκαιρία.

 
Το αποτέλεσμα ήταν το γνωστό και απαθανατίστηκε με ντροπιαστικά ενσταντανέ της βουλευτικής «συνύπαρξης» που έριξε νερό στον μύλο όσων υποστηρίζουν ότι οι κυβερνητικές διαθέσεις απέναντι στη Χρυσή Αυγή δεν είναι όσο αρνητικές θα όφειλαν. Εξυπακούεται ότι ο πρώτος που εξοργίστηκε κι αισθάνθηκε προδομένος ήταν ο κόσμος της Αριστεράς – με κόστος ασφαλώς για την κυβέρνηση. Ακολούθησε η αντίδραση των κομμάτων που είχαν έναν άσο στο μανίκι της αντιπολίτευσής τους: «Κύριε Τσίπρα, η ευθύνη βαρύνει εσάς. Η πατριωτική πολιτική δεν έχει ανάγκη από πολιτικούς με στολές παραλλαγής και χρυσαυγίτες με πολιτικά. Μαζευτείτε» δήλωσε χαρακτηριστικά το Ποτάμι.


Αλλά ουδείς ανέλαβε τις ευθύνες του. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε, αλίμονο, ο υπουργός Άμυνας, ούτε τα κόμματα που παίζουν-με τη φωτιά-το χαρτί της Χρυσής Αυγής. Να θυμίσω ότι η Χρυσή Αυγή συστάθηκε επισήμως ως κόμμα (γιατί ως δράκα προϋπήρχε) το 1993 επί Ανδρέα Παπανδρέου. Μπήκε στη Βουλή το 2012 στις εκλογές που διενήργησε η Οικουμενική υπό τον Παναγιώτη Πικραμμένο, Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τότε κάποια κόμματα είχαν εκφράσει ανησυχία για την είσοδό της στη Βουλή, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά για να εξετάσει κανείς διά του Συντάγματος και της νομικής οδού τον «χαρακτήρα» της και το δικαίωμά της να εκπροσωπείται κοινοβουλευτικά. Μέχρι τη δολοφονία του Φύσσα το 2014 ουδέποτε τέθηκε επισήμως τέτοιο θέμα. Η δίκη της πάει από αναβολή σε αναβολή. Και, βέβαια, έχοντας εκλεγεί στη Βουλή, έχει το δικαίωμα να εκπροσωπείται δυστυχέστατα και στη Διαρκή Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και οπουδήποτε αλλού. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να την αποκλείσει κάποιος από το ταξίδι στο Καστελόριζο...

 

Συμπέρασμα; Ο υπουργός Άμυνας επέδειξε (στην καλύτερη περίπτωση) θανατηφόρα επιπολαιότητα. Ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του φάνηκαν ξανά αδύναμοι να αναχαιτίσουν την ορμή του. Οι υπόλοιποι, που φυσικά επιδεικνύουν κυρίως ταλέντο στους τακτικισμούς, αναλώθηκαν σε μικροπολιτικά παιχνίδια. Και όλοι μαζί δεν πείθουν ότι βλέπουν σοβαρά και καθαρά πέρα από τη μύτη τους, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου ή, έστω, στο διπλανό τους έδρανο...

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO