Άνοιξα προσεκτικά το παράθυρο. Ούτε καν έτριξε. Πήδηξα έξω. Όμορφη καλοκαιρινή νύχτα στη Ραφήνα, όλη δική μου στα 17 μου χρόνια, σκαστή από το σπίτι, με τη γιαγιά μου και τον μικρό μου αδελφό βυθισμένους στον ύπνο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έσκαγα έτσι για μια μεταμεσονύκτια βόλτα με τη χαρά της απόλυτης ελευθερίας και την ηδονή της «παρανομίας»: καληνύχτιζα, πήγαινα στο κρεβάτι, όταν όλοι κοιμόντουσαν το έσκαγα από το παράθυρο, έτρεχα στο ραντεβού με την παρέα, επέστρεφα μερικές ώρες αργότερα με τον ίδιο τρόπο και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Μπα;


Αυτήν τη φορά η περίσταση ήταν ειδική. Ο φίλος μας και συνομήλικός μου θα έφερνε το αυτοκίνητο του πατέρα του. Ολοκαίνουριο, είχε μόλις προ τριημέρου παραδοθεί στον ιδιοκτήτη του, ένα όχημα της σειράς για «μέτρια» εισοδήματα. Εξυπακούεται ότι ο πατέρας δεν υπέκυπτε στις ικεσίες του γιου του να του παραχωρήσει το αυτοκίνητο για βολτίτσα στους ήσυχους εξοχικούς δρόμους. Ο μικρός άλλωστε δεν είχε ακόμα δίπλωμα. Χα! Και λοιπόν;


Ο φίλος μας κατέφθασε στο ραντεβού οδηγώντας καμαρωτός το καινούργιο αυτοκίνητο. Το είχε βγάλει ήσυχο και σκοτεινό από την πιλοτή, το είχε αφήσει να κυλήσει και όταν πια είχε απομακρυνθεί αρκετά, άνοιξε τα φώτα και ήρθε να μαζέψει και τους υπόλοιπους τρεις της παρέας από το προκαθορισμένο σημείο. Πού πάμε; Εννοείται προς κάποιον μεγάλο και πλατύ δρόμο, κατάλληλο για την εφαρμογή του εφηβικού στερεοτύπου: ανοιχτή διαδρομή, ανοιχτά παράθυρα, τέρμα γκάζια, τέρμα μουσική, η ζωή είναι ωραία και δική μας. Ήταν βέβαιο;


Έτσι κατευθυνθήκαμε προς τον παραλιακό δρόμο της Λούτσας, που τέτοια ώρα ήταν σχεδόν άδειος, άρα ιδανικός για να δοκιμάσει κάποιος την ιπποδύναμη και μέχρι πόσο... πατιέται το πεντάλ στο γκάζι. Ναι, ε;

 

«Ζούμε όλοι;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά ο συνοδηγός. Δεν μπορούσαμε να απαντήσουμε, ούτε να κουνηθούμε από το σοκ.


Οι πρώτες, απότομες στροφές βρήκαν το κοντέρ πάνω από τα 100 χιλιόμετρα και τον φίλο μας άπειρο στον χειρισμό των ταχυτήτων. Ο έλεγχος χάθηκε. Πάνω από τη δυνατή μουσική, πρόλαβα ν' ακούσω κάποιον να προειδοποιεί, παραδόξως ήσυχα: «Παιδιά, σκοτωνόμαστε». Κανείς μας δεν φορούσε ζώνη, ούτε καν ο συνοδηγός, που, απλώς, έσπευσε να κρατηθεί από το χερούλι της οροφής, λες και ήταν λύση. Το αυτοκίνητο πέρασε εκτροχιασμένο στο αντίθετο ρεύμα, όπου από τύχη δεν πέρναγε άλλο, ανυποψίαστο όχημα. Βρεθήκαμε να παίρνουμε τούμπες στο χωράφι απέναντι, σε μια απολύτως ανεξέλεγκτη τροχιά, ανάμεσα σε δέντρα – αλλά και πάλι από τύχη δεν καρφωθήκαμε σε κάποιο από αυτά. Σε αυτή την εφιαλτική πορεία θυμάμαι τζάμια να σπάνε, ομίχλη από χώματα και νεκρική σιωπή μέσα στην καμπίνα. Και, ναι, ισχύει αυτό που λένε ότι σε τέτοιες περιστάσεις ανακαλείς σε κλάσματα δευτερολέπτου όλη σου τη ζωή και τους δικούς σου.


Μετά από 4-5 τούμπες, το αυτοκίνητο στάθηκε. Όρθιο! Δεν ήταν βέβαια πια παρά ένα άχρηστο, στραπατσαρισμένο κουτί, του οποίου από θαύμα είχε διασωθεί η καμπίνα. «Ζούμε όλοι;», ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά ο συνοδηγός. Δεν μπορούσαμε να απαντήσουμε, ούτε να κουνηθούμε από το σοκ. Πρώτο έφτασε ένα ζευγάρι. «Ήμασταν σίγουροι ότι θα βρούμε νεκρούς», μας είπαν σοκαρισμένοι κι αυτοί. Κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται. Με τη βοήθειά τους καταφέραμε να βγούμε από τα παράθυρα, προτού να φτάσει και ο ειδοποιημένος πια πατέρας του οδηγού, που όταν βεβαιώθηκε ότι είμαστε καλά, έκατσε εκεί στο χώμα, στη μέση των συγκεντρωμένων περίεργων και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Μέσα σ' αυτό το πανδαιμόνιο συνεχίστηκαν οι τραγικά επιπόλαιες επιλογές: κάποιοι γνωστοί μας ανέλαβαν να επιστρέψουν τους τρεις μας στο σπίτι, χωρίς να δώσουμε κατάθεση στην Τροχαία, χωρίς να πάμε προληπτικά σε νοσοκομείο. Επέστρεψα, ξαναμπήκα από το παράθυρο και κοιμήθηκα. Μέχρι σήμερα οι δικοί μου δεν θα ήξεραν τίποτα εάν, το επόμενο πρωί, δεν είχα αναγκαστεί, φοβισμένη από συμπτώματα ελαφράς διάσεισης, να τους εξομολογηθώ τι συνέβη και να υποστώ σοβαρές συνέπειες.

 
Έκανα χρόνια να συνέλθω. Πήρα δίπλωμα καταπολεμώντας με τεράστια προσπάθεια τον φόβο μου και ως οδηγός παραμένω συντηρητική και επιφυλακτική. Διηγήθηκα στην κόρη μου την εμπειρία που ελπίζω να της έχει χρησιμεύσει αρκετά ως μακάβριο μεν, μάθημα δε, περιορισμού της εφηβικής παρόρμησης και κυρίως ως μάθημα οδηγικής συμπεριφοράς, μια που τόσα χρόνια και παρά το μόνιμα αρνητικό ρεκόρ μας σε αυτοκινητικά ατυχήματα τίποτα δεν άλλαξε. Όχι, το πρόβλημα με το τρομακτικό τωρινό δυστύχημα στην Αθηνών-Λαμίας δεν είναι ταξικό. Είναι, πριν απ' όλα, ελληνικό. Το γνωστό ελληνικό πρόβλημα που τα ατομικά παθήματα δεν γίνονται ποτέ συλλογικά μαθήματα και τα δράματα είναι χρήσιμα για εφήμερα ή κουτσομπολίστικα και «ηδονοβλεπτικά» δημοσιεύματα και μεγαλοστομίες. Και που όλα αυτά μαζί δεν χρησιμεύουν ποτέ για τη λήψη μέτρων, την απόκτηση αγωγής και συνείδησης. Έστω της ελάχιστης συνείδησης και του αισθήματος, αν μη τι άλλο, της αυτοσυντήρησης που υπαγορεύει π.χ. να μην οδηγείς μεθυσμένος και να αφήνεις ελεύθερη τη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης...