Η έναρξη της πολιτικής σεζόν είθισται να ξεκινά κάθε χρόνο με τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης, όπου το στίγμα δίνει συνήθως ο εκάστοτε πρωθυπουργός με τις εξαγγελίες του.


Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα πολιτικό πανηγύρι χωρίς ουσία, μια κατάσταση πολιτικής καθυστέρησης. Το σκηνικό θυμίζει δεκαετία του '50, με τους τοπικούς άρχοντες να βάζουν τα καλά τους για να υποδεχτούν την κεντρική πολιτική ηγεσία που αισθάνεται υποχρεωμένη να εξαγγείλει παροχές και πελατειακές πολιτικές, σαν τον Κωνσταντάρα όταν υποδύεται τον πολιτικό σε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία.


Τα πολιτικά επιτελεία και φέτος προετοιμάζονται πυρετωδώς για την επικοινωνιακή περφόρμανς των αρχηγών στη Θεσσαλονίκη. Για την αντιπολίτευση η δουλειά είναι εύκολη. Μπορεί να λέει ανέξοδα ό,τι θέλει, όπως συνηθίζεται στη χώρα μας. Και για τον πρωθυπουργό, όμως, δεν είναι και πολύ δύσκολη, καθώς η επικοινωνία είναι ο τομέας στον οποίο διαπρέπει και το επιτελείο του συχνά επαίρεται γι' αυτό.

 

Η δυσκολία του Τσίπρα αυτή την εβδομάδα –γι' αυτό και μέχρι την τελευταία στιγμή πολλά πράγματα δεν ήταν καθόλου σίγουρο πώς θα έπρεπε να ειπωθούν– είναι οι εξαγγελίες του να ταιριάζουν στο αφήγημα «βγήκαμε από τα μνημόνια και εφαρμόζουμε την πολιτική μας», αλλά ταυτόχρονα να μην «ερεθίσουν» και τους δανειστές.

 

Το φετινό κυβερνητικό αφήγημα της ΔΕΘ, όπως αυτό έχει ήδη προαναγγελθεί και επαναλαμβάνουν καθημερινά οι συνεργάτες του Τσίπρα, είναι ότι «πρώτη φορά μετά από οκτώ χρόνια πρωθυπουργός θα καταθέσει δική του οικονομική και πολιτική πρόταση».

 

Βεβαίως, κανένα κυβερνητικό πρόγραμμα και καμία ολοκληρωμένη πολιτική ή οικονομική πρόταση δεν πρόκειται να κατατεθεί, καθώς δεν έχει υπάρξει η προεργασία για κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και κάποια στόχευση, πλην της γενικά και αόριστα διατυπωμένης «αναδιανομής».

 

Αυτό που θα ανακοινωθεί είναι αποσπασματικά και ξεκομμένα μέτρα μικρής σημασίας, τα οποία δεν έχουν τη δυνατότητα να οδηγήσουν στη δυναμική ανάπτυξη που χρειάζεται η χώρα για να βγει από τον φαύλο κύκλο. Με βάση όλες τις μελέτες, εκθέσεις και προτάσεις διεθνών οργανισμών, φορέων, συστημικών και αντισυστημικών αναλυτών, η Ελλάδα δεν πρόκειται να οδηγηθεί πουθενά, όσο συνεχίζει να διαχειρίζεται παθητικά την παρακμή στην οποία έχει οδηγηθεί, χωρίς να παίρνει δραστικά μέτρα για να την ανατρέψει.

 
Κατά τα άλλα, ο Τσίπρας θα επιδιώξει να χαϊδέψει τα αυτιά κυρίως της «μεσαίας τάξης», την οποία χρειάζεται για να εδραιωθεί στον χώρο του πολιτικού κέντρου και της κεντροαριστεράς, όπως επιδιώκει. Στη ΔΕΘ θα επιχειρήσει να δώσει ένα στίγμα περί φορολογικών ελαφρύνσεων, μείωσης του ΕΝΦΙΑ και των ασφαλιστικών εισφορών και όλων όσα θεωρεί ότι χρειάζονται για να τη δελεάσει. Άλλωστε, η ΔΕΘ ως πολιτικό γεγονός αυτό είναι: ένα πολιτικό παζάρι, όπου οι πολιτικοί ανταγωνίζονται σε «ταξίματα» ώστε να εξαγοράσουν με αυτά τους ψηφοφόρους.

 

Η φετινή χρονιά θα είναι χρονιά εκλογών (ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές σίγουρα), οπότε αυτή η ΔΕΘ θα σηματοδοτήσει και την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, γιατί, ας μην έχει κανείς αμφιβολία, έτσι θα κυλήσει στο εξής ο χρόνος, σαν να είμαστε σε διαρκή προεκλογική περίοδο.

 

Επίσκεψη του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκου Μητσοτάκη στο Μάτι. Φωτο: Eurokinissi/Δημήτρης Παπαμήτσος
Επίσκεψη του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκου Μητσοτάκη στο Μάτι. Φωτο: Eurokinissi/Δημήτρης Παπαμήτσος

 

Η δυσκολία του Τσίπρα αυτή την εβδομάδα –γι' αυτό και μέχρι την τελευταία στιγμή πολλά πράγματα δεν ήταν καθόλου σίγουρο πώς θα έπρεπε να ειπωθούν– είναι οι εξαγγελίες του να ταιριάζουν στο αφήγημα «βγήκαμε από τα μνημόνια και εφαρμόζουμε την πολιτική μας», αλλά ταυτόχρονα να μην «ερεθίσουν» και τους δανειστές. Θα χρειαστεί, δηλαδή, να κάνει μαγικά. Όχι πολύ δύσκολο, όσο πρόκειται απλώς για μια ομιλία. Άλλωστε, ο Αλέξης Τσίπρας και οι συνοδοιπόροι του έχουν συνδέσει την πολιτική τους ιστορία με το περιβόητο «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», ένα πρόγραμμα αβάσιμο και ατεκμηρίωτο, κάτι που εκ των υστέρων παραδέχτηκαν και οι ίδιοι. Με το πρόγραμμα αυτό ωστόσο, που δεν υλοποιήθηκε ποτέ και ούτε θα μπορούσε, κατάφεραν να κερδίσουν εκλογές, αφού κανείς δεν ασχολήθηκε τότε με τη βασιμότητά του.

 

Το άλλο μεγάλο θέμα με το οποίο έκλεισε η πολιτική χρονιά και με το οποίο ξανανοίγει είναι το Σκοπιανό, που αναθερμαίνεται με αφορμή το δημοψήφισμα στη γειτονική χώρα. Η επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ στην ΠΓΔΜ και η τόσο εκδηλωτική υποστήριξή της στον Ζόραν Ζάεφ είναι ενδεικτικές του πόσο ενδιαφέρει τη Γερμανία να κλείσει το θέμα (και οπωσδήποτε δεν το κάνει για την αποκατάσταση των σχέσεων της ΠΓΔΜ με την Ελλάδα). Την ίδια θέρμη για να κλείσει το θέμα επιδεικνύουν και οι ΗΠΑ, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας είναι από καιρό πλήρως ευθυγραμμισμένος και διατεθειμένος να κάνει ό,τι χρειάζεται για να περάσει η συμφωνία στην Ελλάδα.

 

Στον ανασχηματισμό αυτό ο πρωθυπουργός αποφάσισε να βάλει στην κυβέρνηση τον (προερχόμενο από το ΠΑΣΟΚ) Μάρκο Μπόλαρη, ο οποίος «απειλούσε» ότι δεν θα ψηφίσει τη συμφωνία αν αυτή έρθει, μόνο και μόνο για να τον πείσει και να μην έχει απώλειες από την κοινοβουλευτική του ομάδα. Παρόμοια ήταν και η λογική της υπουργοποίησης Παπακώστα, γι' αυτό και προτιμήθηκε από τους Αντώναρο και Ραγκούση.

 

Η κ. Παπακώστα διαθέτει το πλεονέκτημα της κοινοβουλευτικής έδρας που δεν έχουν οι άλλοι δύο και, όπως είναι γνωστό, εξελέγη με τη ΝΔ, στην κοινοβουλευτική ομάδα της οποίας ανήκε μέχρι πριν από λίγο καιρό. Κυβερνητικές πληροφορίες ανέφεραν ότι της υπουργοποίησής της προηγήθηκε συμφωνία ότι θα συναινούσε στο Σκοπιανό, προσθέτοντας στην κυβερνητική πλειοψηφία άλλη μία πολύτιμη ψήφο. Αυτό ήταν και το συγκριτικό της πλεονέκτημα, κατά το Μέγαρο Μαξίμου, που εκτιμήθηκε και ο βασικός λόγος που προτιμήθηκε από τους άλλους πολιτικούς που ακούγονταν πριν από τον ανασχηματισμό.

 

Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη ΝΔ το Σκοπιανό φαίνεται να είναι το βούτυρο στο «προεκλογικό» τους ψωμί. Τους φέρνει ψηφοφόρους εύκολα, χωρίς να χρειάζεται να κοπιάσουν γι' αυτό. Χρειάστηκε, βεβαίως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης να αλλάξει κάπως τις θέσεις του και να παρακάμψει τις πολιτικές του αρχές, καθώς οι θέσεις του στο Σκοπιανό, πριν γίνει αρχηγός του κόμματός του, δεν διέφεραν και πολύ από αυτές του Αλέξη Τσίπρα.

 

Αυτό δεν ισχύει και για την κομματική του βάση, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων της ΝΔ ανήκει στη λεγόμενη «πατριωτική δεξιά», η οποία ποτέ δεν συγκινήθηκε μαζικά από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, που αφορούσε μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των ψηφοφόρων στην Ελλάδα. Έτσι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν διαπίστωσε πόσο ευαισθητοποιεί ακόμα το θέμα της Μακεδονίας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας και τη συντριπτική πλειοψηφία της κομματικής του βάσης, προσαρμόστηκε σε αυτό. Πλέον δηλώνει ανοιχτά ότι η ΝΔ δεν πρόκειται να επικυρώσει τη συμφωνία, κάτι που προκαλεί δυσαρέσκεια στο Βερολίνο και για πρώτη φορά η ηγεσία της ΝΔ δείχνει να βάζει σε δεύτερη μοίρα, καθώς έχει διαπιστώσει ότι οι εκλογές στην Ελλάδα δεν κερδίζονται από το Βερολίνο, όσο παρεμβατική και αν είναι η πολιτική της Γερμανίας.

 

Κατά τα άλλα, η πολιτική χρονιά ξεκίνησε πολύ θερμά, με την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση να ανταλλάσσουν βαριά λόγια, και όλες οι ενδείξεις οδηγούν στην πρόβλεψη ότι η πολιτική πόλωση θα οδηγηθεί εκτός ελέγχου το επόμενο διάστημα. Γιατί κανένα πολιτικό πάθημα αυτά τα οκτώ χρόνια δεν έγινε μάθημα για το πολιτικό προσωπικό της χώρας.