Πολλά ασύμμετρα και αγριεμένα πράγματα ακούστηκαν μετά την τραγωδία του Ζακ Κωστόπουλου. Το πιο ανατριχιαστικό, οι πέντε ακροδεξιοί που μαζεύτηκαν σήμερα μπροστά από το κοσμηματοπωλείο, φωνάζοντας:

 

«Δεν έχει το δικαίωμα η κάθε αδερφή/ στο μαγαζί να μπαίνει του βιοπαλαιστή»

 

«Πρεζάκια και γκέι/ δεν είστε αναγκαίοι»

 

Δεν είναι αναγκαίοι σε ποιον; Πού; 

 

Ρητορικό το ερώτημα. Φασισμός είναι ακριβώς αυτό― και έχει τη ρίζα του σε μια ευγονική αυταπάτη: αναγκαίοι είναι μόνο όσοι έχουν την ίδια φυλή, σεξουαλικότητα, συμπεριφορά, ακόμη και όψη με τον φασίστα. Οι υπόλοιποι, στο φούρνο.

 

Τυχαίνει να διαβάζω αυτές τις μέρες ένα από τα πιο συγκλονιστικά βιβλία που έχω διαβάσει στη ζωή μου: «Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα» της Έρικας-Κούνιο Αμαρίλιο και του Αλμπέρτου Ναρ. Είχε εκδοθεί από την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και το ίδρυμα Ετς Αχαΐμ το 1998 και ήταν εξαντλημένο. Ανατυπώθηκε το 2015 από τις εκδόσεις Ευρασία.

 

Πώς μετά από τόσα φιλοσοφικά στραπάτσα, τόσα ντοκιμαντέρ από τα κρεματόρια, τόση τρέλα στο μάτι του Χίτλερ, τόση ρευστότητα φύλου και μεθαδόνη στους χρήστες, μπορούν να μαζεύονται, έστω αυτοί οι 5 σήμερα και να φωνάζουν με τα χέρια στη μέση σα νοικοκυρές σε απόγνωση: «Πρεζάκια και γκέι/ δεν είστε αναγκαίοι»;

 

Περιέχει 50 μαρτυρίες σαλονικιών Εβραίων, που μια ωραία μέρα τούς μαζεψαν (από το δρόμο, τα σπίτια τους, το γκέτο του Βαρώνου Χιρς…), τους φόρτωσαν στα τρένα σαν ζώα και μετά από 7 μέρες τους άδειασαν, στην είσοδο του Άουσβιτς, του Μπίρκεναου κ.λπ.

 

Οι γέροι, τα μικρά παιδιά, όσοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν από την εξάντληση, φορτώθηκαν αμέσως σε αυτοκίνητα και οδηγήθηκαν κατευθείαν στα κρεματόρια

  

Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους, πέθαναν εξευτελισμένοι, αργά ή γρήγορα. Τουφεκίστηκαν, απαγχονίστηκαν, κατασπαράχθηκαν από σκυλιά, πνίγηκαν μέσα στους λάκους με τα περιττώματα, μολύνθηκαν όταν τους χειρουργούσαν ως πειραματόζωα χωρίς αναισθητικό, έλιωσαν από πνευμονίες και δυσεντερίες χωρίς μια ασπιρίνη ―δεκάδες τρόποι να πεθάνεις― έχοντας χάσει το ανθρώπινο σχήμα.

 

Επειδή ήταν Εβραίοι. Επειδή ήταν gay. Eπειδή ήταν τσιγγάνοι. Επειδή ήταν νάνοι. Καθένας και το άστρο του.

 

Οι 50 αυτοί άνθρωποι περιγράφουν πώς σιγά-σιγά τούς αφαιρέθηκε το δικαίωμα να είναι άνθρωποι. Πώς, μεθοδικά, τους έγδυσαν από το πρόσωπό τους, τη μνήμη τους, τη ζωή τους, την αξιοπρέπειά τους.

 

Πώς τους υποβίβασαν στην καρικατούρα που είχαν κατασκευάσει γι’ αυτούς. Κάτι φυλετικά κατώτερο με γαμψή μύτη. Κάτι που ζει λαθραία, νιώθει λιγότερο από τα άλλα πλάσματα, δεν επιτρέπεται να μπαίνει στα μαγαζιά των αρίων.

 

«Δεν έχει το δικαίωμα η κάθε αδερφή/ στο μαγαζί να μπαίνει του βιοπαλαιστή»

 

Αυτή η εγκληματική επιστημονικοποίηση των κατώτερων ενστίκτων ήταν ένα από τα πιο θεαματικά στουκαρίσματα της Ιστορίας.

 

Κι όμως. Τίποτα δεν μας έμαθε. Ο ναζισμός (όπως και άλλα ιστορικά του ανάλογα), πνίγηκε στο αίμα των θυμάτων του - ωστόσο, εξακολουθεί να έχει νοσταλγούς, που θέλουν να ξανακατέβουν στο χαμηλότερο σκαλί της ανθρώπινης φύσης. 

 

Και οι Ισραηλινοί, που τα είδαν όλα και κάθε οικογένειά τους είναι ένα τραύμα― εξολοθρεύουν αργά και μεθοδικά έναν άλλο λαό, αφαιρώντας του το δικαίωμα να ζήσει με αξιοπρέπεια στα εδάφη του.

 

Πώς ένας λαός που ωρίμασε μεσα στον πόνο, μπορεί να σφάζει αμάχους στη Σάμπρα και Σατίλα;

 

Πώς μετά από τόσα φιλοσοφικά στραπάτσα, τόσα ντοκιμαντέρ από τα κρεματόρια, τόση τρέλα στο μάτι του Χίτλερ, τόση ρευστότητα φύλου και μεθαδόνη στους χρήστες, μπορούν να μαζεύονται, έστω αυτοί οι 5 σήμερα και να φωνάζουν με τα χέρια στη μέση σα νοικοκυρές σε απόγνωση:

 

Πρεζάκια και γκέι/ δεν είστε αναγκαίοι…

 

Ποιά κτηνώδης αυτοπεποίθηση τούς επιτρέπει να αποφασίζουν ποιος έχει το δικαίωμα να υπάρχει;

 

Κι εδώ, παύει η φιλοσοφία κι αρχίζουν οι ευθύνες ενός κράτους ακυβέρνητου. Που είναι καλό για να ψεύδεται και να μαζεύει φόρους, αλλά αποτυγχάνει συστηματικά να προστατεύσει τόσο το «τζάνκι» όσο και τον «νοικοκύρη». Πού τα έχει όλα κάνει χυμαδιό, τόσο στους δρόμους, όσο και στο θυμικό των ανθρώπων, μετακυλίοντάς τους όλες τις ευθύνες του, να αποφασίζουν αυτοί για ό,τι έπρεπε να είναι ήδη αποφασισμένο· να προστατεύουν ό,τι έπρεπε να ειναι προστατευμένο.

 

Αν το κράτος δεν ήταν αυτό το ανοχύρωτο μπουλβάρ,  ο θάνατος του Ζακ (οπως εκατοντάδες άλλοι, ανώνυμοι θάνατοι) θα είχε αποφευχθεί. Θα είχε αποφευχθεί και η απελπισία του. Και η αυτοδικία του κοσμηματοπώλη. Ακόμη και το ακροδεξιό τσίρκο σήμερα απ’ έξω, ή στα social media.

 

Η σύγχυση και το αίμα οφείλονται στο ότι οι αδύναμοι είναι αφημένοι στη μοίρα τους, κι η πόλη αφημένη στην αυτοδικία. 

 

Σε αυτό το ανεπαρκές, σχεδόν κωμικό κράτος, που είναι εξπέρ μόνο να κυνηγάει και να νίπτει τας χείρας του (οι μπάτσοι ήρθαν εκ των υστερων να προσθέσουν κι αυτοί την κλοτσιά τους στον πεσμένο άνθρωπο), ακούγεται σχεδον γελοίο να πεις ότι κανένας άνθρωπος δεν περισσεύει και κανένας φόνος δεν είναι καλός.

 

Ακούγεται ύποπτο για χριστιανισμό, το να ισχυριστείς ( όπως η Simone Weil  στο  «Το πρόσωπο και το ιερό»)  ότι μόνο αν μπεις στη θεση του άλλου, μπορείς να γίνεις άνθρωπος-  ότι κάθε άνθρωπος είναι κάτι ιερό και η ιερότητά του συνίσταται στην επιθυμία να μην του κάνουν κακό, το παράπονο όταν του κάνουν κακό, και την προσδοκία να του κάνουν καλό. 

  

Σκέφτομαι τις φάτσες σήμερα έξω από το κοσμηματοπωλείο, αν τυχόν διάβαζαν κάτι τέτοιο:

 

― Τι λες ρε μαλάκα; Να μπει ο χρυσαυγίτης στη θέση της αδερφής; Ο οικογενειάρχης στη θέση του τζάνκι; Όλα ίσωμα; Μήπως θες να βγω κι απ το σπίτι μου, και να ‘μπουν μέσα οι πακιστανοί και οι πουτάνες;

 

Όσο δεν υπάρχει  κεντρική απάντηση σε αυτά τα σκοταδιστικά ερωτήματα (Παιδεία, Πρόνοια, Δίκαιο - πέρα από σπασμωδικες, αυτόνομες αντιδράσεις), δεκάδες διχασμοί θα κόβουν φέτες την Ελλάδα.

  

Και το μίσος θα κάνει πάλι τη δουλειά του. 

 

Μέχρι να κλειστούμε ο καθένας στο γκέτο του.