Ο αέρας ελευθερίας που διαπνέει τις ιστορίες του Απουλήιου, οι σκαμπρόζικες σκηνές του Δεκαημέρου, τα σκοτάδια του Καραβάτζο, τα αρώματα της Τοσκάνης, τα όνειρα του Φελίνι και το κράνος του Φερνάντο Ρόσι υπάρχουν αυτούσια στην αυτοβιογραφία του Μίλο Μανάρα με τον τίτλο Αυτοπροσωπογραφία που μόλις κυκλοφόρησε σε μετάφραση Χρήστου Σιάφκου από τις εκδόσεις ΚΨΜ.

 

Όταν εκδόθηκε το βιβλίο στην Ιταλία όλοι ζητούσαν μια συνέντευξη από τον κορυφαίο κομίστα, ο οποίος επέλεξε τη χρονιά της έξαρσης της πανδημίας και του κινήματος του #metoo για να γράψει την αυτοβιογραφία του, ουσιαστικά για να εξηγήσει ολόκληρη την κοσμοθεωρία που κρύβεται πίσω από το πολύχρωμο σύμπαν των δημιουργών των κόμικς, οι οποίοι, σε αυτόν τον τόμο, παίρνουν δικαιωματικά μια θέση δίπλα στους μεγάλους καλλιτέχνες όχι με έπαρση αλλά με την ακριβή ευθύτητα ενός δημιουργού που ξέρει πως το έργο του ‒όχι μόνο το δικό του αλλά και τόσων διάσημων ομοτέχνων του στους οποίους αποτίει φόρο τιμής‒ δεν εξαντλείται, όπως πολύ νομίζουν, στην εικονογράφηση ερωτικών ή άλλων ανάλογων περιπετειών, για τις οποίες τον έχουν κατηγορήσει, αλλά κρύβουν ένα καλλιτεχνικό όραμα, ακόμα και όταν φαίνεται εσκεμμένα ότι λοξοδρομούν.

 

Το μυθιστορηματικό από το πραγματικό σε αυτήν τη βιογραφία με δυσκολία διαχωρίζονται και έχουν ως κοινό άξονα τον κόσμο του κόμικ.

Εν προκειμένω, πρόκειται για το όραμα ενός ανήσυχου δημιουργού, ο οποίος δεν επικαλείται επί ματαίω τη σπουδαία πολιτιστική παράδοση της χώρας του, κάνοντας αναφορές σε ονόματα όπως αυτό του αγαπημένου του Καραβάτζο ‒άλλο αποσυνάγωγο πνεύμα κι αυτός!‒, αλλά μπορεί, για παράδειγμα, να εξηγεί με ακρίβεια τις επιρροές του κιαροσκούρο στο αεροπλάνο που ζωγράφισε στο κόμικ που εμπνεύστηκε από τα δημιουργικά όνειρα του Φελίνι, και ας μην εκδόθηκε ποτέ, την ακρίβεια του φωτός στα πλάνα που συζητούσαν μαζί επί ώρες ή τη βαθιά συναίσθηση των μεγάλων γεγονότων που είχε όταν έφτιαχνε την εικονογραφημένη Ιστορία της Γαλλίας για τη Larousse.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι αποφάσισε να ξαναστήσει ένα κόμικ από την αρχή μόνο και μόνο επειδή έδειχνε εσφαλμένα τον Λουδοβίκο IH να φτάνει στις Τουιλερί το 1814 με την αμαξά κλειστή και όχι ανοιχτή, όπως είχε συμβεί στην πραγματικότητα! Αυτά τον γέμιζαν χαρά και όχι απογοήτευση.

 

Με κύριους συνομιλητές και συνεργάτες τον Ούγκο Πρατ, τον περίφημο δημιουργό του Κόρτο Μαλτέζε, και τον Φελίνι, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε υπάρξει δεινός σκιτσογράφος, ο Μανάρα βρέθηκε να στοχάζεται από νωρίς πάνω στους κεντρικούς άξονες της εικονοποιητικής δημιουργίας και των αρχών που διαμορφώσαν την παράδοση του κόμικ στο οποίο αφοσιώθηκε αποκλειστικά, αρνούμενος να γίνει αρχιτέκτονας.

 

Επίτηδες δεν χρησιμοποιεί την έκφραση graphic novel σε καμία από τις αφηγήσεις του στο βιβλίο, οι οποίες συνοδεύονται από πλούσια εικονογράφηση ‒πώς αλλιώς;‒, και μια φορά που την αναφέρει είναι για κακό, ίσως γιατί με το βιβλίο του επιδιώκει να αποκαταστήσει τη μεγάλη δόξα της παλιάς σχολής που δεν εικονογραφούσε ούτε έφτιαχνε απλώς σενάρια παρά δημιουργούσε μεγαλόπνοες ιδέες τις οποίες άφηνε ανοιχτές στον αέρα της περιπέτειας.

 

Απόδειξη η ίδια του η ζωή, από τότε που ο Ούγκο Πρατ τον απέτρεψε να δουλεύει με ωράριο σε γραφείο και εκείνος βάλθηκε να γυρίζει όλο τον κόσμο μαζί με τη γυναίκα του και το κάμπερ όχημα του, στο οποίο φόρτωσε τον εξοπλισμό του, επισκεπτόμενος ακόμα και την Ελλάδα, όπου βρέθηκε να ζωγραφίζει μερικές από τις πιο γνωστές δημιουργίες του στους αμμόλοφους της Χαλκιδικής.

 

Πέρασε, επίσης, από τα Μετέωρα για να δει, όπως λέει, τις πόλεις μέσα από τους βράχους και έφτασε μέχρι την Ινδία εμπνευσμένος από το Το άρωμα των Ινδιών του Πιερ-Πάολο Παζολίνι.

 

Η ελευθερία ως η κεντρική αίσθηση που πρέπει να διαπνέει τα σκίτσα κάθε κομίστα, όπως αυτή που φυσούσε τα ατίθασα μαλλιά του Κόρτο Μαλτέζε του Πρατ και της δικής του ηρωίδας, της Μέλι, ήταν θέμα γενικότερης αισθητικής αλλά και προσωπικής και πολιτικής νοοτροπίας. Εξού και ότι, κατευθυνόμενος από το ίδιο ριζοσπαστικό κλίμα, δημιούργησε μαζί με τον Ούγκο Πρατ μια σειρά από κόμικς για τα άγνωστα μέρη της άγριας Δύσης, έχοντας ως σημείο αναφοράς τον Τζέιμς Φέμινορ Κούπερ, τον Ζέιν Γκρέι αλλά και τον Ναθάνιελ Χόθορν.

 

Οι κοινές διεργασίες οδήγησαν στη δημιουργία του περίφημου Όλα ξανάρχισαν μ’ ένα ινδιάνικό καλοκαίρι, όπου φυσικά πρωταγωνιστές ήταν οι καλοί Ινδιάνοι και όχι οι «κακοί» καουμπόηδες.

 

Το πρώτο, πανέμορφο και εντυπωσιακό στριπ αυτών των ιστοριών αποκάλυπτε ένα τοπίο άδειο από αμμόλοφους, γλάρους, με μια ήρεμη θάλασσα απ’ όπου ξεπρόβαλλαν οι όμορφοι εκπρόσωποι της ινδιάνικης φυλής. Μάλιστα, τα συγκεκριμένα σχέδια έτυχε να τα δείξει ο Μανάρα στον αείμνηστο Πρατ σε μια γόνδολα στη Βενετία με οριστικό κριτή έναν γονδολιέρη(!), φίλο του Πρατ, ο οποίος αποφάνθηκε ότι είναι όμορφα και ότι μπορούν να εκδοθούν. Το κόμικ έγινε τελικά διεθνής επιτυχία και πήρε βραβείο στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ, το οποίο, όπως λέει ο ίδιος ο Μανάρα, είχε τη γενναιοδωρία να του χαρίσει ο Πρατ.

 

Γενικώς, από την τιμή που αποδίδει στα πρόσωπα που τον βοήθησαν έχει κανείς την αίσθηση ότι ο αυτοβιογραφούμενος κομίστας ήταν και είναι γεμάτος από αγάπη για την τέχνη και τη ζωή. Γι’ αυτό και στην εξιστόρησή του βάζει στο δεύτερο πλάνο τις απογοητεύσεις, αναλαμβάνοντας αποκλειστικά την ευθύνη των όποιων αστοχιών.

 

Η αλήθεια είναι ότι δεν μετανιώνει ούτε καν για τα πρώτα, παράνομα ερωτικά κόμικς τσέπης, παρά μόνο για το γεγονός ότι δεν ήταν τόσο επαγγελματικά, αναγνωρίζοντας το κλίμα της εποχής που ήθελε τους πρώτους κομίστες να καταφεύγουν σε αυτήν τη λύση αν ήθελαν να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι, και μάλιστα σε μια εποχή που ο ερωτισμός ήταν ουσιαστικά ένας τρόπος εκφραστικής αντίστασης στη γενικότερη συντήρηση που επέβαλαν η Εκκλησία και οι πολιτικοί. Φροντίζει, δε, να μας θυμίσει ότι όλες αυτές οι κινήσεις ήταν απολύτως πολιτικές, αντίστοιχες με αυτές που επηρέασαν τον Παζολίνι ή που έκαναν τον Μάρκες να εμπνευστεί την Ερεντίνα, ένα κορίτσι από το Μακόντο, και να τη βάλει να το σκάσει με μια ομάδα περαστικών σαλτιμπάγκων, μια ιστορία που ο ίδιος λέει ότι επηρέασε βαθιά.

 

«Το Μακόντο είχε δώσει το όνομά του στο ιστορικό κέντρο του Μιλάνου που από τη δεκαετία του ’70 υπήρξε ένα από τα σημεία αναφοράς της αντικουλτούρας και της αμφισβήτησης», γράφει ο Μανάρα.

 

Στο ίδιο ριζοσπαστικό κλίμα ξεκίνησε να στήνει τις ιστορίες του Τζουζέπε Μπέργκμαν για το ανήσυχο πνευματικά περιοδικό «À Suivre», τις οποίες λέει ότι απαγόρευσαν στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ τη δεκαετία του ’80.

 

Στο ίδιο περιοδικό, στο τεύχος το αφιερωμένο στον Λένον λίγο μετά τον θάνατό του, φαντάστηκε τον τραγουδιστή των Beatles να συναντά τους εκπροσώπους διαφορετικών θρησκειών, όπως ο Ιησούς Χριστό, ο Βούδας και ο Μωάμεθ, «που τον παρουσίασα όπως έχει αποτυπωθεί στην ισλαμική εικονογραφία, δηλαδή μ’ ένα πέπλο μπροστά στο πρόσωπο. Το έκανα με ακρίβεια και με σεβασμό. Δεν πρόσβαλα τις ευαισθησίες κανενός», γράφει χαρακτηριστικά.

 

Είναι η ίδια η εποχή που γνωρίζει τον Μέμπιους (Ζαν Ζιρό), τον Αντρέα Πατσιέντσα ή τον Ζορζ Βολανσκί που ξέρουμε ότι δολοφονήθηκε στο «Charlie Hebdo». Ήταν τότε που συναντιούνταν όλοι μαζί και κουβέντιαζαν περί δημιουργίας μαζί με τον Ζακ Μπρελ, τον Πάολο Κόντε, τον Ντέιβιντ Ριοντίνο και τον Φραντσέσκο Γκουτσίνι.

 

Αυτή η λίστα δεν έχει τέλος, αν αναλογιστεί κανείς με ποιους έχει συνευρεθεί αλλά και συνεργαστεί ο Μανάρα σε αυτήν τη ζωή: από τον Πέδρο Αλμοδόβαρ και τον Ρόμπερτ Όλτμαν μέχρι τον Λικ Μπεσόν και τον Ρομάν Πολάνσκι (για μια ταινία που δεν έγινε τελικά).

 

Εκφώνηση: Μαρία Δρουκοπούλου