Έως το 44 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας ήταν ο πιο διάσημος και ο πιο αμφιλεγόμενος άντρας στη Ρώμη. Ο λαϊκιστής πολιτικός «αστέρας», σπουδαίος συγγραφέας και άριστος στρατιωτικός που κυρίευσε τη Γαλατία (τη σημερινή Γαλλία, μαζί με το Βέλγιο) και εισέβαλε στη Βρετανία και τη Γερμανία, κατάφερε να ανελιχθεί στην εξουσία και να γίνει ο πιο ισχυρός άνδρας της εποχής του.

 

Όταν οι εχθροί του, ο παλιοί προστάτες της Συγκλήτου, τον απομάκρυναν από την ηγεσία, ο Καίσαρας διέσχισε τον Ρουβίκωνα και εισέβαλε στην Ιταλία. Συνέχισε να μάχεται στον εμφύλιο πόλεμο που εξαπλώθηκε σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, κατορθώνοντας να πετύχει θριαμβευτικές νίκες, και στη συνέχεια προσπάθησε να συμφιλιωθεί με όσους εχθρούς του επιβίωσαν και να τους πείσει να του αφοσιωθούν και να δεχτούν την εξουσία του ως δικτάτορα. Ήταν μία πολύ δύσκολη αποστολή που κατέληξε στη δολοφονία του στις Ειδούς του Μαρτίου (στις 15, δηλαδή, του μήνα).

 

Η υπόθεση της δολοφονίας του Ιούλιου Καίσαρα είναι μία πολύ σκοτεινή ιστορία και για αιώνες υπήρχαν αρκετές πτυχές της που δεν είχαν αποκαλυφθεί. Αυτό που είναι ευρέως γνωστό είναι ότι δύο Ρωμαίοι γερουσιαστές, ο Βρούτος και ο Γάιος Κάσιος, οργάνωσαν τη δολοφονία του, αλλά αυτό είναι μόνο ένα μέρος της αλήθειας

 

Πρόσωπο-κλειδί στην οργάνωση της δολοφονίας του είναι ο Δέκιμος, ένας συμπολεμιστής του από τα παλιά και έμπιστος υπολοχαγός του, τον οποίο ο Καίσαρας αγαπούσε πολύ – ήταν ο άνθρωπος που τον έπεισε να πάει το πρωί της 15ης Μαρτίου στη Σύγκλητο. Ο Καίσαρας είχε αποφασίσει να μην παρευρεθεί, προφασιζόμενος αδιαθεσία, αλλά στην πραγματικότητα τον είχε τρομάξει η σύζυγός του, η Καλπουρνία, που έβλεπε συνεχώς άσχημα όνειρα.

 

«Τι λες Καίσαρα; Είναι δυνατόν κάποιος του δικού σου αναστήματος να δίνει βάση στα όνειρα μιας γυναίκας και στους οιωνούς κάποιων ηλιθίων;» του είπε όταν τον συνάντησε εκείνο το πρωί στην αυλή της έπαυλής του στην καρδιά της Ρώμης, με όλο το θάρρος που του έδινε η συμπάθεια που του είχε ο Καίσαρας, παραβλέποντας το γεγονός ότι ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός του και ισόβιος δικτάτορας της Ρώμης.

 

Ο Δέκιμος κατάφερε να του αλλάξει την απόφαση, έτσι ο Καίσαρας πήγε στη συνάντηση της Συγκλήτου, μόνο και μόνο για να ανακοινώσει ο ίδιος την αναβολή της. Δεν αγνοούσε μόνο ότι περισσότεροι από 60 συνωμότες τον περίμεναν οπλισμένοι με στιλέτα για να τον σκοτώσουν, αλλά και ότι ο Δέκιμος ήταν ένας από τους βασικούς οργανωτές της συνωμοσίας που άλλαξε τη ροή της ιστορίας.

 

Ωστόσο, οι περισσότεροι ιστορικοί αναφέρουν ως εγκεφάλους πίσω από την συνωμοσία τον Βρούτο και τον Κάσιο επειδή τους αναφέρει και ο Πλούταρχος, ο οποίος έγραψε για τη δολοφονία 150 χρόνια αργότερα, και από τον Σαίξπηρ που βάσισε όλη του την ιστορία πάνω στην αφήγηση του Πλουτάρχου. Έτσι ο Δέκιμος πάντα παραλείπεται από την ιστορία. Ο Σαίξπηρ, μάλιστα, τον αναφέρει και με λάθος όνομα, ως Δέκιο, και περιγράφει μόνο την παραπάνω σκηνή.

 

Είναι πολλά, όμως, αυτά που δείχνουν ότι ο Δέκιμος ήταν ο βασικός υποκινητής της δολοφονίας. Τα κίνητρά του δεν ήταν καθόλου ασαφή και η συμπεριφορά του δείχνει πόσο καλά οργανωμένοι ήταν οι συνωμότες. Η πιο παλιά λεπτομερής πηγή για τη δολοφονία του Καίσαρα αναφέρει ότι ο Δέκιμος ήταν ο αρχηγός της συνωμοσίας.

 

Κάποια στιγμή, μερικές δεκαετίες μετά τις Ειδούς του Μαρτίου, ο Νικόλαος ο Δαμασκηνός, ο Έλληνας ιστορικός και περιπατητικός φιλόσοφος, έγραψε το Βίος Καίσαρος, τη βιογραφία του Οκταβιανού Αυγούστου, ο οποίος ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας της Ρώμης (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.). Από αυτή τη βιογραφία έχει διασωθεί μία μετέπειτα σύντμηση που επικεντρώνεται στη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα.

 

Μέχρι πρόσφατα, οι μελετητές δεν έδιναν μεγάλη σημασία στο έργο του Δαμασκηνού επειδή δούλευε για τον Αύγουστο και άρα είχε ένα κίνητρο να επιτεθεί στους συνωμότες. Μία μελέτη πριν από μερικά χρόνια, ωστόσο, αποκαλύπτει ότι ο Νικόλαος ήταν λαμπρός μελετητής της ανθρώπινης φύσης και αξίζει περισσότερης προσοχής. Μία σειρά από γράμματα, επίσης, ανάμεσα στον Δέκιμο και τον Κικέρωνα, γραμμένα όλα μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, ρίχνουν επίσης φως στην υπόθεση, αλλά και για αυτά υπάρχουν αμφιβολίες από κάποιους ιστορικούς.

 

Αντίθετα με τον Βρούτο και τον Κάσιο, ο Δέκιμος ήταν άνθρωπος του Καίσαρα. Στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Καίσαρα και τον Ρωμαίο στρατηγό Πομπήιο (49 – 45 π.Χ.), και ο Βρούτος και ο Κάσιος υποστήριζαν τον Πομπήιο και μετά άλλαξαν πλευρά. Ο Δέκιμος στήριξε τον Καίσαρα από την αρχή μέχρι το τέλος. Όσο καιρό διαρκούσε η διαμάχη, ο Καίσαρας διόρισε τον Δέκιμο ως λοχαγό για να κυβερνήσει τη Γαλατία, ως αντικαταστάτης του. Στο τέλος του πολέμου, το 45 π.Χ., ο Δέκιμος έφυγε από τη Γαλατία και επέστρεψε στην Ιταλία με τον Καίσαρα.

 

Έπειτα τα πράγματα χάλασαν. Μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 45 π.Χ. και του Μαρτίου του 44, ο Δέκιμος άλλαξε γνώμη για τον Καίσαρα. Δεν είναι γνωστό γιατί, ίσως αυτό που τον έκανε να αλλάξει γνώμη να ήταν οι δύο θριαμβευτικές παρελάσεις το φθινόπωρο του 45 π.Χ. στη Ρώμη, όταν οι λοχαγοί του Καίσαρα γιόρτασαν τη νίκη τους μπαίνοντας στην πόλη θριαμβευτικά, κόντρα σε κάθε έθιμο.

 

Ο Καίσαρας δεν έδωσε το ίδιο προνόμιο στον Δέκιμο, όταν νίκησε μια άγρια φυλή Γαλατών. Μπορεί να τον εξαγρίωσε και η συνάντηση που είχε ο Καίσαρας με τον ανιψιό του τον Οκταβιανό (όπως ήταν τότε γνωστός ο Αύγουστος), τον οποίο διόρισε αντικαταστάτη του στον πόλεμο εναντίον της Παρθίας (το αρχαίο Ιράν), το 44 π.Χ., εχθρό της Ρώμης στην ανατολική Μεσόγειο. Ο Δέκιμος, στο μεταξύ, έπρεπε να μείνει πίσω και να κυβερνήσει την Ιταλική Γαλατία.

 

Όποια και να ήταν τα κίνητρά του, από τη στιγμή που επέστρεψε ο Καίσαρας, ο Δέκιμος δεν τον έβλεπε το ίδιο με πριν. Έγινε αρχηγός των συνωμοτών και κύριος κατάσκοπός τους. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που ήξερε πώς σκεφτόταν και πώς δρούσε ο Καίσαρας, άνθρωπος της εμπιστοσύνης του. Επιπλέον, Ο Δέκιμος είχε υπό το έλεγχό του μια ομάδα μονομάχων οι οποίοι έπαιξαν βασικό ρόλο στις Ειδούς.

 

Ο Καίσαρας παρέμεινε στη Ρώμη από τον Οκτώβριο του 45 μέχρι τον Μάρτιο του 44 π.Χ., τη μεγαλύτερη περίοδο που έμεινε εκεί για χρόνια. Ποτέ δεν αποκάλυψε ότι είχε συγκεκριμένα σχέδια, αλλά οι πράξεις του πρόδιδαν ότι σκόπευε να αλλάξει την κυβέρνηση της Ρώμης. Συμπεριφερόταν όλο και περισσότερο με τρόπους αυταρχικούς, υιοθετώντας τον τίτλο του Ισόβιου Δικτάτορα. Δεν ήταν βασιλιάς, αλλά απέκτησε το ισοδύναμο βασιλικής δύναμης.

 

Υπήρχε και ένα άλλο θέμα εδώ, το τι θα γινόταν μετά το θάνατο του Καίσαρα. Για τους επικριτές του, η εύνοια που έδειχνε στον Οκταβιανό μεγάλωνε την τρομακτική προοπτική μιας δυναστείας.

 

Τον Καίσαρα τον αγαπούσαν πολύ οι Ρωμαίοι. Υπήρχαν αρκετοί που αντιδρούσαν στην αυξανόμενη εξουσία του με κολακεία. Του έδωσαν με ψηφοφορία πολλά προνόμια, το πιο σκανδαλώδες από τα οποία ήταν ότι τον ονόμασαν «θεό», με προοπτικές να γίνει ιερέας σε κάποιο ναό. Αυτοί που τον έβλεπαν ως προσωπική απειλή ή ως απειλή για τη δημοκρατία ήθελαν να σταματήσουν τη δράση του και αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν.

 

Τα σχέδια για τη δολοφονία είναι βεβαιωμένα (με μαρτυρίες) από το καλοκαίρι του 45 π.Χ., αλλά έπρεπε να περάσουν μήνες μέχρι να οργανωθεί η επιχείρηση. συμμετείχαν τουλάχιστον 60 άντρες, από τους οποίους σήμερα μπορούμε να κατονομάσουμε τους 20. Σύμφωνα με έναν συγγραφέα που έγραψε για τη δολοφονία τα επόμενα χρόνια, τον Σενέκα, οι περισσότεροι από τους συνωμότες δεν ήταν εχθροί του Καίσαρα, αλλά φίλοι και υποστηριχτές του.

 

Αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να ειπωθεί για τον Βρούτο και τον Κάσιο, τους πιο γνωστούς συνωμότες. Ο Κάσιος ήταν στρατιωτικός και πρώην υποστηριχτής του Πομπήιου, που απεχθανόταν την αυταρχική συμπεριφορά του Καίσαρα. Όσο για τον Βρούτο, δεν ήταν καθόλου ο φίλος του Καίσαρα, που παρουσιάζει ο Σαίξπηρ. Η μητέρα του Βρούτου ήταν πρώην ερωμένη του Καίσαρα. Ωστόσο, ο Βρούτος υποστήριξε τον Πομπήιο μέχρι την ήττα του το 48 π.Χ. στη μάχη με τον Καίσαρα, οπότε άλλαξε πλευρά. Αμέσως πρόδωσε τον πρώην αρχηγό του, ενημερώνοντας τον Καίσαρα πού είναι ο Πομπήιος, όταν το έσκασε μετά τη μάχη. Η αμοιβή του ήταν τα ψηλά αξιώματα που τον έφεραν στη θέση που κατείχε στη Σύγκλητο.

 

Ο Καίσαρας, ο παλιός πολεμιστής, προσπάθησε να αμυνθεί. Κάρφωσε τον Τύλλιο με τη γραφίδα του και κατάφερε να κινηθεί προς τα πίσω. Δυο από τους υποστηρικτές του επιχείρησαν να τον φτάσουν, αλλά οι συνωμότες τους έκλεισαν τον δρόμο και τους κυνήγησαν.

 

Η σχέση που είχαν ήταν πολύ καλή, μέχρι που το καλοκαίρι του 45 μ.Χ. ο Βρούτος χώρισε τη γυναίκα του και ξαναπαντρεύτηκε. Η νέα του σύζυγος ήταν η Πορκία, ξαδέρφη του και κόρη του μεγαλύτερου εχθρού του Καίσαρα, του Κάτωνα. Τον χειμώνα του 44 οι αντίπαλοι του Καίσαρα άρχισαν να ζητάνε από τον Βρούτο να τιμήσει την παράδοση των προγόνων του, ένας από τους οποίους ήταν και ο ιδρυτής της ρωμαϊκής δημοκρατίας, ο Λούκιος Ιούνιος Βρούτος. Έτσι, από αγάπη για τη γυναίκα του και από την προτροπή των πολέμιων του Καίσαρα, ο Βρούτος στράφηκε εναντίον.

 

Το σχέδιο δολοφονίας του Καίσαρα πέτυχε επειδή ήταν σχολαστικά σχεδιασμένο και εκτελεσμένο χωρίς κανένα λάθος. Ειδικά με τη συμμετοχή στρατηγών όπως του Δέκιμου, του Κάσιου και του βετεράνου διοικητή του Καίσαρα, του Τρεμπόνιου, δύσκολα μπορούσε να αποτύχει. Οι εκτελεστές επέλεξαν να σκοτώσουν οι ίδιοι τον Καίσαρα παρά να μισθώσουν δολοφόνους, μια απόφαση που δείχνει τη σοβαρότητα του σκοπού τους. Και χτυπώντας τον σε συνέλευση της Συγκλήτου, η δολοφονία γινόταν δημόσια πράξη παρά ιδιωτική βεντέτα – κάτι περισσότερο από ένας απλός φόνος.

 

Και το πόσο επαγγελματική επιχείρηση ήταν, φαίνεται και από το φονικό εργαλείο που επέλεξαν. Επιτέθηκαν στον Καίσαρα με στιλέτα και όχι με σπαθιά. Τα σπαθιά ήταν πολύ μεγάλα για να τα κρύψουν μέσα στους χιτώνες ή μέσα στη Σύγκλητο και δύσχρηστα για να χρησιμοποιήσουν σε τόσο μικρό χώρο. Συγκεκριμένα, χρησιμοποίησαν το pugio, το στρατιωτικό στιλέτο που είχαν όλοι οι λεγεωνάριοι. Τα στρατιωτικά στιλέτα δεν ήταν μόνο πρακτικά όπλα, ήταν και αξιοσέβαστα, έτσι έδειχναν ξανά ότι δεν ήταν απλοί δολοφόνοι.

 

Έχει ενδιαφέρον επίσης ο χώρος που έγινε η δολοφονία. Οι περισσότεροι επισκέπτες στην αρχαία Αγορά της Ρώμης νομίζουν ότι ο Καίσαρας δολοφονήθηκε εκεί, στο κτίριο της ρωμαϊκής Συγκλήτου, αλλά δεν είναι αλήθεια. Δεν τον σκότωσαν ούτε στον λόφο του Καπιτωλίου, όπως αναφέρει ο Σαίξπηρ. Η δολοφονία έγινε περίπου ένα μίλι μακριά από την Αγορά, στην κουρία του Πομπήιου, ένα μέρος που συγκεντρωνόταν η Σύγκλητος, ειρωνικά χτισμένο από τον μεγάλο του αντίπαλο. Ήταν μέρος ενός μεγάλου συμπλέγματος κτιρίων που περιλάμβαναν ένα θέατρο, ένα πάρκο, ένα πρόστωο, μαγαζιά και γραφεία.

 

Οι αγώνες των μονομάχων που γίνονταν στο θέατρο στις 15 Μαρτίου έδωσε στον Δέκιμο μία αφορμή να συγκεντρώσει τους μονομάχους κοντά στο κτίριο του Πομπήιου. Ο πραγματικός λόγος ήταν, αν χρειαζόταν, να δρούσαν ως δύναμη ασφαλείας.

 

Ως στρατηγός, ο Καίσαρας είχε έναν προσωπικό φρουρό, αλλά τον απέλυσε όταν επέστρεψε στην πολιτική ζωή της Ρώμης. Ήθελε να φαίνεται προσιτός και ατρόμητος στον λαό της Ρώμης. Επιπλέον, μόνο οι συγκλητικοί μπορούσαν να μπουν στις συνεδριάσεις της Συγκλήτου, έτσι όλη η συνοδεία του θα έπρεπε να περιμένει έξω από το κτίριο. Επίσης, είχε διορίσει πολλούς συγκλητικούς ο ίδιος, και μεταξύ τους ήταν και στρατιωτικοί. Εάν χρειαζόταν βοήθεια, θα μπορούσαν να αποκρούσουν τους δολοφόνους.

  

Και παρότι ήταν ένας πολύ δυνατός και επιδέξιος άντρας στη μάχη, οι εκτελεστές έδρασαν γρήγορα και τον αιφνιδίασαν, απομονώνοντας τον στόχο τους πριν χτυπήσουν. Πριν ο Καίσαρας καθίσει στη θέση του στο Βήμα, αρκετοί εκτελεστές κάθισαν πίσω από την καρέκλα του, ενώ άλλοι τον περικύκλωσαν για να του αποσπάσουν την προσοχή. Έπειτα άρχισαν να επιτίθενται.

 

Ο Τύλλιος, ένας μεθύστακας στρατιώτης που είχε ευνοήσει ο Καίσαρας, άρπαξε τα χέρια του υποτιμητικά και τράβηξε τον χιτώνα του. Με αυτό το σήμα, οι άλλοι συνωμότες χτύπησαν καθοδηγούμενοι από τον Σερβίλιο Κάσκα. Ο Καίσαρας αμέσως ρώτησε τον Τύλλιο, «γιατί χρησιμοποιείς βία;» και τον έβρισε, χαρακτηρίζοντάς τον «ασεβή» και «καταραμένο». Ωστόσο, δεν είπε ποτέ «Κι εσύ Βρούτε;» – αυτή η φράση είναι μεσαιωνική επινόηση. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν τη φήμη ότι ο Καίσαρας είπε στον Βρούτο «κι εσύ, παιδί μου;», αλλά δεν υπάρχει καμία μαρτυρία.

 

Ο Καίσαρας, ο παλιός πολεμιστής, προσπάθησε να αμυνθεί. Κάρφωσε τον Τύλλιο με τη γραφίδα του και κατάφερε να κινηθεί προς τα πίσω. Δυο από τους υποστηρικτές του επιχείρησαν να τον φτάσουν, αλλά οι συνωμότες τους έκλεισαν τον δρόμο και τους κυνήγησαν.

 

Στο μεταξύ, ο Τρεμπόνιος είχε αναλάβει να πιάσει κουβέντα στον Μάρκο Αντώνιο και να τον απασχολήσει έξω από την πόρτα της Συγκλήτου. Ο Αντώνιος ήταν βετεράνος στρατιώτης, δυνατός και πιστός στον Καίσαρα και μπορούσε να γίνει πολύ επικίνδυνος. Εάν είχε μπει στη Σύγκλητο, θα είχε καθίσει στο Βήμα μαζί με τον Καίσαρα και θα τον είχε βοηθήσει.

 

Χωρίς βοήθεια, ο Καίσαρας ελάχιστα μπορούσε να κάνει για να αμυνθεί. Χρειάστηκαν μόνο λίγα λεπτά για να πεθάνει, υποκύπτοντας σε 23 μαχαιριές, όπως αναφέρουν οι πιο πολλές πηγές. Πριν πεθάνει τύλιξε τον χιτώνα γύρω από το πρόσωπό του και έπεσε στα πόδια του αγάλματος του αντιπάλου του, του Πομπήιου.

 

Παρόλη τη επιτυχία των συνωμοτών και την εκπλήρωσης τους σχέδιού τους, η δολοφονία δεν ήταν η πανάκεια που ήλπιζαν. Σύντομα ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος και όλοι τους πέθαναν με βίαιο τρόπο. Επιπλέον, η δημοκρατία που σκόπευαν να υπερασπιστούν διαλύθηκε και άνοιξε τον δρόμο σε μια αυτοκρατορία...

 

Εκφώνηση: Μαρία Δρουκοπούλου