ΠΡΟΣΦΑΤΩΣ το ΚΚΕ τίμησε τον συνθέτη-τραγουδοποιό Σταύρο Ξαρχάκο, μέσα από μια μεγάλη συναυλία που οργανώθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Κάποιοι παραξενεύτηκαν. Μίλησαν για «υπέρβαση» από το κόμμα –κυρίως γιατί ο Σταύρος Ξαρχάκος είχε πολιτευτεί στο παρελθόν με την Νέα Δημοκρατία–, παραβλέποντας ή και αγνοώντας το γεγονός πως μεγάλο μέρος της έντεχνης τραγουδοποιίας του Ξαρχάκου είναι πολύ κοντά, συναισθηματικά και ψυχολογικά, στον «μέσο» ψηφοφόρο ή φίλο του ΚΚΕ.

 

Άλλοι, εν τω μεταξύ, θεώρησαν «υπέρβαση» μιαν αποστροφή της ομιλίας του Γενικού Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, που προηγήθηκε της συναυλίας, με αναφορά στην ποπ. Την ακόλουθη:

 

«Είναι, δε, αξιοθαύμαστη και ίσως μοναδική στον Ξαρχάκο η ανιδιοτέλεια με την οποία προσεγγίζει το αντικείμενό του (...) όπως, για παράδειγμα, το στοιχείο της ποπ στο κινηματογραφικό έργο “Κορίτσια στον ήλιο”».

 

Θεωρήθηκε πως το να μιλάει για ποπ το ΚΚΕ, μέσω του Γραμματέα του, ήταν κάτι το πρωτοφανές, αφού παρουσιάστηκε στα μίντια κάπως σαν κεραυνός εν αιθρία.

 

Η μάλλον ασήμαντη (ακόμη και για το ΚΚΕ) αναφορά του Γραμματέα στην... ποπ του Ξαρχάκου, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, για διαφόρους λόγους. Και κατ’ αρχάς, γιατί το ποπ/ροκ έργο του Ξαρχάκου είναι πολύ μεγαλύτερο από το σάουντρακ του «Κορίτσια στον Ήλιο».

 

Οι αποκαλούμενες «κοσμοϊστορικές αλλαγές», στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και στα πρώτα χρόνια του ’90, που, στην Ελλάδα, σηματοδοτήθηκαν από το εγχείρημα της εκλογικής συμμαχίας ΚΚΕ και ΕΑΡ (που εξέφραζε το μεγαλύτερο μέρος του παλαιότερου ΚΚΕ εσωτ.) και την δημιουργία του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», έριξαν κι άλλο νερό στον μύλο, με αποτέλεσμα να διαβάζεις στα κομματικά έντυπα αδιανόητα πράγματα, έως κι ένα-δυο χρόνια νωρίτερα.

 

Εν τάχει να πούμε πως ο Ξαρχάκος υπήρξε από τους «έντεχνους» συνθέτες που χρησιμοποίησαν από νωρίς ροκ ηλεκτρικά όργανα στις ενορχηστρώσεις του και πως τραγούδια του Ξαρχάκου, με ροκ αναφορές, έχουν τραγουδήσει ο Σταμάτης Κόκοτας, ο Νίκος Ξυλούρης, η Αφροδίτη Μάνου κ.ά. Και σ’ αυτά δεν αναφέρθηκε ο Γραμματέας.

 

Δεν αναφέρθηκε δηλαδή στο άλμπουμ «Διόνυσε Καλοκαίρι μας» (1972), ούτε φυσικά στις ροκ μουσικές του Ξαρχάκου για το θεατρικό μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην Αθήνα του 1970 και για το οποίον έχουμε γράψει ξεχωριστό άρθρο εδώ.

 

 

Για το πόσο σημαντικό ήταν εκείνο το μιούζικαλ αρκεί (για την επιβεβαίωση) μια δήλωση του Σταύρου Λογαρίδη, από πολύ παλιά, από το 1978, στο περιοδικό «Ποπ & Ροκ», όταν είχε ερωτηθεί σε σχέση με το τι είχε ξεχωρίσει, έως τότε, από το χώρο του ροκ στην Ελλάδα. Είχε πει ο Λογαρίδης:

 

«Έχω ξεχωρίσει τον Εξαδάκτυλο, ένα βράδυ του ’71 ή του ’72, που έπαιζε στο Cin-Cin, επίσης τον Ξαρχάκο στο θεατρικό “12 Μήνες Καλοκαίρι” και τους Socrates στο άλμπουμ τους “Phos”».

 

Και αν το ροκ μπορεί να έμεινε μάλλον παραπονούμενο από την ομιλία του Γραμματέα, τότε τι να πει η «πρωτοπορία» και η avant-garde του Σταύρου Ξαρχάκου στο σάουντρακ «Τετράγωνο», στο «Θεμιστοκλέους 43» ή στον δίσκο “Ecce Homo”, που δεν θίχτηκαν καθόλου;

 

 

Εντάξει, ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ δεν είναι μουσικογράφος ή μουσικογραφιάς, όπως το λέμε εμείς πιο λαϊκά –αν και οι γνώσεις του στο «έντεχνο» υπερβαίνουν κατά πολύ τον «μέσο όρο»–, από την άλλη όμως υπάρχει και «κρυφό» έργο του Ξαρχάκου, που είναι εξ ίσου σημαντικό με το φανερό του, και για το οποίο, γενικώς, δεν γίνεται λόγος.

 

Ο Γρηγόρης Φαράκος και οι hippies

 

Το (παράνομο) ΚΚΕ συνδιαλέγεται με το ροκ και με τον κινηματικό χαρακτήρα του –που ήταν συνδεμένος με τους hippies και την αντικουλτούρα–, σε χρόνο πρώτο, ήδη από τα τέλη των σίξτις. Μία τέτοια περίπτωση, κομματικού, που το έψαχνε με τα νεανικά ζητήματα, ήταν ο Γρηγόρης Φαράκος (1923-2007).

 

Γνωστή, αν και κάπως ξεχασμένη, σήμερα, μορφή της Αριστεράς στην Ελλάδα, ο Γρηγόρης Φαράκος δεν διετέλεσε απλώς ΓΓ του ΚΕ του ΚΚΕ την κρίσιμη περίοδο 1989-1991, αλλά είχε, για πολλά χρόνια, και τη φήμη του «σκληρού σταλινικού».

 

Στέλεχος του κόμματος για μισόν αιώνα, ο Φαράκος, που ήταν από τους πρωτεργάτες του εγχειρήματος του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», το 1989, θα άφηνε πολλούς σύξυλους, όταν μετά το ’91 θα παρέμενε στον Συνασπισμό, δίχως να ακολουθήσει το ΚΚΕ (στην αποχώρηση του κόμματος από το ενωτικό σχήμα).

 

 

Οι άνθρωποι αλλάζουν απόψεις μέσα στα χρόνια… δεν είναι ούτε πρωτοφανές, ούτε παράξενο. Αυτό, δε, το λέμε και για έναν ακόμη λόγο. Για να εξάρουμε τη σημασία που έχουν, κάθε φορά, σ’ έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, κάποιες δηλώσεις.

Παίζει ρόλο, εννοούμε, τι μπορεί να λέει κάποιος για τους hippies το 1969 – και τούτο οφείλουμε να το διακρίνουμε από το τι μπορεί να έλεγε δέκα χρόνια αργότερα φερ’ ειπείν (και δεν αναφερόμαστε στον Φαράκο αναγκαστικώς), όταν οι πρώην hippies (πολλοί απ’ αυτούς τέλος πάντων), στρίβοντας 180 μοίρες, θα συνέπρατταν στη συντηρητική αναδίπλωση των έιτις στην Αμερική.

 

Περαιτέρω, ο Φαράκος ήταν –και αυτό είναι γνωστό– από τα στελέχη του κόμματος, που είχαν ασχοληθεί από νωρίς με τα ζητήματα της νεολαίας. Και όταν λέμε «από νωρίς» δεν εννοούμε από το 1977 και τις… κανονιστικές διατάξεις της συμπεριφοράς των στελεχών της ΚΝΕ, αλλά από πιο παλιά, όταν ήταν κρατούμενος επί χούντας στις Φυλακές Αβέρωφ, το 1969, γράφοντας τις «σημειώσεις της φυλακής». Και ήταν το 1977, όταν εκείνες οι σημειώσεις θα κυκλοφορούσαν, ευρέως, για πρώτη φορά σε βιβλίο, υπό τον τίτλο «Η Νεολαία και το Εργατικό Κίνημα», από τις κομματικές εκδόσεις «Οδηγητής».

 

Το καλό είναι πως το κείμενο του βιβλίου είναι το αυθεντικό του ’69 και όχι ένα οποιοδήποτε… ξανακοιταγμένο. Μπορεί να υπάρχουν, βεβαίως, διάφοροι αχρείαστοι «αστερίσκοι», που επικαιροποιούν εκείνα που γράφονταν τότε, όμως αυτό δεν μπορεί σώνει και καλά να μας ενοχλεί από τη στιγμή κατά την οποίαν δεν αλλοιώνονται οι πρωτότυπες σημειώσεις. Λέει λοιπόν κάπου στην αρχή του βιβλίου ο Γρηγόρης Φαράκος:

 

«(…) Η ελληνική νεολαία, τον καιρό της Εθνικής Αντίστασης, εντάχτηκε μαχητικά, κατά τον πιο μαζικό στην ιστορία της τρόπο, στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον. Στις εκατοντάδες χιλιάδες μέλη της ΕΠΟΝ, στις πόλεις και τα χωριά της πατρίδας μας, στις δεκάδες χιλιάδες ανταρτοεπονίτες του ΕΛΑΣ, η νεολαία εκείνης της γενιάς έδειξε τον καλύτερο εαυτό της. Και οι παραδόσεις αυτές δεν έσβησαν ούτε στην κατοπινή 25ετία. Η συμμετοχή της νεολαίας στους κατοπινούς λαϊκούς αγώνες και, τελευταία, στη δημοκρατική αντίσταση ήταν μεγαλειώδης, προξενώντας τον τρόμο της αντίδρασης και των υπηρεσιών της ασφάλειας (προσπάθειες για τη διάλυση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, εκθέσεις της ασφάλειας για τους Λαμπράκηδες). Αυτή η δυνατότητα για την αποφασιστική προσέλκυση της νεολαίας με το μέρος της προόδου έχει σήμερα διευρυνθεί. Στην ουσία, και οι κάθε λογής αναρχικές ή έξαλλες κινήσεις (δεν εξαιρώ ακόμη και τη μορφή “Χίππυ” κλπ.), είτε οι μαζικής μορφής εκδηλώσεις άγχους και απογοήτευσης, αποτελούν μορφή αηδίας και διαμαρτυρίας της νεολαίας προς τη συντήρηση και την καθυστέρηση.(…)».

 

Βεβαίως, παρακάτω, ο Γ. Φαράκος τονίζει πως πολλές απ’ αυτές τις «κινήσεις» δεν οδηγούν στα ποθητά αποτελέσματα, επειδή οι «αντιδραστικές δυνάμεις» γνωρίζουν τον τρόπο να τις ενσωματώνουν (στην ουσία είναι το ίδιο μ’ εκείνο που έλεγε ο νεαρός Αμερικανός James Simon Kunen στο βιβλίο του «Φράουλες και Αίμα», που θα γινόταν και ταινία το 1970, ότι… «μόλις βρεις ένα τρόπο ζωής, μόλις βρεις κάτι που να σ’ αρέσει, στο παίρνουνε και το πουλάνε και το αγοράζουν, και ούτε που ξέρουν την αξία του, και το κάνουν στο τέλος να μην έχει αξία»), για να καταλήξει (ο Φαράκος) πως… «αυτή η καθολίκευση της αγανάκτησης και της διαμαρτυρίας (σ.σ. μην ξεχνάτε πως όλα αυτά λέγονται το 1969) αποτελεί οπωσδήποτε διεύρυνση της αντικειμενικής βάσης για το κέρδισμα της νεολαίας με το μέρος της πραγματικής προόδου».

 

Θέλουμε να πούμε, παραθέτοντας αυτό το απόσπασμα, πως σε πρώτο χρόνο (γιατί αυτό έχει σημασία), ακόμη και οι πιο ταγμένοι κομματικοί, οι αποκαλούμενοι και «σταλινικοί» της ορθόδοξης κομμουνιστικής αριστεράς, προσπαθούσαν να κατανοήσουν τι σήμαινε η «εξέγερση» της νεολαίας στο δεύτερο μισό του ’60, δίχως να απορρίπτουν συλλήβδην τις απανταχού νεανικές δράσεις (hippies κ.λπ.), μιλώντας για «μορφές αηδίας και διαμαρτυρίας» και για «διεύρυνση της αντικειμενικής βάσης».

 

Δεν το συζητάμε καν πως τα λόγια εκείνα του Γρηγόρη Φαράκου, αναλογιζόμενοι την εποχή και τις συνθήκες στις οποίες ειπώθηκαν (δικτατορία, φυλακή), ήταν, τότε, το 1969, έτη φωτός πιο προχωρημένα απ’ όσα θα ψέλλιζε εσχάτως, περί ποπ, ο Δ. Κουτσούμπας.

 

Η Ρόζα Ιμβριώτη και οι hippies

 

Για το ποια ήταν η παιδαγωγός και μεγάλη προσωπικότητα της Αριστεράς (από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ και μεταπολιτευτικά στο ΚΚΕ) Ρόζα Ιμβριώτη (1898-1977) δεν χρειάζεται να πούμε πολλά – υπάρχουν, εξάλλου, τα βιογραφικά της στο δίκτυο και μπορεί ο καθείς να τα συμβουλευτεί.

 

Η δράση τής Ιμβριώτη για τα θέματα της νεολαίας και της παιδείας υπήρξε κάτι παραπάνω από ουσιαστική και αξιοσημείωτη και προς τούτο μαρτυρά το κοινωνικό έργο της και βεβαίως τα βιβλία της, όπως «Το Κατηγορώ της Νεολαίας», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διογένης, τον Ιούλιο του 1972. Να μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα, που σχετίζονται με τους hippies:

 

«Οι νέοι όλου του κόσμου έχουν την πεποίθηση, ότι οι μεγαλύτεροί τους έχουν προσχεδιάσει γι’ αυτούς μια ζωή που αναπόφευκτα θα αντικρύσουν την πυρηνική καταστροφή είτε τώρα αμέσως, είτε στο άμεσο μέλλον.(…) Καταλήγουν τα νιάτα να θέλουν να καταστρέψουν τα πάντα. Ακόμα και η αυτοκαταστροφή τούς φαίνεται προτιμότερη απ’ αυτή την κόλαση που ζούνε. Γίνονται σκληροί κατήγοροι, όπως διαβάζω σ’ ένα περιοδικό των χίπις: “Τι κάνατε για μας; Μας οδηγείτε στο θάνατο συνειδητά και προγραμματισμένα… Ε λοιπόν εμείς θέλουμε μια ζωή χαρούμενη και υπεύθυνη και όχι μια ζωή στο χείλος του γκρεμού”. Και σε άλλη εφημερίδα τους “Ο Ρεαλισμός” κηρύττουν: “Ο διάλογος τελείωσε, δε χρειάζονται πια άλλα λόγια και πορείες, τώρα ο σκοπός μας είναι να γκρεμίσουμε μια άρρωστη κοινωνία”».

 

Αυτά έγραφε η Ρόζα Ιμβριώτη όταν ήταν 74 ετών!! Και πιο κάτω… 

 

«(…) Όπως το φαινόμενο των χίπις, που κι αυτοί όμως κλίνουν προς μια ζωή γεμάτη και πλούσια από νόημα. Διαμαρτύρονται μέσα στην οικογένεια, στο σχολείο, στο γύρω τους περιβάλλον. Θέλουν να διαθέτουν τον εαυτό τους αδέσμευτοι, χωρίς καμιά ευθύνη. (…) Ακόμα νομίζω πως κι αυτή η ξεγυμνωμένη από κάθε ερωτικό συναίσθημα υπερ-σεξουαλικότητα πρέπει να αποδοθεί στην ψυχολογία του άγχους. Οι γενειάδες, η ελευθερία στο σεξ, τα διάφορα σύμβολά τους, ακόμα και η έλλειψη καθαριότητας είναι η πεισμωμένη διέξοδο και αντίσταση. Αντιστέκονται στον καθωσπρεπισμό και στην υποκριτική κοινωνία και σε κάθε προγραμματισμό με τη φαντασία τους και την απάθεια. Καταφεύγουν στις ηδονές, σε νέες θρησκείες, που είναι η φυγή από την πραγματικότητα, και ξέφρενα ζητούν νέα ήθη, νέες απόψεις, νέες αντιλήψεις για τη ζωή».

 

Βεβαίως, στη συνέχεια, η Ιμβριώτη εφιστά την προσοχή στον «ξεσηκωμό» που μπορεί να οδηγήσει στην «τρέλα» ή στα «εγκλήματα» (αναφέρει τον Charles Manson και άλλα τινά), για να επανέλθει: 

 

«Άλλες ομάδες νέων σέρνονται στα κλαμπ, κάνουν ωτοστόπ στους μακρινούς δρόμους, κρατούν την κιθάρα τους, κάθονται στα πεζοδρόμια και τραγουδάνε. Κι άλλοι Χίπις ονειρεύονται να στήσουν μέσα σ’ αυτή την τέλεια εκβιομηχανισμένη κοινωνία της αφθονίας ένα βασίλειο φτώχειας, ονείρου και αλληλεγγύης. Είναι οι έφηβοι που ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους, που αποφεύγουν την οικογένειά τους, που έχουν άγχος, φτάνοντας στην απάθεια και στη “φυγή”. Βρίσκουν κάποια ανακούφιση, κάποια λύτρωση –έτσι τουλάχιστον νομίζουν– στο σεξ και τα ναρκωτικά. Όλοι και όλα τούς φταίνε. Απ’ εδώ βγαίνουν οι χίπις.(…) Και τέλος οι πιο ώριμοι –κι αυτοί που είναι περισσότεροι– ζητούν ν’ απαλλαγούν από τα γρανάζια της οικογένειας, αλλά και ολόκληρης της κοινωνικής μας ζωής.(…) Είναι οι νέοι που ποθούν να πάρουν μέρος στη διαμόρφωση της μοίρας των συνανθρώπων τους. Οι περισσότεροι είναι παιδιά από ευκατάστατες οικογένειες. Παίρνει το κίνημά τους κοινωνικό χαρακτήρα.(…) Σ’ αυτούς ανήκει η Νέα Αριστερά».

 

Όλα αυτά δείχνουν περίτρανα πως υπήρχαν στελέχη στην Αριστερά (και στο ΚΚΕ φυσικά), που έβλεπαν, δίχως στενές κομματικές παρωπίδες, το τι συνέβαινε στην νεολαία, στη Δύση, επιχειρώντας να ερμηνεύσουν την εξεγερσιακή δυναμική της, χωρίς να απορρίπτουν τα αυθόρμητα, ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά της.

 

«Η αυθόρμητη εξέγερση σε αδιέξοδο;»: Το καλύτερο ροκ βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα των σέβεντις

 

Στα μέσα του ’70 η χώρα μας διάγει μια νέα κοινωνικοπολιτική φάση. Η νόμιμη πλέον κομμουνιστική αριστερά επιχειρεί να κεφαλαιώσει χρόνια παρανομίας, εξοριών, βασανιστηρίων και κυνηγητών μέσω (και) σκληρών αντιαμερικανικών θέσεων, που αφορούσαν, σε σχέση με τα θέματα που μας ενδιαφέρουν εδώ, στη «μαζική κουλτούρα» και στον λεγόμενο «αμερικάνικο τρόπο ζωής». Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον δεν μπορεί παρά και το ροκ να αντιμετωπίζεται αναλόγως.

 

Από τις κομματικές εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» κυκλοφορούν εκείνη τα χρόνια δύο βιβλία, που μας ενδιαφέρουν. 

 

Το ένα είναι το «Η Άνδρωση / Ζητήματα θεωρίας & πρακτικής του σύγχρονου παγκόσμιου νεολαιίστικου κινήματος» (1975) των Γ. Γιανάεφ και Α. Πολικανώφ (η λέξη «άνδρωση» σχετίζεται με την «ενηλικίωση» της σοβιετικής νεολαίας, που είναι «έτοιμη να επιδράσει στην πορεία της Ιστορίας») και το άλλο είναι το «Η αυθόρμητη εξέγερση σε αδιέξοδο;» (1976) του Β. Μπολσακόφ.

 

Οι συγγραφείς βεβαίως ήταν Σοβιετικοί και άγνωστοι, τότε, στο ελληνικό κοινό. Ο Γ. Γιανάεφ, όμως, ήταν ο Γκενάντι Γιανάεφ, που τον Αύγουστο του 1991 θα πρωτοστατούσε στο διήμερο πραξικόπημα των «σκληρών» κομμουνιστών κατά του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Ο Γιανάεφ είχε υπάρξει ανώτερο στέλεχος της Κομσομόλ (της Κομμουνιστικής Νεολαίας δηλαδή) και ανάμεσα στα χρόνια 1968-1970 ήταν πρόεδρος της Επιτροπής Σοβιετικών Οργανώσεων Νεολαίας. Ασχολιόταν, δηλαδή, με τα νεολαιίστικα ζητήματα. Γράφουν κάπου οι Γκενάντι Γιανάεφ και Αλεξάντρ Πολικανώφ:

 

«Η νεολαία της Δύσης δεν ακολουθεί όλη τον ίδιο δρόμο στην άρνηση του καπιταλισμού. Ορισμένοι νεολαίοι δείχνουν περιφρόνηση προς την αστική κοινωνία, αποκρούουν τους κανόνες και τις απαιτήσεις του αστικού τρόπου ζωής: αλητεύουν, χρησιμοποιούν ναρκωτικά, προσπαθώντας να φύγουν από την πραγματικότητα μέσω του κόσμου των αυταπατών.(...) Όμως η διαμαρτυρία δεν έχει κάποιο θετικό αποτέλεσμα, κι έτσι ενώ προκαλούν τον κόσμο του κεφαλαίου, οι νέοι αυτοί μένουν αιχμάλωτοι σ’ αυτόν».

 

 

Στη συνέχεια οι σοβιετικοί συγγραφείς αναφέρονται στους Αμερικανούς Hippies, στους Ολλανδούς Provos και στους Ιταλούς Capelloni, τους οποίους και διαχωρίζουν από τις πιο σκληρές «αλήτικες» υποκουλτούρες των Γάλλων Blousons Noirs, των δυτικογερμανών Halbstarken και των Αμερικάνων Hells Angels. «Ξεχνούν» πάντως να αναφερθούν και στους Σοβιετικούς Stilyagi, τους οποίους κρύβουν «κάτω από το χαλί», σαν να μην υπάρχουν...

 

Γενικά, υπήρχε αυτή η τάση στους σοβιετικούς συγγραφείς, που ασχολούνταν με τα νεολαιίστικα ζητήματα, να είναι πολύ καλά πληροφορημένοι σε σχέση με το τι συνέβαινε στη Δύση (έπαιρνες δηλαδή σωστές πληροφορίες), αποσιωπώντας, όμως, όλα εκείνα που συνέβαιναν στο δικό τους νεολαιίστικο κομμάτι – πέρα από τους κομσομόλους. Αρνούνταν, δηλαδή, να δώσουν στοιχεία για ανάλογα φαινόμενα στην σοβιετική κοινωνία, επειδή, προφανώς, φοβόντουσαν την εξάπλωσή τους, ενώ θα βρίσκονταν κι εκείνοι, όσο να ’ναι, εκτεθειμένοι και απολογούμενοι.

 

Το βιβλίο του Βλαντιμίρ Μπολσακόφ «Η αυθόρμητη εξέγερση σε αδιέξοδο;» (γραμμένο το 1973 ή και πιο πριν) είναι εν τω μεταξύ ακόμη πιο σημαντικό.

 

Εκεί διαβάζουμε για το νέο αριστερό κίνημα διαμαρτυρίας στη Δύση, που περιλαμβάνει το αντιπολεμικό και το φοιτητικό κίνημα, τους hippies και τις οργανώσεις της Νέας Αριστεράς, που έχουν μαρξιστική-λενινιστική αρχή, ενώ ανάμεσα σε άλλα πολλά γίνεται κριτική σε ιθύνοντα πρόσωπα της αντικουλτούρας, όπως στον Abbie Hoffman και στο βιβλίο του “Steal this Book” (1971), που δεν το είδαμε ποτέ μεταφρασμένο στην Ελλάδα (αντιθέτως είδαμε το “Revolution for the Hell of It”, βλακωδώς μεταφρασμένο ως «Επανάσταση για την Κάβλα της») και βεβαίως στον Jerry Rubin και σ’ ένα άλλο κλασικό βιβλίο της counterculture, το “Do It! / Scenarios of the Revolution” (1970), που έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά.

 

Γενικά, στο πόνημα του Μπολσακόφ θα διαβάσεις για CPUSA (Κομμουνιστικό Κόμμα ΗΠΑ), Roger Garaudy, Herbert Marcuse, Spiro Agnew, Νέα Αριστερά, Bob Dylan, Μάη ’68, hippies και yippies, Charles Manson, Sit-in, Frantz Fanon, Chicago Seven, Daniel Cohn-Bendit, Martin Luther King, Weathermen, Black Panthers, Zengakuren, Baader-Meinhof, Tariq Ali, Angela Davis, Love-in, Huey P. Newton, Eldridge Cleaver και βεβαίως για Λένιν, Marx και άλλα πολλά και ενδιαφέροντα, και απ’ αυτή την άποψη, το «Η αυθόρμητη εξέγερση σε αδιέξοδο;», είναι ασυζητητί το πιο... ροκ βιβλίο, που θα τυπωνόταν, ποτέ, στην Ελλάδα των σέβεντις.

 

Τίποτα δεν ξέφευγε από τους σοβιετικούς αναλυτές, σε σχέση με όσα συνέβαιναν στη Δύση – παρότι με τα δικά τους, όπως προείπαμε, είχαν ένα κάποιο θέμα.

 

Περιττό να πούμε πως οι φιλελεύθεροι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα, μα και όσοι ασχολούνταν με τα μουσικά θέματα, εκδότες περιοδικών, μουσικογραφιάδες, μουσικόφιλοι κ.λπ., είχαν άγρια μεσάνυχτα στα μέσα της δεκαετίας του ’70, για όλα αυτά τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, με τα οποία καταπιάνονταν οι σοβιετικοί μελετητές, καθώς πίστευαν ότι ροκ είναι μόνο το ν’ ακούς δίσκους και να ξέρεις, απλώς, πόσες εβδομάδες έμεινε στο No 1 το τάδε τραγούδι ή το δείνα άλμπουμ.

 

Οι σοβιετικοί συγγραφείς, βλέποντας τα πράγματα από τη δική τους σκοπιά (εννοείται αυτό), έβαζαν σε όλους γυαλιά εκείνη την εποχή, στην Ελλάδα, σε επίπεδο σκέψης και ανάλυσης – παρότι αυτό δεν ειπώθηκε ποτέ, καθαρώς και ευθαρσώς, από τους εγχώριους ροκ επαΐοντες. Δεν χρειάζεται, δε, να πούμε πως κανένας Έλληνας, έστω και κομμουνιστής, δεν θα μπορούσε να γράψει στα μέσα των σέβεντις –όπως και δεν έγραψε, εξάλλου–, ένα βιβλίο σαν το «Η αυθόρμητη εξέγερση σε αδιέξοδο;».

 

Υπήρχε λοιπόν ένας προβληματισμός μέσα στο ΚΚΕ, σε σχέση με όλα αυτά τα θέματα (γι’ αυτό τυπώνονταν, εξάλλου, και αυτά τα βιβλία από την «Σύγχρονη Εποχή»), που τις περισσότερες φορές κουκουλωνόταν και καταπατιόταν από τους πιο σκληροπυρηνικούς, που απέρριπταν, γενικώς, δίχως να έχουν διαβάσει και μελετήσει.

 

Πάντως στον «Ριζοσπάστη» από το 1975 ήδη διάβαζες ειδήσεις που σχετίζονταν με την τζαζ – η οποία αντιμετωπιζόταν, χοντρικά, ως μουσική διαμαρτυρίας των καταπιεσμένων μαύρων, περνώντας τα... τεστ προοδευτικότητας πολύ πιο εύκολα από το ροκ.

 

Έτσι, ο κόσμος ενημερωνόταν από την κομματική εφημερίδα για το πολωνικό Jazz Jamboree του 1975, ενώ ζωντανή τζαζ θα παρουσιαζόταν στο 4ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, το 1978, από το σεξτέτο του Λάκη Ζώη και το τρίο του Γιάννη Φλώρου. Επίσης δεν ήταν λίγες οι φορές όπου η εφημερίδα θα έγραφε για τους ούγγρους μουσικούς της τζαζ, που εμφανίζονταν κατά κύματα την ίδιαν εποχή (1978) στο Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου, στην Πλάκα.

 

Το 1978 η όπερα «Πέτρος Α» του συνθέτη Αντρέι Πετρόφ θα παρουσιαζόταν στο Ηρώδειο. Στις 16 Ιουλ. 1978 ο σοβιετικός συνθέτης θα έδινε συνέντευξη στον «Ριζοσπάστη» στην οποία θα σημείωνε:

 

«Για τη ροκ όπερα δεν θα πω αν είναι κακή ή καλή. Θα πω αυτό: ότι αφού υπάρχει και κατά κάποιο τρόπο έχει φίλους, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει και την κλασική όπερα. Εμένα προσωπικά μ’ αρέσει. Νομίζω μάλιστα ότι μερικές φορές γίνεται σκαλοπάτι για να φτάσεις και ν’ αγαπήσεις την κλασική όπερα».

 

Ο «αμερικάνικος τρόπος ζωής» ως κόκκινο πανί

 

Το 1977 κυκλοφορεί από τις κομματικές εκδόσεις «Οδηγητής» το βιβλίο «Για την αγωνιστική ταξική πατριωτική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας». Το βιβλίο γενικώς παρέχει οδηγίες προς τους νέους κομμουνιστές (τους Κνίτες και τις Κνίτισσες) σε σχέση και με ιδεολογικά-θεωρητικά ζητήματα, αλλά και σε σχέση με θέματα της καθημερινότητας (ελεύθερος χρόνος, διασκέδαση, οικογενειακές και σεξουαλικές σχέσεις κ.λπ.). Τέτοια τύπου βιβλία, γραμμένα φυσικά από την δική τους οπτική, τύπωναν τότε (και παλαιότερα), στην Ελλάδα, και οι παρεκκλησιαστικές οργανώσεις. Σε σχέση με το θέμα που εδώ μας αφορά διαβάζουμε:

 

«Η αστική τάξη χρησιμοποιεί τα πιο διαφορετικά μέσα για να αποπροσανατολίσει τη νεολαία(...), γι’ αυτό το σκοπό διαδίδει όλα τα προϊόντα και υποπροϊόντα τού “αμερικάνικου τρόπου ζωής”. Πιο συγκεκριμένα και κύρια οι προσπάθειες τής αντίδρασης εκφράζονται: Με τη διάδοση του “αμερικάνικου τρόπου ζωής”, της απάθειας και αδιαφορίας για τα κοινά, και της βίας μέσα από την τηλεόραση, τον αστικό τύπο και τα διάφορα περιοδικά.(...) Με τα διάφορα κέντρα, νάιτ κλαμπ και μπαρ, που είναι διασκορπισμένα και διακλαδωμένα σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις και στα διάφορα επαρχιακά κέντρα. Μέσα σ’ αυτά η νεολαία μαθαίνει τον τεντυμποϊσμό, την αλητεία, την εγκληματικότητα. Μέσα σ’ αυτά διακινούνται κύρια και τα ναρκωτικά, που είναι ένα φαινόμενο που παίρνει σήμερα πρωτοφανή, για τις ελληνικές συνθήκες, έκταση στην νεολαία(...)».

 

Προφανώς το ροκ εντάσσεται μέσα στον «αμερικάνικο τρόπο ζωής» και στην πράξη δεν ενθαρρύνεται η ακρόασή του – χωρίς αυτό να σημαίνει πως απαγορεύεται κιόλας. Εξάλλου, το 1980 τζαζ και ροκ συγκροτήματα από την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία (μαζί με τους Έλληνες τζαζίστες Sphinx) θα εμφανίζονταν στο 6ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή – και ίσως να ήταν τότε όπου ροκ μουσική θα ακουγόταν, για πρώτη φορά, στο νεολαιίστικο, κομματικό φεστιβάλ.

 

Την ίδια χρονιά (1980) ο Μίκης Θεοδωράκης, που τότε πολιτευόταν με το ΚΚΕ (είτε στις Δημοτικές του ’78, είτε στις Βουλευτικές του ’81) θα μιλούσε και για το ροκ (ανάμεσα σε άλλα) σε μια κομματική εκδήλωση στα τότε ΚΑΤΕΕ της Αθήνας (αργότερα ΤΕΙ και σήμερα Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής), στο Αιγάλεω. Διαβάζουμε από τον «Ριζοσπάστη» (19 Απρ. 1980):

 

«Όλη η φιλολογία που αναπτύσσεται γύρω από το ροκ, τελευταία, έχει πολιτικό χαρακτήρα και τελικά αποσκοπεί στην απολιτικοποίηση της νεολαίας. Το ροκ ξεπήδησε από τις καταπιεσμένες μειονότητες των μαύρων της Αμερικής, έχει όμως, σε μεγάλο βαθμό, αφομοιωθεί από το σύστημα. Δεν θα το διέδιδε η Αμερική αν είχε επαναστατικά μηνύματα, όπως ισχυρίζονται μερικοί. Το ροκ σαν μουσική έχει και θαυμάσια στοιχεία. Όμως απ’ όλα αυτά στον νέο τελικά μένει η τσίχλα, η κόκα-κόλα και ο αμερικάνικος τρόπος ζωής».

 

Η «καραμέλα» του «αμερικάνικου τρόπου ζωής» εξακολουθεί να ισχύει για το ΚΚΕ και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, παρά το γεγονός της αναγνώρισης των όποιων «θαυμάσιων στοιχείων» στο ροκ.

 

Ο πάταγος των βιβλίων του Έντουαρντ Ρόζενταλ στις αρχές της δεκαετίας του ’80

 

Την τριετία 1980-81-82 κυκλοφορούν τρία βιβλία από την «Σύγχρονη Εποχή», που θα έγραφαν ιστορία. Ήταν τα βιβλία του Έντουαρντ Ρόζενταλ «Στόχος: η φθορά των συνειδήσεων» (1980), «Αναζητώντας Ιδανικά» (1981) και «Στην Εξουσία των Ψευδαισθήσεων» (1982).

 

Λέμε «έγραψαν ιστορία», γιατί τα βιβλία αυτά είχαν κάνει πολλές εκδόσεις κι είχαν διαβαστεί πολύ – και όχι μόνον από τους Κνίτες και τις Κνίτισσες, μα και απ’ όσους άλλους θα υπόκεινταν στο σχετικό ψηστήρι.

 

Ο Έντουαρντ Ρόζενταλ ήταν διευθυντής του σοβιετικού πρακτορείου Τύπου Νόβοστι στην Ελβετία, από το 1968 έως το 1973, και από τη θέση εκείνη είχε έλθει σε επαφή με το δυτικοευρωπαϊκό νεολαιίστικο κίνημα της περιόδου. Τα συμπεράσματά του τα κατέγραφε, με τρόπο ρεπορταζιακό, σ’ αυτά τα τρία βιβλία. Διάβαζες σχετικώς στο «Στόχος: η φθορά των συνειδήσεων»: 

 

«Δεν μπορεί να μην παραδεχθεί κανείς ότι υπάρχει ένας ορισμένος κοινωνικός προσανατολισμός στα τραγούδια των Rolling Stones. Ενοχλούν την γερασμένη αστική ηθική, μιλάνε για την απελευθέρωση του ατόμου, που συντελείται με την απόρριψη των σεξουαλικών ταμπού, που προέρχονται από τις γερασμένες αστικές αρχές. Όμως αυτή η εξέγερση δεν έχει τίποτα που να μπορεί να κλονίσει τις δομές του δυτικού κόσμου. Γιατί ο δυτικός κόσμος δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, ακόμα και από έναν σημαντικό αριθμό “απελευθερωμένων ατόμων”. Ο κίνδυνος γι’ αυτόν θα ήταν να δει αυτά τα άτομα να ενώνονται, για να σχηματίσουν μια πραγματική επαναστατική δύναμη. Η στάση του δυτικού κόσμου απέναντι στο αδιαμόρφωτο κίνημα των “ελεύθερων” από όλα τα ταμπού χίππυς, είναι μια αρκετή μαρτυρία.(...) Παρά τις δηλώσεις του ιδεολόγου της Νέας Αριστεράς Theodore Roszak, ότι η αντικουλτούρα της νεολαίας είναι ακατάβλητος αντίπαλος της παραδοσιακής αστικής κουλτούρας, αποδεικνύεται στην πραγματικότητα ότι η τελευταία χειραγωγεί την πρώτη προς όφελός της και την αφομοιώνει. Η επαναστατημένη στάση της νεολαίας δεν είναι πια, στην πραγματικότητα, παρά ένα εμπόρευμα που πουλιέται πολύ στην αστική αγορά των αξιών».

 

Περιττό να το πούμε, αλλά το λέμε. Δεν ήταν ανάγκη να συμφωνούσες με τον Έντουαρντ Ρόζενταλ, ούτε υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος για να το πράξεις. Εξάλλου, τα βιβλία δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζονται σαν... Ευαγγέλια.

 

Ο σοβιετικός κοινωνιολόγος και δημοσιογράφος εκείνο που επιχειρούσε να κάνει ήταν να ενσταλάξει την αμφισβήτηση στην «αμφισβήτηση», μ’ έναν τρόπο που φανέρωνε γνώση του αντικειμένου και οξυδέρκεια.

 

Χρησιμοποιώντας γλώσσα απλή, και όχι πανεπιστημιακή, ο Ε. Ρόζενταλ σκεφτόταν πάνω στα θέματα της pop culture, επιχειρώντας να δει πίσω από την «μεγάλη εικόνα» – και αυτό, παρότι στην πράξη ήταν «χαμένος» από χέρι, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί, εν τοις πράγμασι, στον αμερικάνικο οδοστρωτήρα («Φωνή της Αμερικής», Χόλλυγουντ, ροκ εντ ρολ, έντυπα, pulp λογοτεχνία και κόμιξ, αμερικάνικοι στρατιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κ.λπ.). Παρά ταύτα αρκετά από τα συμπεράσματά του (όχι όλα) είχαν ήδη δικαιωθεί, στις αρχές των 80s, από την ροκ ιστορία.

 

Εν τω μεταξύ, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, το ροκ απασχολεί τον «Ριζοσπάστη», μόνο αν γίνονται επεισόδια στις συναυλίες (καλλιτεχνών του ηλεκτρικού blues, του rock και του new wave), με το πρόσημο να μην είναι πάντα εκείνο που φαντάζεστε. Υπάρχει φερ’ ειπείν καταγγελία (στο φύλλο της 18ης Απρ. 1980) για την παρουσία των ΜΑΤ στη συναυλία blues της Koko Taylor και του Albert Collins, στο Αλεξάνδρειο, στην Θεσσαλονίκη – καθώς τα ΜΑΤ, εκείνη την εποχή, ήταν πολύ συχνά οι... πρωταγωνιστές των συναυλιών, αντί για τους καλλιτέχνες. Φυσικά η τζαζ εξακολουθεί να προβάλλεται μέσα από την εφημερίδα, και με κάθε αφορμή (Praxis Jazz κ.λπ.).

 

«Τέχνη και Ιδεολογία» και κρατικό ροκ

 

Στις 20-24 Απριλίου 1983 οργανώνεται από το Κεντρικό Συμβούλιο της ΚΝΕ και την Πολιτιστική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, συμπόσιο υπό τον τίτλο «Τέχνη και Ιδεολογία», τα πρακτικά του οποίου τυπώνονται σ’ έναν τόμο την επόμενη χρονιά (1984), από την «Σύγχρονη Εποχή». Στο συμπόσιο είχαν συμμετάσχει και έλληνες ομιλητές (ο Νίκος Κοτζιάς π.χ., υπουργός Εξωτερικών προσφάτως των κυβερνητικών σχημάτων υπό τον Αλέξη Τσίπρα), μα και ξένοι (και βασικά Ανατολικογερμανοί).

 

Κάποιος Φίλιπ Ντικ θα προβεί, μάλιστα, σ’ έναν ύμνο για το γερμανόφωνο ανατολικογερμανικό ροκ, μέσα από το οποίο ροκ αναδεικνύονταν, όπως θα έλεγε... «τραγούδια που υποστήριξαν και ύμνησαν τον αγώνα του βιετναμέζικου λαού ενάντια στην αμερικανική επίθεση, τραγούδια για την αντίσταση των χιλιανών συντρόφων ενάντια στο φασισμό, τραγούδια για τον ηρωικό αγώνα του παλαιστινιακού λαού ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολιτική του Ισραήλ, καθώς και τραγούδια που εκφράζουν την αλληλεγγύη της γερμανικής νεολαίας, στον αγωνιζόμενο λαό του Σαλαβαδόρ».

 

Και το ερώτημα είναι... ποιός θα μπορούσε να αντιταχθεί στους στόχους μιας τέτοιας ροκ τραγουδοποιίας;

 

Το ενισχυμένο με κρατικά κονδύλια ροκ μπορεί να μπήκε σε τροχιά από τα κομμουνιστικά καθεστώτα του ανατολικού μπλοκ, αλλά στα σέβεντις και στα έιτις η πρακτική αυτή είχε περάσει και στην Δύση.

 

Η Σουηδία είχε κρατικό ροκ (με κρατική εταιρεία κ.λπ.) ήδη από την πρώτη εποχή του Olof Palme, ενώ θα ακολουθούσε, στα 80s, η Γαλλία, επί (σοσιαλιστικής) υπουργίας Jack Lang και η Ελλάδα επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη.

 

Όλοι ξέρουν πως το περιώνυμο Rock in Athens ’85, στο Καλλιμάρμαρο (με Culture Club, Clash, Depeche Mode, Cure κ.λπ.) είχε τελεστεί υπό την αιγίδα του πασοκικού Υπουργείου Πολιτισμού & Επιστημών, του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς και του Γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού, ενώ αρκετοί θα θυμούνται και την προσπάθεια, τότε, του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για ένα επιδοτούμενο ροκ, μέσω των «Ήχων του Χειμώνα» και της ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α. (Μουσική Συνεργατική Κίνηση Αθήνας), όταν Γενικός Γραμματέας Νέας Γενιάς ήταν ο Στέφανος Μανίκας. Όπως διαβάζαμε τότε στην «Μουσική» (τεύχος #102, Μάιος 1986), δια στόματος Σ. Μανίκα:

 

«Αυτό το έμπρακτο ενδιαφέρον της πολιτείας ίσως ξενίζει. Και είναι φυσικό, όταν στο παρελθόν τα πάντα είχαν περίπου αφεθεί στους αδυσώπητους νόμους του εμπορικού κυκλώματος, χωρίς την δυνατότητα ισχυρής εναλλακτικής πληροφόρησης. Όταν ολόκληρα μουσικά ρεύματα είχαν “αφορισθεί” [sic]. (…) Έχουμε την πρόθεση, τη φιλοδοξία, αλλά και το χρέος να συμβάλλουμε. Χωρίς καμία διάθεση χειραγώγησης.(…) Χρέος της πολιτείας είναι –και σαν Γ.Γ. αυτό επιδιώκουμε– να υποβοηθήσει την προσέγγιση με την καλλιτεχνική δημιουργία και τον δημιουργό(…). Ενθαρρύνουμε και υποστηρίζουμε τη δημιουργία συνεργατικών κινήσεων καλλιτεχνών. Αυτές οι κοοπερατίβες πιστεύουμε ότι είναι μια ανάγκη κι ένα βήμα στον χώρο της τέχνης.(…) Η εκκίνηση έγινε με την δημιουργία της ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α.(…) για να απομακρυνθεί η μουσική δημιουργία από την εμπορική σκοπιμότητα και να προσεγγίσει πιο άμεσα στον βασικό της προορισμό που είναι η “άσκηση της ψυχής”».

 

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 το ΚΚΕ, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, εξακολουθεί να παραμένει οχυρωμένο, σε σχέση με το ροκ, πίσω από τον «αμερικάνικο τρόπο ζωής» (αν και εμφανώς λιγότερο απ’ όσο στα σέβεντις) και την λεγόμενη «μαζική κουλτούρα».

 

Έτσι, στο πλαίσιο του 11ου Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή (1985) τυπώνεται και κυκλοφορεί ο τόμος «Μαζική Κουλτούρα του Ιμπεριαλισμού», που περιλαμβάνει (μεταφρασμένα) κείμενα δημοσιευμένα, αρχικώς, σε ανατολικοευρωπαϊκά έντυπα. Ανάμεσα και το «Μαζική λογοτεχνία και αντικουλτούρα» κάποιου Alexander N. Nikoljukiu, που είχε τυπωθεί για το ανατολικογερμανικό περιοδικό “Weimarer Beiträge”, το 1974. Τα συμπεράσματα του αρθρογράφου είναι κάπως ανάλογα μ’ εκείνα του Έντουαρντ Ρόζενταλ. Διαβάζουμε:

 

«Η αντικουλτούρα, την οποία η νεολαία εγκωμιάζει σαν “καθαρτική” δύναμη, αποδεικνύεται ανίκανη να ξεφύγει από τα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας, που με εμπάθεια στηλιτεύει και αρνείται. Η λογική της κοινωνικοπολιτικής εξέλιξης οδηγεί αναπόφευκτα στο σημείο, ώστε στην πραγματικότητα η αντικουλτούρα, η κουλτούρα των χίπυς, να παραμένει, παρά την υποκειμενική ειλικρίνεια των υποστηρικτών της, ένα είδος της μαζικής κουλτούρας».

 

Μετά το Woodstock, οι Ten Years After θα εμφανίζονταν και στο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή το 1988

 

Στο ΚΚΕ, τις περισσότερες φορές, οι αλλαγές είναι αργές, επώδυνες για το ίδιο το κόμμα, αλλά υπάρχουν. Και αυτό σε σχέση με την «ξένη μουσική», με το ροκ κ.λπ., φαίνεται, πρωτίστως, στα Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.

 

Έτσι, στο 12ο φεστιβάλ, το 1986, θα εμφανίζονταν στη σκηνή του οι Πάνος-Χάρης Κατσιμίχας και ο Διονύσης Τσακνής, που θα τους λογαριάσουμε για «ροκ», με βάση τα δεδομένα της εποχής (εξάλλου και οι τρεις τους είχαν ξεκινήσει από τα ροκ συγκροτήματα της δεκαετίας του ’70), στο επόμενο 13ο φεστιβάλ (1987) θα εμφανιζόταν ο Βρετανός / Τζαμαϊκανός καλλιτέχνης της reggae Maxi Priest, με το συγκρότημά του Select Committee, ενώ το 1988, στο 14ο φεστιβάλ (στο Άλσος Βεΐκου, στο Γαλάτσι), θα έπεφταν τελικά τα τείχη με την εμφάνιση του μεγάλου της soul Curtis Mayfield, όπως και των θρύλων του Woodstock Ten Years After (με τον κιθαρίστα Alvin Lee)!

 

Οι αποκαλούμενες «κοσμοϊστορικές αλλαγές», στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και στα πρώτα χρόνια του ’90, που, στην Ελλάδα, σηματοδοτήθηκαν από το εγχείρημα της εκλογικής συμμαχίας ΚΚΕ και ΕΑΡ (που εξέφραζε το μεγαλύτερο μέρος του παλαιότερου ΚΚΕ εσωτ.) και την δημιουργία του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», έριξαν κι άλλο νερό στον μύλο, με αποτέλεσμα να διαβάζεις στα κομματικά έντυπα αδιανόητα πράγματα, έως κι ένα-δυο χρόνια νωρίτερα.

 

Δείτε τι έγραφε ο Ηλίας Γκουράρος (υπεύθυνος του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ) στο κομματικό περιοδικό «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (τεύχος #7-8, Ιούλης-Αύγουστος 1990):

 

«Στο τομέα της Τέχνης είναι χαρακτηριστική η προσκόλληση της Αριστεράς και για πολλές δεκαετίες στο “σοσιαλιστικό ρεαλισμό” και στον θαυμασμό των προϊόντων του. Οι συνέπειες ενός τέτοιου γενικότερου προσανατολισμού της Αριστεράς (τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους της, αφού πράγματι υπήρξαν και “φωνές” διαφορετικές) ήταν και είναι πολύπλευρα αρνητικές. Τεράστια τείχη υψώθηκαν ανάμεσα στη σκέψη μας και την “αιρετική” σκέψη δεκάδων, αναμφισβήτητα αξιόλογων, μαρξιστών, και μη, διανοητών, που απ’ το έργο τους έπρεπε να είχαμε πάρει ό,τι θετικό προωθούσε την ανάπτυξη του πολιτισμού, των Γραμμάτων και των Τεχνών. Για παράδειγμα διανοητές όπως ο Γκράμσι, ο Φρόιντ, ο Λούκατς, ο Φίσερ, ο Μαρκούζε (σ.σ. διαπρύσιος υποστηρικτής των ζητημάτων, που έθετε η αντικουλτούρα), ο Έλιοτ, ο Πάουντ, ο Μπαχτίν και πολλοί άλλοι ήταν “κομμένοι” απ’ τη βιβλιογραφία μας, και ο μόνος λόγος μελέτης τους ήταν η καθολική απόρριψή τους. Έτσι, σπουδαία έργα, λογοτεχνικά, εικαστικά, κινηματογραφικά, μελέτες, δοκίμια, πέρασαν στο περιθώριο των “κακών” έργων. Όχι, δεν υπήρχε καμία “επίσημη” απαγόρευση –τουλάχιστον στη χώρα μας–, όμως είναι γνωστό πως οι εκάστοτε, αλλά και οι πάγιες πολιτικές σκοπιμότητες τα ωθούσαν έξω από το πεδίο μελέτης μας».

 

Τα πιο πρόσφατα χρόνια

 

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά τα πράγματα εξελίσσονται περίπου αναμενόμενα – χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις εννοούμε. Αν και η παρουσία του άξιου βρετανού ροκ-τραγουδοποιού Paul Roland στο 21ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, το 1995, ήταν οπωσδήποτε μια «έκπληξη».

 

Τέλος πάντων, φθάνουμε σ’ ένα σημείο, σήμερα πια, όπου το ΚΚΕ μπορεί να μιλάει χωρίς ενδοιασμούς για «ροκ κουλτούρα», αξιολογώντας, συνάμα, την προσφορά τού ελληνικού ροκ στο ευρύτερο ελληνικό τραγούδι με τα παρακάτω λόγια (festival.kne.gr):

 

«Το ελληνικό rock, αν και προϊόν πολιτισμικής εισαγωγής (σ.σ. και όχι «μαζικής κουλτούρας» και κομμάτι του «αμερικάνικου τρόπου ζωής» πλέον), πολύ γρήγορα βρήκε τη δική του φωνή, απέκτησε εγχώρια χαρακτηριστικά και έγινε βασικός εκφραστής τής νεανικής κουλτούρας, σε ορισμένες περιόδους μάλιστα, με κυριαρχικούς όρους. Επηρέασε το ελληνικό τραγούδι και επηρεάστηκε από αυτό, καταγραφόμενο ως ένα διακριτό κομμάτι του.(...) Στους στίχους τού ελληνόφωνου rock καταγράφηκε ο θυμός, η οργή, αλλά και η ορμή, η αισιοδοξία, η δημιουργικότητα και η μαχητικότητα, κυρίως, όμως, μια διαχρονική αμφισβήτηση. Αυτό είναι και το μεγάλο κληροδότημα του ελληνικού rock ήχου (στο ελληνικό τραγούδι)».

 

Μένουν πολλά να γίνουν ακόμη, προς διάφορες κατευθύνσεις. Και θα γίνουν. Όχι γιατί έχουν αδικηθεί, μέσα στις δεκαετίες, κάποια θέματα, από το ιστορικό κόμμα της Αριστεράς (τα θέματα είναι αυτά που είναι και τίθενται επιτακτικά ανεξάρτητα από τις διαθέσεις του καθενός από εμάς), αλλά γιατί σαν άτομα ο κάθε κομμουνιστής και η κάθε κομμουνίστρια δεν αξίζει να αδικούν τους εαυτούς τους.

 

Εκφώνηση: Γιώργος Ντακοβάνος