ΤΟ 1289, ΣΤΗΝ ΤΟΣΚΑΝΗ, στην αιματηρή Μάχη του Καμπαλντίνο, όπου συγκρούστηκαν η Φλωρεντία και το Αρέτσο για τη διεκδίκηση χωριού στην πεδιάδα ανάμεσά τους, σκοτώνεται, μεταξύ πολλών άλλων, και ο αρχηγός του ιππικού των Αρετίνων, ο τρομερός πολεμιστής Μπουονκόντε ντα Μοντελφέρτο, άξιος γιος του πατέρα του, Γκουίντο, ενός ατρόμητου πολέμαρχου και καταφερτζή που θέλησε να ξεγελάσει ακόμα και τον Θεό τον ίδιο, υποκρινόμενος τον ενάρετο προς το τέλος της ζωής του.


«Μου τρύπησαν τον λαιμό. Παράτησα το άλογο κι έτρεχα με τα πόδια να γλιτώσω. Κι όλες εκείνες τις στιγμές πότιζα την πεδιάδα με το αίμα μου» λέει ο Μπουονκόντε (σε εξωφρενικά ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά).


Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν άντεξε για πολύ. Κι έτσι, ένας διάβολος έσπευσε και τον ακολουθούσε κατά πόδας στα τελευταία του βήματα, προκειμένου να αρπάξει διαμιάς την ψυχή του μόλις θα έβγαινε απ' το σώμα του, ώστε να τη μεταφέρει στην Κόλαση, δεδομένου ότι δεν ετίθετο καν ζήτημα: ο Μπουονκόντε πέθαινε αμαρτωλός, άρα δεν υπήρχε θέση για κείνον στον Παράδεισο. Όμως, στην εσχάτη των στιγμών, ένα τόσο δα μικρούλι δάκρυ κύλησε από το μάτι του Μπουονκόντε και πότισε κι αυτό, μαζί με το τελευταίο αίμα του, την πεδιάδα της Τοσκάνης.


Και τότε, ένας λαμπρός άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε από το πουθενά. Τινάζοντας περήφανα τις τεράστιες λευκές φτερούγες του, παραμέρισε με δύναμη τον διάβολο, παρέλαβε την ψυχή του Μπουονκόντε και την οδήγησε στο Καθαρτήριο, δίνοντάς της έτσι μια τελευταία ευκαιρία να εξαγνιστεί και να κερδίσει τον Παράδεισο. Μόλις συνήλθε απ' τη σπρωξιά του αγγέλου, ο διάβολος, κατάπληκτος, έμεινε να τους κοιτάζει να απομακρύνονται με την ταχύτητα του φωτός και εξέφρασε την εύλογη απορία: «Μα, για ένα τόσο δα μικρούλι δάκρυ τού δίνουν δεύτερη ευκαιρία; Ανήκουστη επιείκεια!» και αποχώρησε εκνευρισμένος.

 

«Για μένα ο "Ένοικος" είναι το λίβινγκ-ρουμ που δεν διαθέτει το σπίτι μου» έλεγε ένας φίλος μου, με τον οποίο άλλοτε –καθώς και με μία ακόμα γλυκιά ψυχή– βρισκόμασταν εκεί σχεδόν κάθε βράδυ.


Ο Μπουονκόντε και ο Δάντης, αν και συμμετείχαν –σε αντίθετα στρατόπεδα– στη Μάχη του Καμπαλντίνο, δεν συναντήθηκαν ποτέ εν ζωή. Όμως, ο Μπουονκόντε είναι μία από τις τρεις ψυχές που συναπαντούν τον Δάντη στους πρόποδες του περίφημου Όρους του Καθαρτηρίου, σύμφωνα με όσα εξιστορεί ο μεγάλος Ιταλός ποιητής στη Θεία Κωμωδία. «Το σώμα ετούτου εδώ είναι από πραγματικό κρέας» λένε έκπληκτες μόλις τον αντικρίζουν οι τρεις ψυχές και απ' αυτό αντηχεί η συμπυκνωμένη νοσταλγία τους για «σώμα». Ο πόθος τους για αληθινή σάρκα που θα τις περιέβαλλε ορίζει τον τόνο του συγκεκριμένου άσματος της Θείας Κωμωδίας, στο οποίο καθεμία από τις τρεις ψυχές θα αφηγηθεί πώς έχασε το σώμα στο οποίο κατοικούσε. Κι όπως προκύπτει, δεν σταμάτησαν ποτέ να λαχταρούν το σάρκινο σπιτάκι όπου ζούσαν.


Αυτή η λαχτάρα τους περιγράφει και το δικό μας πρόβλημα σήμερα. Εξίσου άλυτο. Δεν είναι αποτελεσματικά τα υποκατάστατα. Γιατί είναι γεγονός πως και τώρα μέχρις ενός σημείου χαιρόμαστε με το γκλιν-γκλιν απ' τα παγάκια που κολυμπούν στη βότκα καθ' όλη τη διάρκεια της βιντεοκλήσης με τον αγαπημένο φίλο στην από κει οθόνη, που κάθε τόσο ξαναγεμίζει το κολονάτο του με Ρrosecco.

 

Όμως, δεν είναι το ίδιο. Λείπει η «σάρκα του μπαρ». Και εξαιτίας αυτής της έλλειψης πυκνώνει αναπόφευκτα η νοσταλγία. Κι όπως λέει μια άλλη αδικοχαμένη, αν και επίσης αμαρτωλή, ψυχή στη Θεία Κωμωδία, η μοιχαλίδα Φρανσέσκα ντα Ρίμινι: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από το να αναπολείς ευτυχισμένες στιγμές όταν νιώθεις δυστυχής». Σε τέτοια θλίψη μάς εξορίζει και η «θείτσα ιλαροτραγωδία» του κορωνοϊού.


Από τα μπαρ επί της οδού Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, ο Ένοικος είναι ο μόνος που σνομπάρει τον ήλιο και ανοίγει μετά τη δύση του. Έχει μικρά ποτήρια χωρίς σκέρτσο, καρέκλες ταβέρνας και τραπεζάκια ιδανικά για τρία άτομα. Είναι μικρά ώστε να νιώθουν κοντά ο ένας στον άλλο οι καθήμενοι, αλλά και άνετα για να παράγεται εκείνη η πολύ κομψή συγχρονισμένη κίνηση υπερέκτασης της πλάτης προς τα πίσω μετά χαχανητού, όποτε ακουστεί ένα αστειάκι στην παρέα των τριών.

 

Επίσης, είναι ένα από τα ελάχιστα μπαρ που έχουν μόνο αυθεντικά έργα τέχνης στους τοίχους. Ένα μικρό μουσείο της γενιάς του '80. Κι έπειτα, είναι ο κόσμος: συχνάζουν μεν όλα τα είδη ανθρώπων, αλλά όλοι μοιάζουν μεταξύ τους, επειδή προσέρχονται με την cool εκδοχή τους.

 

«Για μένα ο Ένοικος είναι το λίβινγκ-ρουμ που δεν διαθέτει το σπίτι μου» έλεγε ένας φίλος μου, με τον οποίο άλλοτε –καθώς και με μία ακόμα γλυκιά ψυχή– βρισκόμασταν εκεί σχεδόν κάθε βράδυ. Και είχε δίκιο. Είναι ένα μπαρ όπου, χάρη στην οικειότητα που επιτρέπει να αναπτυχθεί, το όριο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου υποχωρεί διακριτικά και δημιουργείται μια κοινή αναίμακτη ζώνη αλληλοεπικάλυψης των δύο.


Αυτήν τη στιγμή όμως, που η συγκίνηση λόγω νοσταλγίας του «σώματος αυτού του μπαρ» κορυφώνεται, απαιτείται ελαφρά αποσυμπίεση, αφήνοντας ένα τόσο δα μικρούλι δάκρυ να γλιστρήσει από την άκρη του ματιού μέσα στη βότκα μου.


Και μακάρι το εκκωφαντικό πλιτς που θα κάνει να επισύρει μια ανήκουστη επιείκεια και να μας παραδοθεί το σώμα του Ενοίκου, ο οποίος στο δάπεδό του έχει το ομορφότερο πλακάκι cotto-terracotta στην Αθήνα. Με χρώμα βαθύ και υφή πλούσια. Είναι τόσο ωραίο αυτό το δάπεδο, που του αξίζει μόνο να πατιέται. Εξάλλου, θα συμφωνούσε και κάθε πατούσα πότη ότι σ' αυτό το μπαρ αναπαύεται κι εκείνη σαν ψυχή στον Παράδεισο.

 

*Ένα τόσο δα μικρούλι δάκρυ για τις αξέχαστες βραδιές που τις δρόσιζε η βότκα στον απτόητο «Ένοικο».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr