Ο λόφος Λεβίδη και η «στοιχειωμένη» έπαυλη

Ο αχός από την Αττική Οδό που περνά παραπλεύρως δεν σβήνει ποτέ και υπενθυμίζει πως αυτός ο πνεύμονας πρασίνου βρίσκεται σε πραγματικά πολύ προσβάσιμο σημείο στα Μεσόγεια – αρκεί να ξέρεις πώς να πας. Ο λόφος Λεβίδη της Παλλήνης ξεκινά στην ουσία επί της Μαραθώνος, λίγο μετά τον ομώνυμο σταθμό του προαστιακού, πολύ κοντά στον Γέρακα και μια ανάσα από την Αγία Παρασκευή. Δίπλα ακριβώς στο κτήμα Latania, που παρέχεται για κοινωνικές εκδηλώσεις, ο πευκόφυτος λόφος όπως και η παλιά έπαυλη, που δεσπόζει στην κορυφή του και πλέον χάσκει ως ετοιμόρροπο γκρέμι, πήραν το όνομά τους από μια παλιά βυζαντινή οικογένεια ευγενών, στρατιωτικών και πολιτικών με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη.

 

Ο «Πύργος με τα 70 δωμάτια» χτίστηκε το 1935 από τον κορυφαίο αρχιτέκτονα της εποχής Κωνσταντίνο Σακελλάριο και στη συνέχεια, μαζί με τον λόφο έκτασης 80 στρεμμάτων, πέρασε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Λεβίδη, συγκεκριμένα στην κατοχή του Δημήτριου Λεβίδη, Έλληνα αξιωματικού του στρατού, αυλάρχη του βασιλιά Παύλου και πρωταθλητή του τένις. Η έπαυλη έγινε γνωστή για τις κοσμικές δεξιώσεις που πραγματοποιούνταν εκεί τις δεκαετίες του '50 και του '60, ενώ μετά τον θάνατο του Λεβίδη, το '63, άρχισε να μισθώνεται σε κινηματογραφικές εταιρείες παραγωγής για γυρίσματα ταινιών, με πιο γνωστή το Η αρχόντισσα και ο αλήτης του Φίνου.

 

Οι θρύλοι που τη συνοδεύουν είναι αναρίθμητοι, καθώς, τη δεκαετία του '90, μία μέρα πριν από την πώληση της βίλας από τον κληρονόμο της, Γιώργο Λεβίδη, σε Έλληνες επιχειρηματίες που δεν κατονομάζονται, ξέσπασε ανεξήγητη πυρκαγιά. Έκτοτε η βίλα, που τα τελευταία χρόνια έχει περιέλθει στην κατοχή Κύπριων επιχειρηματιών, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να την αξιοποιήσουν επειδή η έκταση έχει χαρακτηριστεί «δασική», έχει λεηλατηθεί και σχεδόν γκρεμιστεί, αφημένη εντελώς στην τύχη της, ενώ το γεγονός ότι είναι εύκολα προσβάσιμη την έχει μετατρέψει σε χώρο γεμάτο tags (αλλά και κάποια πολύ όμορφα γκράφιτι) στους εναπομείναντες τοίχους, σκουπίδια, σπασμένα γυαλιά και διάφορα σύμβολα που θα μπορούσαν να μαρτυρούν ακόμα και σατανιστικές τελετές. Στην άδεια πισίνα του προαυλίου, μάλιστα, κυκλοφορεί η ιστορία ότι βρήκε κάποτε τον θάνατο ένα ανήλικο κορίτσι. Πάντως, η εγγύτητα της περιοχής στον οδικό άξονα, το Instagram friendly σκηνικό του γκρεμισμένου κτιρίου με τα αλλεπάλληλα επίπεδα και η ατμόσφαιρα παλιάς αίγλης και μυστηρίου κάνουν τη βόλτα στον λόφο Λεβίδη μια ενδιαφέρουσα εμπειρία – τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της μέρας. 

 

Από τον λόφο Σικελίας στο ιστορικό Δουργούτι

 
 

 

Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ όχι μόνο άλλαξε δραματικά τις καθημερινές μας συνήθειες αλλά επέβαλε και καινούργιες. Η ζωή μας ξαφνικά μετατράπηκε σε μια ασταμάτητη επανάληψη και η απαγόρευση μετακινήσεων, εξόδων και εκδρομών μάς έκανε να αναζητήσουμε εναλλακτικούς τρόπους διαφυγής. Έτσι, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πολλοί είναι εκείνοι που ανακάλυψαν ξανά τις γειτονιές τους. Μία από τις όμορφες διαδρομές που γνώρισα καλύτερα στη διάρκεια της καραντίνας ήταν εκείνη που ξεκινά από τον Λόφο Σικελίας και καταλήγει στο Δουργούτι.

 

Ο λόφος Σικελίας ξεπροβάλλει ανάμεσα στο τουριστικό Κουκάκι και την πυκνοκατοικημένη Καλλιθέα. Γνωστός και ως «γειτονιά του Παντείου», λόγω της γειτνίασης με το πανεπιστήμιο, αποτελεί μια συνοικία που σε πολλά σημεία της θυμίζει μικρό χωριό. Χαρακτηριστικά της, η επιβλητική θέα προς τον Σαρωνικό, το κλειστό γήπεδο του Εσπέρου αλλά και το Δημοτικό Στάδιο Καλλιθέας «Γρηγόρης Λαμπράκης», το οποίο αποτελεί σήμα-κατατεθέν της. Μάλιστα, είναι ευρέως γνωστή και ως «Ελ Πάσο», αφού τα νταμάρια που βρίσκονται στον λόφο Σικελίας δημιουργούν ένα φόντο που οι κάτοικοι της περιοχής παρομοιάζουν με το σκηνικό της ταινίας Μονομαχία στο Ελ Πάσο του Σέρτζιο Λεόνε. Περπατώντας στα μικρά δρομάκια, το βλέμμα σου στέκεται σε αξιοπερίεργες κατοικίες ανάμεσα σε εκκλησίες, με εσωτερικές αυλές και καναρίνια, σε στενάκια-αδιέξοδα που καταλήγουν σε βράχια, στον κλειστό δημοτικό κινηματογράφο «Καλυψώ» αλλά και σε μια μεγάλη πλατεία που προσφέρει ανάσες δροσιάς στους κατοίκους.

 

Στη συνέχεια, πηγαίνοντας προς το Πάντειο Πανεπιστήμιο και διασχίζοντας την υπόγεια διάβαση της λεωφόρου Συγγρού, κατευθυνόμαστε προς την ιστορική συνοικία «Δουργούτι». Οι πρώτες εικόνες αντικρίζεις είναι άμεσα συνδεδεμένες με το προσφυγικό στοιχείο. Η περιοχή αποτέλεσε το σκηνικό όπου γυρίστηκε η ταινία «Μαγική Πόλη» του Ν. Κούνδουρου το 1954 και παραμένει ακόμη και σήμερα μια γειτονιά βγαλμένη από άλλη εποχή: πολλά μικρά σπίτια, ανοιχτές πόρτες, ενώ τα περισσότερα μπαλκόνια είναι γεμάτα με λουλούδια και απλωμένες μπουγάδες. Ο παλιός συρμός του τραμ στη στάση «Κασομούλη», το θρυλικό γεφύρι της Λαγουμιτζή, το οποίο θυμίζει ότι αποκάτω περνά ο αθέατος, πλέον, ποταμός Ιλισός, η ιστορική αρμένικη αγορά της πρώην παραγκούπολης του Νέου Κόσμου αλλά και το υπαίθριο σαββατιάτικο παζάρι δίπλα στις γραμμές του τραμ. Φυσικά, υπάρχουν και τα πολυάριθμα συγκροτήματα εργατικών πολυκατοικιών, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει η 12οώροφη της οδού Σφιγγός 8. Στην οδό Ντυμόν, στον αριθμό 7, εγκαταστάθηκε το 1930 η οικογένεια του ποιητή και συγγραφέα Άρη Αλεξάνδρου – σε αυτό το σπίτι έμαθε τα πρώτα του ελληνικά. Μέσα σε όλα τα δεινά, ο κορωνοϊός μάς έμαθε ότι κάθε περίπατος μπορεί να κρύβει τις πιο απροσδόκητες εκπλήξεις.

 

Από τον Πειραιά στα Λιπάσματα

 
 

 

ΕΙΣΑΙ ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙ, ΣΤΗΝ ΠΑΣΑΡΕΛΑ. Παίρνεις ευθεία τη Σωτήρος και βγαίνεις Δημοτικό Θέατρο. Προσπερνάς τους σκεϊτεράδες και βγαίνεις Ακτή Μουτσοπούλου. Κατευθύνεσαι προς Ποσειδώνος. Προσπαθείς να μη σκοτωθείς στα φανάρια. Στα δεξιά μπορείς να χαζέψεις το κακοβαλμένο αρχιτεκτονικό συναπάντημα παρελθόντος και παρόντος. Θρύψαλα αρχαίων οδών και νέον πινακίδες εταιρειών ναυτιλίας. Όλα μυρίζουν ψαρίλα λόγω της αγοράς, που είναι δυο βήματα πιο πέρα. Το λιμάνι είναι στα πόδια σου. Αρκεί. Παρ' το ευθεία. Περνάς σταθμό, πιάτσα ταξί, 24ωρους φούρνους.

 

Αριστερά είναι το ρολόι του Πειραιά και αν είσαι στη σωστή ώρα –άγνωστο ποια είναι αυτή, αλλά συνήθως λίγο μετά το σούρουπο–, θα το ακούσεις να παίζει τη μελωδία των «Παιδιών του Πειραιά». Μπροστά του θα δεις κόσμο να ψαρεύει με πετονιά δίπλα στην πιτσιρικαρία που κάνει κόντρες με τ' αμάξια. Προχωράς ευθεία και είσαι ανάμεσα στα πλοία που φεύγουν για Κρήτη, την εκκλησία του Αγίου Διονυσίου και τις παλιές ράγες του τρένου. Για όλα όσα βλέπεις έχουν γραφτεί πάνω από 180 ρεμπέτικα, μετρημένα μέχρι τη δεκαετία του 1960. Περιοχή πολυτραγουδισμένη, απ' το λιμάνι μέχρι τα σοκάκια της. Στρίβεις αριστερά. Αρχίζει το δύσκολο. Περπατάς στο μικρό πεζοδρόμιο της Ακτής Ηετώνειας, του περιφερειακού που ενώνει τη Δραπετσώνα με το Κερατσίνι και το λιμάνι. Περπατάς δίπλα στ' αμάξια, γνωρίζοντας ότι μισό βήμα παραπάνω τραυματίστηκε ο Αγγελόπουλος, στα γυρίσματα της ταινίας H άλλη θάλασσα.

 

Φτάσαμε. Το εργοστάσιο, σκέτο ρημάδι, χρήσιμο μόνο για να ξέρεις πού είσαι και για να βγάζουν φωτογραφίες οι χαϊμπιστεράδες της περιοχής. Λίγα βήματα ακόμη και μπαίνουμε «Λιπάσματα». Το πάρκο είναι ολοκαίνουριο και παράξενα καθαρό. Ίσως παρατηρήσετε το μνημείο Θεμιστοκλή στα δεξιά σας, αλλά μάλλον όχι, γιατί μοιάζει με οικοδομική αβλεψία. Άραγμα στο κυλικείο για έναν νες σκέτο δίπλα στη θάλασσα, ανάσα και ήρθε η ώρα της επιστροφής. 

 

Από τη Νεάπολη στα Τουρκοβούνια

 
 

 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΑ μέσα στην καραντίνα, κάνοντας χιλιόμετρα κάθε μέρα με τα πόδια, είναι ότι είχαμε ξεχάσει να περπατάμε. Ότι η κοινωνία όπου ζούμε είχε αρχίσει να μοιάζει επικίνδυνα με το δυστοπικό περιβάλλον όπου ζούσε ο ήρωας στο διήγημα του Ρέι Μπράντμπερι, τον «Πεζό», όπου οι άνθρωποι δεν έβγαιναν ποτέ από τα σπίτια τους, ζούσαν καρφωμένοι μπροστά σε μια οθόνη και έβλεπαν όλη μέρα κομεντί και τηλεπαιχνίδια. Κάθε φορά που κάνω τη διαδρομή από την Ιπποκράτους μέχρι τα Τουρκοβούνια και στέλνω «μετακίνηση 6», αισθάνομαι σαν τον Leonard Mead, που έβγαινε τα βράδια να περπατήσει αναζητώντας στους έρημους δρόμους την αίσθηση ελευθερίας που είχε χάσει στον εγκλεισμό. Διαπίστωσα, επίσης, πόσο όμορφη μπορεί να είναι η πόλη, όταν μάθεις να προσέχεις τις λεπτομέρειές της: τα πουλιά που κελαηδούν στο δέντρο δίπλα σου (και είναι πολύ περισσότερα απ' όσα νομίζεις), τα φύλλα των δέντρων που αλλάζουν χρώματα με την εποχή, τα χορταράκια στις άκρες των δρόμων που φυτρώνουν ακόμα και σε σκαλιά και κράσπεδα, τα κτίρια, τα αγάλματα.

 

Η διαδρομή που ακολουθώ σταθερά και κάθε φορά παραλλάσσω, ανακαλύπτοντας συνέχεια νέους δρόμους, είναι: Ιπποκράτους, Αλεξάνδρας, Κωνσταντίνου Σχινά και μετά, διασχίζοντας τον λόφο Φινοπούλου και τη Βαλτινών, μπαίνω στο δάσος της πρώην Σχολής Ευελπίδων στην πλατεία Πρωτομαγιάς. Η αλάνα μπροστά από τη Σχολή Εθνικής Άμυνας τα απογεύματα έχει στίφη περιπατητών: νεαρόκοσμο που πάει για carspotting στην ανισόπεδη διάβαση της Μουστοξύδη και για να παίξει με τα σκυλιά του, οικογένειες με καροτσάκια που βολτάρουν, ηλικιωμένους που κάθονται με τις ώρες στο μνημείο του Εφέδρου Αξιωματικού, ένα από τα πιο όμορφα αγάλματα της Αθήνας. Είναι η Νίκη που στεφανώνει τους νεκρούς, με ένα λιοντάρι σε στάση άμυνας στη βάση της, έργο του γλύπτη Νικολάου Π. Γεωργαντή του Αθηναίου, που ολοκλήρωσε η κόρη του, Λουκία, το 1972.

 

Μετά τη στάση στην πλατεία, συνεχίζω προς Άνω Κυψέλη, προσπερνώντας το παρκάκι Αγίας Φωτεινής & Βιθυνίας, και καταλήγω στα Τουρκοβούνια, κάνοντας κάθε φορά και διαφορετική παράκαμψη. Ο περιφερειακός του Γαλατσίου σε μια στροφή του –όπου έχει πάντα σταματημένα αυτοκίνητα και τα απογεύματα συγκεντρώνεται πιτσιρικαρία με μπίρες και τραπ στα κινητά– έχει συγκλονιστική θέα: βλέπεις όλη τη δυτική Αθήνα, από άκρη σε άκρη. Στο σημείο όπου ξεπροβάλλει η θάλασσα του Πειραιά, ανάμεσα στην Ακρόπολη και στον Λυκαβηττό, η ομορφιά σού κόβει την ανάσα. 

 

Η μεγάλη φουρκέτα

 
 

 

«ΜΕΓΑΛΗ ΦΟΥΡΚΕΤΑ» είναι η χαϊδευτική ονομασία ενός περιπάτου που, λόγω μεγέθους, θεωρείται «αρχηγός ομάδας» από διαδρομές-φουρκέτες, οι οποίες λέγονται έτσι επειδή στον χάρτη σχηματίζουν, χονδρικά, κάτι σαν μακρόστενο ύψιλον. Χαρίζει μέγιστη αποσυμπίεση από τα δεινά –ψυχικά και σωματικά– στις περιπτώσεις βαθιάς «πάκτωσης» στο κάθισμα εργασίας, η οποία παρατείνεται όσο κι αν το βιομετρικό ρολόι χειρός κουδουνίζει πανικόβλητο για να σε σώσει από την ακινησία. Όμως, προτού κάποιος ξεκινήσει με σταθερό –aerobic– βηματισμό τα 9,19 χλμ. της «μεγάλης φουρκέτας», καλύτερα να νιώθει βέβαιος για τη φόρμα του ως «γοργογόνατου κι ανοικτοπάτη».


Η διαδρομή, με πρώτο σημαντικό σημείο αναφοράς την πλατεία Εξαρχείων, κινείται μέσω Αιόλου μέχρι το πανέμορφο Ωρολόγιον του Ανδρονίκου Κυρρήστου (Αέρηδες για τους φίλους), χαίρεται μια πλακιώτικη απόδραση από τη σύγχρονη εποχή και συνεχίζει μέσω Μακρυγιάννη στο υπέροχο κουλουάρ της οδού Βεΐκου. Από το Κουκάκι φεύγει προς Πετράλωνα, μετά Μεταξουργείο και από Καρόλου και Μάρνη ξανασυναντά τα Εξάρχεια. Πρόκειται για «παρκούρ» σπουδαίων ερεθισμάτων. Ξεσκάς ήδη από την αρχή, παίζοντας τη λεγόμενη «εξαρχειώτικη ρουλέτα», όπου πρέπει να μαντέψεις αριθμό αστυνομικών επί της πλατείας. Ποντάρεις σε τρία μόνο νούμερα: 0, 6, 8. Παίζεις με τον εαυτό σου, οπότε δεν έχει σημασία τι και πόσα θα χάσεις. Ως εκ τούτου, ευνοούνται οι παράτολμες κινήσεις του τύπου «παίζω ό,τι έχω και δεν έχω στο 6». Η αδρεναλίνη ρέει καθαρτικά. Είναι ένα ανακουφιστικό εσωτερικό ζεστό ντους η «εξαρχειώτικη ρουλέτα», που καταλήγει σε τόνωση του ηθικού. Αλλάζει το κέφι προς το καλύτερο. Χαιρετάς τα σύρματα του τρόλεϊ στη συμβολή Πανεπιστημίου και Πατησίων, επειδή επιβάλλουν αυστηρή χάραξη στη θέα προς ουρανό. Μετά, σαλούτε στο καδράρισμα της Ακρόπολης από τον πεζόδρομο της Αιόλου. Αναπτερωτικός και κάθε σεμνός χαιρετισμός στην αυθεντία της, τη Χρυσοσπηλιώτισσα. Όμως, μόνο στη συμβολή Φλέσσα και Σχολείου στην Πλάκα λες το «έχω φύγει τώρα από την Αθήνα».

 

Πιο κάτω, υπό το κόντρα απογευματινό φως, το Μουσείο της Ακρόπολης προτείνει το απαλό, ελαφρώς ιριδίζον, ροζέ ρεφλέ των μεταλλικών πάνελ του – ένα ένδυμα κύρους του περήφανου οικοδομήματος. Στην πλατεία Μεταξουργείου, μόνο συμπόνια για το πιο «κωμικά άσχημο» γλυπτό της πόλης. Ενώ η Μάρνη ξέρει να γίνεται συναρπαστική ως η διαγώνιος της ωμότητας. Η δε πλατεία Βάθη είναι το σημείο της, όπου ανά πάσα στιγμή εκτίθεται αφειδώς ένα εκσυγχρονισμένο παζολινικό λούμπεν. Δεν μπορείς παρά να τις αγαπάς αμφότερες με μια άλλη αγάπη. Στο τέλος της προβάλλει η γοητευτική φιγούρα του Αρχαιολογικού Μουσείου, που εκπροσωπεί το κλέος της Αθήνας του δεκάτου ενάτου αιώνα και λειτουργεί ως νοσταλγικό αίσιο τέλος διαδρομής. Εν κατακλείδι, η «μεγάλη φουρκέτα» έχει τη δύναμη (και τα «οπτικά επιχειρήματα») να επιβεβαιώνει ότι η πόλη διατηρεί την ικανότητα να συνεφέρνει.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr