Ο Αντίχριστος του Νίτσε : Η εκδίκηση του καλλιτέχνη

Ο Αντίχριστος του Νίτσε : Η εκδίκηση του καλλιτέχνη Facebook Twitter
Η κριτική του Νίτσε στον χριστιανισμό –και όχι στον ίδιο τον Ιησού, τον οποίο βάζει στην ίδια σειρά με τον Βούδα και τον Πλάτωνα– εντοπίζεται στο σύστημα πρακτικών ιδεών που καθιέρωσαν οι απανταχού πιστοί του ως ένα συγκεκριμένο σύστημα ηθικών κωδίκων και επιβεβλημένης φιλοσοφικής σκέψης... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO
0

Ένας άνθρωπος που μιλάει εν ονόματι των ολίγων δεν μπορεί παρά να σηκώνει δημιουργικά ή ιδιόμορφα τη δική του παντιέρα: εκπροσωπεί, άλλωστε, έναν κόσμο που ακόμη δεν έχει εφευρεθεί, μια συνθήκη που πολλές φορές είναι αδύνατον να κατανοηθεί από τα λογικά στεγανά ενός κόσμου οριοθετημένου. Ο Ζορμπάς ήταν ο θεός-χορευτής που εξέφραζε το δικό του άνοιγμα στον κόσμο, ατιθάσευτο, μανιακό και απόλυτα παθιασμένο, ενώ αντίστοιχα ο Ρίπλεϊ της Χάισμιθ γινόταν ένας τόσο ντελικάτος φονιάς, που ακόμα και οι απηνείς πράξεις του κατέληγαν να μοιάζουν με υψηλά έργα τέχνης. Διέπραττε τους φόνους χωρίς την παραμικρή ενοχή –δηλαδή αυτή την ύψιστη πηγή κάθε μίσους, ζήλιας και ressentiment– και, το κυριότερο, με τη βαθιά επίγνωση ότι το μόνο που επιτρέπει στον ίδιο του τον εαυτό είναι η παραδοχή της τέχνης. Το έγκλημα του απόλυτα νιτσεϊκού Ρίπλεϊ δεν ήταν ως εκ τούτου το αποτέλεσμα κάποιου εκδικητικού μένους αλλά μια καλλιτεχνική δήλωση και μια επιτελεστικού τύπου ανάγκη να καθαρίσει κανείς μια και καλή με τους μέτριους. Τα θύματα του ήρωα της Πατρίτσια Χάισμιθ ήταν απλώς κάτι «άψυχα πουλιά χωρίς φτερά, ασήμαντοι, που διαιώνιζαν τη μετριότητα». Ο κόσμος μπορεί –και μάλλον επιβάλλεται– να ζήσει χωρίς αυτούς.

Η δημιουργία του κόσμου βρίσκεται, άλλωστε, στα χέρια μας. Κι αυτό ο Νίτσε, ως ιδανικός καλλιτέχνης, το είδε πρώτος και καλύτερα από όλους.


Κάπως έτσι θα βίωνε ο υπεράνθρωπος του Νίτσε, από τον οποίο βρήκαν έμπνευση κατά καιρούς τόσες περσόνες και τόσα προσωπεία, τη δική του εκκαθάριση του κόσμου των μετρίων. Δεν πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης ούτε μιας ατέρμονης στρεψοδικίας για την οποία ο ίδιος ο καλλιτέχνης-φιλόσοφος είχε τόσο κατηγορηθεί. Πρόκειται για την απόλυτη επιβολή των καταφατικών δυνάμεων, δηλαδή της ζωτικής ορμής που παρασέρνει στο πέρασμά της και στο τέλος αφανίζει τους αρνητικούς επιβήτορες του κόσμου – από τους χριστιανούς έως τους υποτελείς του ιδεαλισμού. Είναι η δημιουργική, μανιφεστικού τύπου διακήρυξη του καλλιτέχνη απέναντι στην ολοκληρωτική σκέψη των πάσης φύσεως οπαδών της καθαρότητας και της αλήθειας μέσα από τη γενεαλογική επιβολή της βούλησης. Είναι η ακύρωση του ιδεαλισμού από τις ίδιες δυνάμεις της ίδιας της ζωής, αφού η ζωή είναι αυτή που μαθαίνει, πιέζει, δοκιμάζει, σε κάνει καλύτερο άνθρωπο και σε καθοδηγεί – όχι οι ψεύτικες κατασκευές της. «Ό,τι δεν αποτελεί όρο της ζωής μας, τη βλάπτει – μια αρετή που γεννιέται από σεβασμό και μόνο προς την έννοια "Αρετή", όπως θα το έθετε ο Καντ, είναι βλαβερή» επισημαίνει ο ίδιος ο Νίτσε εν είδει προγραμματικής διακήρυξης. Ως εκ τούτου, τον Αντίχριστό του δεν πρέπει να τον δει κανείς απλώς ως ένα παράφορο και οργισμένο κείμενο αλλά ως τον ακρογωνιαίο λίθο της σκέψης του Νίτσε, ως την ανάλυση του τι γέννησε και από πού προήλθαν η αρνητική σκέψη και οι παραφυάδες της. Αν η Γέννηση της Τραγωδίας επέβαλε την αναγκαιότητα της τέχνης, το Τάδε έφη Ζαρατούστρα ανέδειξε την αντι-οντολογία της διαφοράς και η Γενεαλογία της Ηθικής ανέτρεψε όλο το καντιανό σύστημα στις παραμικρές υποδηλώσεις του, ο Αντίχριστος ολοκληρώνει με τον ιδανικότερο τρόπο την απαιτητική νιτσεϊκή αποστολή, αποκαλύπτοντας τις πηγές όλων αυτών των κακών στον χριστιανισμό. Στο γραμμένο σε εποχή ωριμότητας, το 1888 –την τελευταία ίσως περίοδο νηφαλιότητας για τον Νίτσε–, Αντίχριστος, Ανάθεμα κατά του χριστιανισμού, όπως επισημαίνει και ο Ήρκος Αποστολίδης στην κατατοπιστικότατη εισαγωγή του στην πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση στα ελληνικά του μνημειώδους αυτού έργου από τις εκδόσεις Gutenberg, ο Νίτσε: «Ονοματίζει το κακό (κεφ.26): ο ιερέας κακοποίησε το όνομα του θεού: ωνόμασε βασιλεία του θεού μια κατάσταση πραγμάτων στην οποίαν ο ίδιος καθώρισε την αξία τους: ωνόμασε θέλημα θεού τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται ή συντηρείται μια τέτοια κατάσταση: και μ' έναν ωμότατο κυνισμό αποτίμησε λαούς, εποχές, πρόσωπα ανάλογα με το αν στάθηκαν ωφέλιμα ή αντιστάθηκαν στην ιερατική του παντοδυναμία».


Εξού και το ότι η κριτική του Νίτσε στον χριστιανισμό –και όχι στον ίδιο τον Ιησού, τον οποίο βάζει στην ίδια σειρά με τον Βούδα και τον Πλάτωνα– εντοπίζεται στο σύστημα πρακτικών ιδεών που καθιέρωσαν οι απανταχού πιστοί του ως ένα συγκεκριμένο σύστημα ηθικών κωδίκων και επιβεβλημένης φιλοσοφικής σκέψης. Κατ' αρχάς, από άποψη οντολογική ο χριστιανισμός είναι που περιόρισε την επιστήμη στην αναγκαστική αναζήτηση της αλήθειας και στην ντετερμινιστικού τύπου αποστολή της. Με την έλευση του χριστιανισμού, και στα χρόνια που ακολούθησαν, οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες πίστεψαν στην αδήριτη αλήθεια του πνεύματος, του cogito και της λογικής. Μαζί με τη σιγουριά της αλήθειας οι χριστιανοί επέβαλαν ταυτόχρονα την ασφυκτική επιβολή της ηθικής: «Στο εξής η ηθική δεν εκφράζει, βέβαια, τους θεμελιώδεις όρους της ζωής και της ανάπτυξης ενός λαού ούτε το βαθύτερο ένστικτό του για ζωή, παρά κάτι το αφηρημένο, αντίθετο προς την ίδια τη ζωή – μια συστηματική εξαχρείωση της φαντασίας, ένα "κακό μάτι" για όλα τα πράγματα», επισημαίνει στον Αντίχριστο ο Νίτσε. Από εδώ θα προέλθει η «ενοχοποίηση του τυχαίου» στον βαθμό που κάθε συμβάν πρέπει πάντα να αποσκοπεί κάπου, σε κάτι υψηλό, αλλά και η «αιτίαση κατά της ευεξίας που βαπτίζεται πια κίνδυνος, "πειρασμός": δηλητηρίαση της σωματικής αδιαθεσίας από τις τύψεις της συνείδησης». Και η τύψη που βασίζεται στην ενοχή είναι η αιτία κάθε μνησικακίας, αυτής της εκδικητικής μανίας του ανθρώπου ο οποίος από τύψεις αναζητά παντού εχθρούς αντί για φίλους. Στο πρόσωπο των άλλων ανιχνεύονται οι υπαίτιοι για τα δικά του δεινά, αφού έχει μάθει αλλού πάντα να εντοπίζονται οι ένοχοι και οι σωτήρες (από έναν τιμωρό ή έναν θεό) – και ποτέ στον ίδιο. Γι' αυτό και οι μαθητές του Ιησού –ο Νίτσε βρίσκει ιδιαίτερα απεχθές το πρόσωπο του Παύλου– έφτασαν ταυτόχρονα να αγαπούν και να μισούν τον Μεσσία τους και από ενοχή που δεν τον βοήθησαν κατέληξαν να γίνουν αυτοί οι εκδικητές του: «Τότε για πρώτη φορά οι μαθητές διοχέτευσαν στον Κύριό τους όλη την περιφρόνηση και τη μοχθηρία τους κατά Φαρισαίων και θεολόγων: έ κ α ν α ν τον Κύριό τους έναν Φαρισαίο και θεολόγο!».

Μέσα σε αυτή την αρνητική εξέγερση οι μαθητές του Κυρίου δείχνουν να κατηγορούν διαρκώς τον εαυτό τους για τα δεινά που πέρασε το υπέρτατο αυτό πλάσμα, το οποίο δεν κατάφεραν αν σώσουν. Γι' αυτό και ο Νίτσε επιμένει ότι πρέπει να είμαστε εξαιρετικά καχύποπτοι με όσους αυτολοιδορούνται μπροστά σε ό,τι τους ξεπερνά και ό,τι τους προκαλεί θαυμασμό ή πόνο. Με όλους όσοι νιώθουν πάντα κατώτεροι απέναντι στην ομορφιά. Το μίσος κατά του ωραίου κρύβεται ακριβώς σε αυτές τις δηλώσεις χριστιανικής ηθικής, στο «ότι εγώ τόση ομορφιά δεν την αξίζω». Έτσι, οι εκάστοτε κατώτεροι κήνσορες καταλήγουν να γίνουν μοχθηροί και μνησίκακοι απέναντι σε ό,τι τους υπερβαίνει, χαρακτηρίζοντάς το απεχθές, κακό και ανήθικο. Ο Νίτσε στον Αντίχριστό του δεν παύει να καταγγέλλει τους «ηθικολόγους κρετίνους» που επέβαλε ως τρόπος σκέψης ο χριστιανισμός –από την οντολογία έως την ηθική–, αναγκάζοντάς τον να τους αποπέμψει από το ιδανικό σύμπαν των Υπερβορείων, από το ανοιχτό μέλλον που θα φτιάξουν οι ολίγοι μέσα από έναν άλλο τρόπο σκέψης και έξω από τα χωροχρονικά στεγανά αυτού του κόσμου. Και όπως έλεγε αντίστοιχα ο Ντελέζ στον δικό του Νίτσε: «Η αλυσίδα των φιλοσόφων δεν είναι η αιώνια αλυσίδα των σοφών, ακόμη λιγότερο η αλληλουχία της ιστορίας, αλλά μια αλυσίδα θραυσμένη, η διαδοχή των κομητών, η ασυνέχεια και η επανάληψή τους, που δεν ανάγονται ούτε στην αιωνιότητα του ουρανού που διασχίζουν ούτε στην ιστορικότητα της γης την οποία εποπτεύουν. Δεν υπάρχει αιώνια φιλοσοφία, ούτε ιστορική φιλοσοφία. Η αιωνιότητα, καθώς και η ιστορικότητα της φιλοσοφίας, ανάγονται στο εξής: η φιλοσοφία είναι ανεπίκαιρη σε κάθε εποχή».


Ο ανεπίκαιρος χαρακτήρας της φιλοσοφίας που ανατέμνει και τους στοχασμούς του Νίτσε δεν θέλει να επιβάλει συγκεκριμένους κανόνες αλλά να μετατρέψει τον φιλόσοφο σε χορευτή και ιδανικό καλλιτέχνη, ανεξάρτητα από τους κοινωνικοπολιτικούς κανόνες της εποχής. Ο καλλιτέχνης είναι που θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, μετατρέποντας τη μνησικακία σε ανατροπή. «Ο Νίτσε ομιλεί για το φαινόμενο καλλιτέχνης και όχι για την τέχνη» τονίζει με ευστοχία ο Χάιντεγκερ, μιλώντας για τον ανένταχτο άνθρωπο της τέχνης, αφού αυτός είναι που θα προχωρήσει στην «πραγματική επαναξιολόγηση των αξιών» με την οποία ολοκληρώνει ο Νίτσε τον Αντίχριστο. Δεν θα επιβάλει κανόνες αλλά θα ανακατευτεί με τις ισχυρές δυνάμεις της ζωής, ανακαλύπτοντας έναν άλλο τρόπο σκέψης, ένα διαφορετικό καλλιτεχνικό ύφος. Αρκεί να ακολουθήσει κανείς τα ίδια τα κείμενα του Νίτσε, γραμμένα σαν παρτιτούρα και διαρθρωμένα με τους όρους μιας μουσικής συμφωνίας, για να δει την προεξαγγελτική παράθεση του διαφορετικού και απόλυτα καλλιτεχνικού τρόπου σκέψης: κάθε υφολογική λεπτομέρεια όπως οι παύλες, οι αραιώσεις και τα διαφορετικά σημεία στίξης, τα ρητορικά τερτίπια με τις παραθέσεις των ξένων λέξεων, πλέκουν το δικό τους αντι-οντολογικό υφάδι, κάτι που επιτέλους επεσήμανε ο μεταφραστής του Αντίχριστου του Gutenberg Βαγγέλης Δουβαλέρης – ένας ιδανικός νιτσεϊκός μεσολαβητής που σεβάστηκε και «άκουσε» το κείμενο. Παρέθεσε, μάλιστα, μια καίρια επισήμανση που εξηγεί την αναγωγή του περίτεχνου ύφους σε καίρια οντολογική προϋπόθεση: «Πόσο, άραγε, γνωρίζουν και θεωρούν καθήκον τους να γνωρίζουν ότι υπάρχει Τέχνη σε κάθε καλή φράση-Τέχνη που πρέπει να μαντευτεί ώστε να εννοηθεί η φράση! Μια παρανόηση στο tempo της λόγου χάρη, και παρανοήθηκε όλη φράση!». Στον ρυθμό του λόγου κρύβεται ο ρυθμός του κόσμου, ενός κόσμου αρμονικού, μουσικού, αφού «πίσω από το μεγάλο θέατρο του κόσμου» δεν κρύβεται «μια περιπαικτική θεότητα» αλλά εμείς οι ίδιοι – ως υπέρτατοι φιλόσοφοι και μοναδικοί καλλιτέχνες. Η δημιουργία του κόσμου βρίσκεται, άλλωστε, στα χέρια μας. Κι αυτό ο Νίτσε, ως ιδανικός καλλιτέχνης, το είδε πρώτος και καλύτερα από όλους.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Βιβλίο / Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Ο γιατρός και συγγραφέας, που τα βιβλία του είναι όλα μπεστ σέλερ, βρέθηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και συζήτησε με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου για το τραύμα και τη σύγχρονη ζωή, αλλά και για τη γενοκτονία στη Γάζα, που ο ίδιος, ως Εβραίος, θεωρεί ότι είναι χειρότερη από το Άουσβιτς.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«ASTY», η Αθήνα του 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Design / Αθήνα 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Ο αρχιτέκτονας και δημιουργός κόμικς Δημήτρης Πασχάλης μετατρέπει την ανησυχία του για τη σύγχρονη Αθήνα σε μια δυστοπική αφήγηση που εκτυλίσσεται στο έτος 2999. Μέσα από το «ASTY» εξερευνά την υπεραστικοποίηση, την απώλεια του προσωπικού χώρου και τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την ψυχική υγεία και το μέλλον της πόλης.
M. HULOT
O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Το πίσω ράφι / O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Στο μυθιστόρημά του «Νέα από τον παράδεισο» ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μάς κάνει συμμέτοχους στους προβληματισμούς του γύρω από την πίστη, τη μαζική νεύρωση των διακοπών και τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ