Ο παράξενος

Ο παράξενος Facebook Twitter
Μαρκ Σαγκάλ, Πάνω από το Vitebsk
0

Καθόταν με τις ώρες αφού είχε πάρει σύνταξη και τα παιδιά έλειπαν μακριά, ο ένας στην Αμερική, η άλλη στην Αθήνα.

Καθόταν ολομόναχος στο σπίτι γιατί τα χρόνια είχαν περάσει και άλλο δεν έκαναν κι αυτά τα άτιμα από το να φεύγουν, παρατώντας τους ναυαγισμένους στα νησάκια τους. Κάθε κορμί και ερημονήσι όπως έλεγε το τραγούδι.

Έριχνε ράθυμα ένα ξύλο στο τζάκι, λίγες ματιές στα διαφημιστικά του Lidl και σε μια βιογραφία του Βενιζέλου κι έπειτα πηγαινοερχόταν στον κήπο. Κάποτε του άρεσαν οι χειρωνακτικές δουλειές, το χώμα πάνω στα παγωμένα χέρια του που ξερίζωναν βολβούς ή άγγιζαν τον κορμό της λεμονιάς και τα κλαδιά της μανταρινιάς. Και όταν ένιωθε τον ιδρώτα κάτω από το γαλάζιο καρό πουκάμισο, χαιρόταν που θα έμπαινε στο ντους και θα γινόταν φρέσκος, με την ικανοποίηση πως έπραξε κάτι καλό και θεραπευτικό.

Είχε γίνει παράξενος. Το έβλεπε στα μάτια των άλλων που τον κοιτούσαν με προφανή δυσαρέσκεια, ιδίως οι πιο νέοι. Όταν έμπαινε στα μαγαζιά σταματούσαν οι κουβέντες και όλοι του παραχωρούσαν ευχαρίστως τη σειρά: όχι όμως από σεβασμό και αναγνώριση της σημασίας του μα επειδή ήθελαν να ξεμπερδεύουν με τη δυσοίωνη παρουσία του.

Το θυμόταν καλά αυτό το ωραίο συναίσθημα λύτρωσης. Το θυμόταν γιατί τον είχε εγκαταλείψει δίχως καλά-καλά να το καταλάβει. Κάποια στιγμή άρχισαν απλώς να μη σαλεύουν τα φύλλα στα δέντρα και οι μυρουδιές σαν να σφραγίστηκαν σε αεροστεγή κουτιά. Έπειτα οι γείτονες δεν του απευθυνόταν πια, αν και με κάποιους γνωριζόταν μισό αιώνα.

Είχε γίνει παράξενος. Το έβλεπε στα μάτια των άλλων που τον κοιτούσαν με προφανή δυσαρέσκεια, ιδίως οι πιο νέοι. Όταν έμπαινε στα μαγαζιά σταματούσαν οι κουβέντες και όλοι του παραχωρούσαν ευχαρίστως τη σειρά: όχι όμως από σεβασμό και αναγνώριση της σημασίας του μα επειδή ήθελαν να ξεμπερδεύουν με τη δυσοίωνη παρουσία του.

Κάποιοι μπορεί να τον λυπόνταν αλλά με κείνον τον μηχανικό τρόπο που κουνάμε το κεφάλι ακούοντας κάποιο πολύ μακρινό, δυσάρεστο νέο. Άλλοι σκεφτόταν πως στο κάτω-κάτω μεγάλωσε μόνος του κοτζάμ επιστήμονες, τον μεγάλο γιο στην Αμερική, την μικρότερη κόρη στην Αθήνα. Αλλά οι νεόφερτοι στη γειτονιά δεν είχαν ιδέα από τέτοιες λεπτομέρειες της ζωής του. Στον κήπο του αντίκριζαν κάμποσα αγριόχορτα και στην όψη του τις αναποδιές της ύπαρξης και κάτι ασυγχώρητα αγέλαστο.

Ναι, ίσως αυτό το αγέλαστο ήταν που τους στράβωνε τη διάθεση, το προσωπείο το τσιτωμένο, εγχάρακτο σε μαύρη πέτρα, που έδινε την εντύπωση πως οι ανθρώπινες συγκινήσεις δεν το αφορούσαν πλέον. Ποιος θέλει παρτίδες με περίκλειστους γέρους; Με σφηνωμένους στα δικά τους συμπτώματα; Με απλανείς αστέρες που διαβαίνουν άκεφα ανάμεσά μας, δίχως να συμμερίζονται τη σπουδή μας για κίνηση, φωνές και κατορθώματα; Ποιος γυρεύει πια κουβέντες με στόματα ραμμένα από τις θλίψεις;

Ήταν πέρσι τα Χριστούγεννα, για την ακρίβεια λίγες μέρες πριν την τελευταία μέρα των σχολείων. Πρωί στον φούρνο το αδιαχώρητο, παιδιά του δημοτικού και οι μανάδες με τα κρουασάν, τις τυρόπιτες κουρού και τα γλυκά κεράσματα. Τα γενέθλια κάποιας μικρής Αλεξάνδρας. Έξαφνα το πλήθος παραμέρισε για να περάσει εκείνος, φορώντας ένα γκρι παλτό και μπορντό κασκόλ.

«Δυο τσουρέκια παρακαλώ, το ένα το μεγάλο με την κάλυψη σοκολάτα. Και από εκείνα με το καρύδι, βάλε δεκαπέντε, όχι είκοσι»

Οι πελάτες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και είδαν τη φουρνάρισσα να δυσκολεύεται να κρύψει την κατάπληξή της.

«Και από αυτά τα σαραγλάκια;» ρώτησε άτονα η κοπέλα.

«Ένα κιλό από όλα βάλτε μου, να μην τσιγκουνευόμαστε», ξανακούστηκε η φωνή του γέρου, ξεχειλίζοντας βεβαιότητα.

Έξω απ το φούρνο περίμεναν οι μαθητές, πρωτάκια και λίγο μεγαλύτεροι. Ο γέρος χαμογέλασε κι αφού έκανε μια παλιομοδίτικη υπόκλιση στις μαμάδες, ζύγωσε τα δυο παιδιά από τη Συρία που στέκονταν παραπέρα.

«Πως σε λένε εσένα παιδάκι μου...Your name please;»

Το αγοράκι κρύφτηκε ντροπαλά πίσω από τη μεγάλη αδελφή του.

«Αχ…ψόφος σήμερα, αυτά είναι για το κρύο, sweets for the nice children!»

Έσκυψε κι άφησε το κουτί με τα γλυκά μπροστά στο κορίτσι που δεν ήξερε τι να πει και πήρε να χαϊδεύει το στραβοκουρεμένο κεφαλάκι του αγοριού.

«Μαλέκ, His name Μαλέκ» είπε ξαφνικά το κορίτσι ξετυλίγοντας ένα γλυκό.

«Αυτόν τον δόλιο θα τον κουρεύει η αδερφή του» φώναξε εύθυμα ο γέρος στις μαμάδες που τώρα τον κοιτούσαν με τη δυσπιστία των λαϊκών ανθρώπων για κάποιον που πλούτισε απότομα και χαρίζει από δω κι από κει.

Ύστερα απομακρύνθηκε, γλιστρώντας θαρρείς έξω από την αγκαθωτή περίφραξη όπου τον είχαμε φυτέψει με τη μούρη στο χώμα και τα πόδια του πάνω, να παριστάνει τον αλλόκοτο σαν τους ιπτάμενους χωριάτες του Σαγκάλ.

Από πέρσι, τέτοιες μέρες, ο μικρός Μαλέκ περιμένει σταθερά τον κύριο με το αστείο πρόσωπο και το ωραίο κασκόλ. Και μόνο η αδερφή του τον κοροϊδεύει που το χαζό πιστεύει ακόμα στα φαντάσματα.

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT