Γράμματα στη Φελίτσε Μπάουερ

Γράμματα στη Φελίτσε Μπάουερ Facebook Twitter
Άντι Γουόρχολ, Δέκα Πορτρέτα Εβραίων του 20ού αιώνα: Φραντς Κάφκα.
0

Ο καλαισθητος τομος των εκδόσεων Γαβριηλίδη με τις επιστολές προς τη Φελίτσε (δίγλωσση έκδοση, εκλογή επιστολών για την ακρίβεια, την οποία επιμελήθηκε η Στέλλα Κουνδουράκη) αφήνει το καφκικό χρηματοκιβώτιο ανοικτό· παρότι λείπουν οι επιστολές προς την Γκρέτε Μπλοχ (επιστήθια φίλη της Φελίτσε – επιστολές που διαβάσαμε στη δίτομη έκδοση του Γκαλιμάρ), ο επιστολιμαίος τρύγος που φτάνει στα χέρια μας αρκεί για να εισδύσουμε στα άδυτα του καφκικού εργαστηρίου. Πόσο μάλλον που ο ίδιος ο Κάφκα, ως μανιώδης επιστολογράφος, προτιμά την αλληλογραφία από τη συνομιλία, την ελεγχόμενη απόσταση από την εγγύτητα, ένα κλίμα αγωνιώδους και οξύμωρης ανησυχίας μήπως πάψει να τη βλέπει ή μήπως σπάσει ο διάβολος το ποδάρι του και την έχει συνεχώς «μέσα» στα πόδια του. Πηγαίνοντας στο Βερολίνο, το μόνο που τον απασχολούσε ήταν η σκέψη: «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτή, ούτε μαζί με αυτή».

Το ζήτημα, βέβαια, δεν αφορούσε κάποια άλλη εκλογή· αντίθετα, η απόλυτη αφοσίωση στη γραφή κατέστησε όλα τα άλλα δευτερεύοντα ή ανύπαρκτα. «Η λαχτάρα να εκφράσω την εσωτερική μου ζωή, που συγγενεύει με όνειρο, αφαίρεσε την αξία από τα πάντα». Επ’ αυτού, ο Κάφ- κα γράφει μια απ’ τις εξοχότερες σελίδες του:

«Όποιος γράφει δεν είναι ποτέ αρκετά μόνος, γι’ αυτό δεν είναι ποτέ αρκετή η ησυχία που περιβάλλει όποιον γράφει, ακόμα και η νύχτα δεν είναι αρκετά νύχτα. (…) Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι ο καλύτερος τρόπος ζωής για μένα θα ήταν να βρισκόμουνα κλειδαμπαρωμένος στα έγκατα ενός ευρύχωρου υπογείου με τα σύνεργα της γραφής και με μια λάμπα. Θα μου έφερναν φαγητό, θα το άφηναν πάντα μακριά απ’ τον χώρο μου, πίσω απ’ την τελευταία πόρτα του υπογείου προς τα έξω. Η διαδρομή προς το φαγητό, καθώς θα διέσχιζα με τη ρόμπα τους θολωτούς διαδρόμους του υπογείου, θα ήταν ο μοναδικός μου περίπατος. Έπειτα, θα γυρνούσα πίσω στο γραφείο μου, θα έτρωγα αργά και προσεκτικά και θα ξεκινούσα αμέσως ξανά το γράψιμο. Και τι δεν θα έγραφα τότε! Από ποια βάθη θα ανέσυρα το καθετί! Χωρίς μόχθο! Διότι η υπέρτατη αυτοσυγκέντρωση δεν έχει καμιά σχέση με τον μόχθο. (…) Ποια είναι η γνώμη σου, πολυαγαπημένη; Μην αποφεύγεις τον κάτοικο του υπογείου!».

Με κάποια δυσεξήγητη κατάπληξη ο αναγνώ- στης αρχίζει ν’ ανακαλύπτει ότι η απόσταση που εσκεμμένα ή όχι κρατάει ο «ερωτευμένος» Κάφκα απέναντι στην «πολυαγαπημένη» του δεν οφείλεται σε εξωτερικούς παράγοντες, παρά στο ζωοποιό σύμπλεγμα του Φραντς, ο οποίος δεν νιώθει ανεξαρτησία, παρά πολύτιμο ή περιφρονητέο ενεργούμενο κάποιας «ανώτερης δύναμης»: «Αν, λοιπόν, υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που θέλει να με χρησιμοποιήσει ή με χρησιμοποιεί ήδη, τότε βρίσκομαι στα χέρια της σαν ένα εργαλείο που έχει δουλευτεί στην εντέλεια· αν δεν υπάρχει, τότε είμαι ένα τίποτα και θ’ απομείνω ξαφνικά σ’ ένα τρομακτικό κενό».

Δεν μπορούμε να ξέρουμε τους τρόπους με τους οποίους η Φελίτσε αντιδρούσε ή ενέδιδε στα ιδιοφυή καπρίτσια του Φραντς για τον απλούστατο λόγο ότι η επιστολογραφία της δεν διασώθηκε (άγνωστοι οι λόγοι)· πλην όμως, μπορούμε, κρυφοπαρακολουθώντας τις εντάσεις του Κάφκα, να μαντέψουμε τα ναι και τα όχι της Φελίτσε.

Όταν, κατά σύμπτωση, της εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την εξωτερική του εμφάνιση (πράγμα που δεν τού κόστιζε ιδιαίτερα), πιστεύει ότι θα τον περιγελάσει - αν μάλιστα λάβει ένα τηλεγράφημα με τη φράση «Είσαι πανέμορφος», τότε το μόνο που θα του απομείνει θα είναι να χωθεί κάτω απ’ το τραπέζι! Μ’ έναν λόγο, ο Κάφκα δεν μπορεί να υπάρχει με επιχείρημα τη χειροπιαστή του ύπαρξη· το πάθος του αφορά τη γραφή, η οποία ανακαλύπτει ένα κάτοπτρο πάνω στο οποίο αχνοφέγγει κάτι συμβολικό. Όσο ο ίδιος αυτομηδενίζεται (εγώ δεν είμαι τίποτα, απολύτως τίποτα…), τόσο οι συγγραφικές σκιές αρχίζουν να ζωοποιούνται.

Όταν διατείνεται ότι είναι γεννημένος για τη μοναξιά, δεν εννοεί βέβαια την απομόνωση, τη στείρα φυγανθρωπία, τη φοβία ή κάποιο άλλο «κενό» δαιμόνιο. Προβάλλει μόνο τη γραφή (το γράψιμο είναι ο πραγματικά καλός εαυτός μου). Και τον παραλογισμό που χαρακτηρίζει κάποιον ο οποίος ζει ανώφελα (διότι ζει μονάχα γράφο- ντας), πιο σωστά, το μόνο που προσφέρει είναι «να τρέχει γύρω από μια τρύπα και να τη φρουρεί· άνθρωπος είναι αυτός ή δόλιο πνεύμα;».

Στον νου του Κάφκα, ο οποίος ακατάπαυστα μεταπλάθει τις διαθέσεις του με άξονα τη μόνωση, τη δημιουργικότητα, τη μεταλλαγή των οικείων καταστάσεων σε λογοτεχνικά ευρήμα- τα πρώτης τάξεως (η πνιγηρή ατμόσφαιρα της οικογένειας γεννά τη Μεταμόρφωση· η δίκη για τον αρραβώνα με τη Φελίτσε παρέχει υλικό για τη Δίκη· το μίσος για τον πατέρα Χέρμαν εμπνέει το Γράμμα στον πατέρα), το βιωμένο ελάχιστα επιβιώνει μέσα στο προϊόν της φαντασίας. Άρα, δανείζεται από τους γύρω του, κλέβει διαρκώς μπροστάντζες, αλλά δεν τους επιστρέφει τίποτα. Χρωστάει στην τέχνη, όσο για τη ζωή, ο ίδιος έχει δηλώσει απότακτος. Όπου δει, δεν αποφεύγει τα βαριά λόγια. «Για το γράψιμό μου χρειάζομαι απομόνωση, όχι όπως ένας ερημίτης, αυτό δεν θα αρκούσε, αλλά όπως ένας νεκρός. Το γράψιμο υπ’ αυτή την έννοια είναι ένας βαθύτατος ύπνος, δηλαδή θάνατος, κι όπως δεν μπορείς ούτε πρόκειται να τραβήξεις τον νεκρό απ’ τον τάφο του, έτσι δεν μπορείς να τραβήξεις ούτε κι εμένα απ’ το γραφείο μου τη νύχτα».

Τα μικρά σκίτσα -σκαλαθύρματα που σκάρωνε ο Κάφκα στα περιθώρια των χειρογράφων- έχουν κάτι να ‘μολογήσουν για το παράταιρο συναίσθημα που συντηρούσε αυτός ο άνθρωπος για τη σωματική του υπόσταση, για την κίνηση, την κοιναισθησία, τη μονοκόκαλη κορμοστασιά, τις γωνιώδεις στάσεις, γενικά ένα απόσταγμα μαζοχισμού, αιφνίδιας βίας και παθητικότητας.

Δεν διστάζει να πάρει τη θέση της Φελίτσε και… να σπάσει πάνω του την ομπρέλα, μπροστά στο κρεβάτι του, από θυμό κι απελπισία. Ανάλογη σύλληψη σωματικού βασάνου και πλήρους διαλύσεως είναι κι αυτή η σκηνή ευχή: «Περνώντας μπροστά απ’ το παράθυρο ενός ισογείου, ένα σχοινί δεμένο γύρω απ’ το λαιμό μου να με τραβήξει μέσα και, δίχως καμιά προσοχή, σαν να με σέρνει ασυλλόγιστα κάποιος από πάνω, να διαπεράσω με φόρα όλα τα ταβάνια, τα έπιπλα, τους τοίχους και τις σοφίτες ματωμένος και καταξεσκισμένος, ώσπου να φανεί πάνω στη στέγη η άδεια θηλιά, απ’ την οποία θα έχουν μόλις αποκολληθεί τα τελευταία υπολείμματά μου καθώς αυτή διαπέρασε τα κεραμίδια».

Ο Κάφκα σώθηκε κυριολεκτικά και μελλοντο-ιστορικά απ’ την επίνοια του Μαξ Μπροντ, ο οποίος άνοιξε τη διαθήκη του φίλου του, διάβασε τα δύο σημειώματα όπου ο αποθανών συγγραφέας ζητούσε να καταστραφούν όλα τα αδημοσίευτα χειρόγραφα και να μην επανεκδοθούν τα ήδη εκδοθέντα βιβλία του και αποφάσισε τελικά, σταθμίζοντας τα πράγματα -τι πράγματα!-, να πράξει το ακριβώς αντίθετο. Ο Κάφκα ζητούσε, τη μεσολαβήσει του Μαξ Μπροντ, να συντελεστεί μια μεταθανάτια συγγραφική αυτοκτονία. Να παραδοθεί, δηλαδή, το πνεύμα του στην πυρά, όπως και το σώμα του. Ο Μπροντ επέτυχε, αποφάσκοντας στη μεταθανάτια βούληση του Κάφκα, την παγκόσμια αναγνώριση του έργου του. Όλα αυτά συνέβηκαν τα χρόνια της ανόδου του ναζισμού - όταν οι τρεις αδελφές του Κάφκα πέθαναν στα γερμανικά κρεματόρια.

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ