Τα πάθη του αιγυπτιακού σώματος:
για τη φυλακή, την εξορία και τον θάνατο
Σε άρθρο του στην L'Orient-Le Jour, ο συγγραφέας Ahmad Abdelhalim εξετάζει την εξέλιξη του κατασταλτικού μηχανισμού της Αιγύπτου από τότε που ανέλαβε την εξουσία ο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, κάνοντας λόγο για ένα επιβεβλημένο υπαρξιακό τρίπτυχο: φυλακή, εξορία και θάνατος".
Ο Αιγύπτιος συγγραφέας και ερευνητής Άχμαντ Αμπντελ Χαλίμ γράφει για ζητήματα πολιτικής κοινωνιολογίας και σπουδών πάνω στο σώμα. Είναι συγγραφέας έξι έργων, μεταξύ λογοτεχνίας και έρευνας, που αφορούν το σώμα, τη φυλακή, την κοινωνία, την πολιτική και την εξορία. Οι δομικοί μετασχηματισμοί που γνώρισε το αιγυπτιακό κράτος από το καλοκαίρι του 2013 αποτελούν μια βαθιά κοινωνιολογική και φιλοσοφική καμπή. Υπό τον Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, το αυταρχικό καθεστώς εξελίχθηκε, περνώντας από μια παραδοσιακή κυριαρχία στη "βιοπολιτική" του Φουκώ και στη "νεκροπολιτική" του Ασίλ Μπέμπε, μετατρέποντας το ανθρώπινο σώμα σε εργαστήριο παραγωγής υποταγμένων υπηκόων μέσω της φυλακής, της εξορίας και του θανάτου. Στο πλαίσιο αυτό, η φυλακή λειτουργεί ως μηχανή παραγωγής του "ιερού ανθρώπου" (homo sacer), καταστρέφοντας την ψυχολογική και υπαρξιακή υπόσταση των κρατουμένων.
Κοινωνιολογία του καταπιεσμένου σώματος
Η φυλακή στη σύγχρονη αιγυπτιακή εμπειρία, και σε όλη την ιστορία της τιμωρίας, αντιπροσωπεύει κάτι που ξεπερνά τους τοίχους και τους φράκτες· γίνεται η ύστατη έκφραση της ικανότητας της εξουσίας να αναστέλλει τον νόμο και να καθιερώνει την κατάσταση της "διαρκούς εξαίρεσης" που ανέλυσε ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν. Σε αυτόν τον χώρο, η φυλακή δεν παραμένει απλώς μια προσωρινή τιμωρία, αλλά μετατρέπεται σε μια μηχανή παραγωγής του "έκθετου/απροστάτευτου ανθρώπου" από τον οποίο αφαιρούνται τα πολιτικά και νομικά του δικαιώματα. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, αυτό το σύστημα άφησε πίσω του δεκάδες χιλιάδες Αιγυπτίους με σώματα εξαντλημένα και συντετριμμένα, είτε πρόκειται για εκείνους που βρίσκονται ακόμη μέσα στα κελιά είτε για εκείνους που βγήκαν από αυτά φέροντας τα σημάδια της στα κόκαλα, στα νεύρα και στη μνήμη τους, αφού οι τιμωρητικές πρακτικές μετατράπηκαν σε εργαλεία αναδιαμόρφωσης του σώματος και κατεδάφισης της ψυχολογικής και υπαρξιακής του οντότητας.
Η πραγματική φυλακή, όπως την αποκαλεί ο μυθιστοριογράφος Αμπντ αλ-Ραχμάν Μουνίφ, ξεκινά πριν από τη διάβαση του κελιού· ενσαρκώνεται στον τρόμο του ανθρώπου και στον προκαταβολικό φόβο του, και αυτό ακριβώς είναι που επιδιώκει η σωφρονιστική εξουσία προκειμένου να διασφαλίσει τη διαρκή υποταγή του ατόμου, ακόμη και μέσα στους ιδιωτικούς του χώρους. Παράλληλα, το φυλακισμένο σώμα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στη βούληση για αντίσταση και στους μηχανισμούς καταστολής. Στο μυθιστόρημά του Ανατολικά της Μεσογείου, ο Μουνίφ απεικονίζει το σώμα ως εργαλείο αντίστασης όταν ο "Ρατζάμπ" αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του, παρά τη βεβαιότητά του για τα βασανιστήρια που τον περιμένουν, καταδεικνύοντας ότι η πραγματική αδυναμία δεν εγκαθίσταται στο σώμα, αλλά ριζώνει στην ψυχή. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η εξουσία επιδιώκει να μετατρέψει το ίδιο το σώμα σε τεκμήριο συντριβής, μέσω των βασανιστηρίων, της παραμέλησης, της λιμοκτονίας και της απομόνωσης, έτσι ώστε ο κρατούμενος, ακόμη και μετά την αποφυλάκισή του, να γίνει ένα ον που κουβαλά τη φυλακή μέσα του ως ένα μόνιμο σημάδι που δεν τελειώνει με τη λήξη της περιόδου κράτησης.
Επιπλέον, η αιγυπτιακή λογοτεχνία της φυλακής μετατοπίστηκε από το ρεαλιστικό, καταγραφικό στυλ σε μεταμοντέρνες μορφές που επιστρατεύουν την αυτομυθοπλασία για να τεκμηριώσουν την ευθραυστότητα του φυλακισμένου σώματος. Κατά συνέπεια, η φυλακή δεν αποτελεί πλέον μια απλή μαρτυρία-ντοκουμέντο, αλλά έχει γίνει ένας τόπος αποδόμησης της πολιτικής ταυτότητας και αναδιαμόρφωσής της μέσω του πόνου, όπου τα βασανιστήρια χρησιμοποιούνται ως μια "πειθαρχική" τεχνική που στοχεύει στην απόσπαση της κυριαρχίας του ατόμου πάνω στον εαυτό του και στην καθυπόταξη της "ψυχής" μέσω της κακοποίησης του σώματος. Έτσι, το σώμα στη σύγχρονη αιγυπτιακή εμπειρία εμφανίζεται ως ένας χώρος πάνω στον οποίο η εξουσία εγγράφει τα βίαια αποτυπώματά της, σε τέτοιο βαθμό ώστε η σωματική ερείμωση να μετατρέπεται σε μια μακρά παράταση της ποινής, η οποία ξεπερνά τη στιγμή της φυλάκισης και εκτείνεται σε ολόκληρη τη ζωή.
Και βασιζόμενοι στις θέσεις του Μισέλ Φουκώ, οι χώροι κράτησης στην Αίγυπτο μπορούν να αναλυθούν ως εργαλεία της βιοπολιτικής που επιδιώκει τη διαχείριση του πληθυσμού μέσω της καθολικής επιτήρησης. Ως εκ τούτου, αυτές οι φιλοσοφικές συλλήψεις διασταυρώνονται για να διαμορφώσουν μια συνολική θεώρηση της φυλακής στην αιγυπτιακή περίπτωση· ενώ η βιοπολιτική κατά τον Φουκώ αντανακλά τον λεπτομερή έλεγχο της κίνησης των σωμάτων και τον έλεγχο της τροφής ως τιμωρητικά εργαλεία για την παραγωγή υπηκόων απογυμνωμένων από αυτονομία, η έννοια του σώματος ως τεκμηρίου πόνου στον Μουνίφ αναδύεται για να μετατρέψει αυτό το σώμα σε πεδίο αναμέτρησης που βαθαίνει το αίσθημα της αδυναμίας και θρυμματίζει τη βούληση για αλλαγή, όπου η κατάσταση εξαίρεσης του Αγκάμπεν έρχεται για να προσδώσει νομιμότητα στην παρατεταμένη κράτηση μέσω αυτού που είναι γνωστό ως τακτική της ανακυκλούμενης δίωξης με την αναστολή των συνταγματικών εγγυήσεων, μετατρέποντας τον κρατούμενο σε έναν γυμνό άνθρωπο, απογυμνωμένο από κάθε νομική ή κυριαρχική προστασία.
Η περιπλάνηση της εξορίας και η αλλοτρίωση
Ως αποτέλεσμα του αποκλεισμού των πολιτικών οριζόντων και της συνεχούς απειλής σύλληψης ή σωματικής εξόντωσης, δεκάδες χιλιάδες Αιγύπτιοι νέοι αναγκάστηκαν να επιλέξουν τη "ρήξη και την απόσυρση" μέσω της εξορίας. Ωστόσο, η εξορία εδώ δεν περιορίζεται σε μια γεωγραφική μετακίνηση, αλλά μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή κατάσταση που ο εκλιπών Σύρος στοχαστής Χαλίμ Μπαρακάτ αποκαλεί "πολιτική αλλοτρίωση", όπου το άτομο αισθάνεται την αδυναμία του να επηρεάσει την πατρίδα του, βιώνοντας έτσι έναν εσωτερικό διχασμό και μια σταδιακή απώλεια νοήματος. Με αυτόν τον τρόπο, ο εξόριστος παραμένει μετέωρος ανάμεσα σε μια πατρίδα που τον ώθησε στη φυγή και σε μια νέα κοινωνία που αδυνατεί να τον αγκαλιάσει πλήρως.
Η αλλοτρίωση στην αραβική κουλτούρα επιβεβαιώνει ότι οι αραβικές κοινωνίες ζουν σε μια κατάσταση ασφυξίας που προκύπτει από την αδυναμία υπέρβασης της πραγματικότητας και την αποδοχή της ως τελικής μοίρας. Κατά συνέπεια, η αλλοτρίωση του εξόριστου Αιγυπτίου προσλαμβάνει έναν διπλό χαρακτήρα. Είναι αποκομμένος από την πατρίδα του, ενώ παραμένει ξένος μέσα στη νέα κοινωνία, η οποία μερικές φορές τον αντιμετωπίζει ως τον "άλλο". Μέσα από την καρδιά αυτού του σπαραγμού, γεννιέται ένα αίσθημα "πολιτικής αδυναμίας" που ωθεί πολλούς νέους να βρουν καταφύγιο στην εικονική δραστηριότητα ως εναλλακτική λύση στην πραγματική δράση, διευρύνοντας έτσι το χάσμα ανάμεσα στο όνειρο και τη δυνατότητα πραγματοποίησής του.
Βάσει αυτού, η εξορία μετατρέπεται σε μια μορφή "κοινωνικού θανάτου", όπως τον περιγράφει ο Ασίλ Μπέμπε· ο εξόριστος χάνει την κυριαρχία πάνω στο σώμα του και το δικαίωμα του ανήκειν, ζώντας μέσα σε μια "γκρίζα ζώνη" ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Δεν έχει το δικαίωμα της επιστροφής, ούτε καν το δικαίωμα να ανανεώσει τα αιγυπτιακά του έγγραφα, και δεν αισθάνεται πλήρη σταθερότητα στο εξωτερικό, καθώς η έννοια του "καταφυγίου" καταρρέει. Αυτό συμβαίνει αφού η πατρίδα μετατράπηκε από έναν χώρο προστασίας σε έναν τόπο που σε διώχνει, επαναλαμβάνοντας, μέσα από τα στόματα των υποστηρικτών του αυταρχισμού του Σίσι, το σύνθημα "αν δεν σου αρέσει η χώρα, παράτα τα και φύγε".
Και οι διαστάσεις αυτής της αλλοτρίωσης αντανακλώνται σε ένα διαρκές αίσθημα αδυναμίας, καθώς και πολιτικής και υπαρξιακής κατάθλιψης, ως αποτέλεσμα της απώλειας της ικανότητας επηρεασμού της πορείας της πατρίδας από το εξωτερικό. Αντίθετα, η απουσία σκοπού ωθεί πολλούς να αποσυρθούν από την πολιτική ή να βρουν καταφύγιο στην επαγγελματική εργασία για να ξεφύγουν από τον παραλογισμό. Παράλληλα με αυτό, η κοινωνική αλλοτρίωση παραμένει εμπόδιο για την πλήρη ενσωμάτωση στις νέες κοινωνίες, γεγονός που καταλήγει συχνά στη δημιουργία κλειστών πολιτικών "γκέτο" που αναπαράγουν τα τραύματά τους μέσα στην ίδια την εξορία.
Η νεκρο-αυταρχικότητα του Σίσι, ή η διαχείριση του θανάτου
Ο αιγυπτιακός αυταρχισμός μετά το 2013 ξεπέρασε τα όρια του βιοπολιτικού ελέγχου των σωμάτων για να φτάσει σε αυτό που ο Ασίλ Μπέμπε αποκαλεί "πολιτικές του θανάτου". Η κυριαρχία εδώ δεν καθορίζεται μέσω της προστασίας της ζωής, αλλά μέσω της εξουσίας να ορίζεται "ποιος επιτρέπεται να ζήσει και ποιος πρέπει να πεθάνει". Υπό αυτό το πρίσμα, ο αιγυπτιακός δημόσιος χώρος μετατράπηκε σε κάτι που μοιάζει με "κόσμους του θανάτου", όπου τα άτομα εξωθούνται να ζουν υπό σκληρές συνθήκες που τα φέρνουν πιο κοντά στην κατάσταση των "ζωντανών-νεκρών".
Οι εκδηλώσεις του θανάτου υπό τον τρέχοντα αυταρχισμό πολλαπλασιάζονται ως έκφραση της "νεκρο-εξουσίας" στη διαχείριση του πληθυσμού. Ο θάνατος στις πλατείες, όπως συνέβη στη "Ράμπα", τη "Νάχντα" και αλλού [Η κατάληψη το 2013 των πλατειών Ράμπα’α αλ-Ανταουίγια και αλ-Νάχντα στο Κάιρο μετά το πραξικόπημα διήρκεσε έξι εβδομάδες, και πνίγηκε στο αίμα από την έφοδο του στρατού. Σύμφωνα με το Al Jazeera, 1.100 άνθρωποι σκοτώθηκαν, 10.000 τραυματίστηκαν και 21.000 συνελήφθησαν -σ.σ.], αποκάλυψε μια άμεση άσκηση του κυριαρχικού δικαιώματος στον φόνο μέσα από ένα θέαμα βίας που στοχεύει στην αποτροπή της αντιπολίτευσης. Την ίδια στιγμή, αναδύθηκε μια πιο αργή μορφή, η οποία αντιπροσωπεύεται από τον θάνατο μέσα στις φυλακές λόγω ιατρικής αμέλειας και συστηματικών βασανιστηρίων, σαν να πρόκειται για έναν "φόνο σε μικρές δόσεις" που εκτείνεται στον χρόνο. Παράλληλα με αυτό, εμφανίστηκε το φαινόμενο της αυτοκτονίας ως αντανάκλαση της κατάρρευσης του δημόσιου ορίζοντα, ενώ η αναγκαστική εξορία και η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων παρέμειναν μια μορφή "αστικού θανάτου" που μετατρέπει τον άνθρωπο σε ένα κοινωνικά απομονωμένο ον πριν από τον βιολογικό του θάνατο.
Ξεκινώντας από τη φιλοσοφική σύλληψη του Μπέμπε, μπορεί να ειπωθεί ότι τα αυταρχικά καθεστώτα παράγουν έναν "πλεονάζοντα πληθυσμό" που δεν επιδέχεται πλέον πολιτική ή οικονομική ενσωμάτωση, και ως εκ τούτου η ύπαρξή του διαχειρίζεται μέσω της διαρκούς έκθεσής του σε θανατηφόρους κινδύνους. Στην αιγυπτιακή περίπτωση, τμήματα της νεολαίας και των ακτιβιστών αντιμετωπίστηκαν ως κατηγορίες "περιττές" ή ως "κίνδυνος για τη δημόσια τάξη", γεγονός που δικαιολογεί την παρατεταμένη φυλάκιση ή την εξώθηση προς την εξορία και τις επικίνδυνες μεταναστευτικές διαδρομές. Έτσι, η εξουσία επαναπροσδιορίζει την κυριαρχία της μέσω του "δικαιώματος στον φόνο" και του "δικαιώματος να εκθέτει τους άλλους στον αργό θάνατο".
Οι βαθύτερες συνέπειες του αυταρχισμού δεν εκδηλώνονται μόνο στις φυλακές και στα σώματα, αλλά εμφανίζονται στην ψυχολογική και υπαρξιακή κατάρρευση του συλλογικού εαυτού. Η γενιά της επανάστασης του Ιανουαρίου βιώνει αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί "τραύμα της πολιτικής πρακτικής", μια κατάσταση γενικής παράλυσης που προέκυψε από μια "σειρά διαδοχικών σοκ" με στόχο τη διαγραφή της συλλογικής μνήμης και την αναδιαμόρφωση της κοινωνίας μέσω του φόβου, της κατάρρευσης των ταμπού και της δαιμονοποίησης της αντιπολίτευσης. Ως αποτέλεσμα, διαμορφώθηκε μια κατάσταση "επιβεβλημένης απάθειας" και αλλοτρίωσης μεγάλων τμημάτων της νεολαίας από την πολιτική, και κατά συνέπεια από την ίδια τη ζωή, αφού οι επώδυνες αναμνήσεις μετατράπηκαν από κίνητρα αλλαγής σε εργαλεία αποτροπής. Από εδώ αναδύεται αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως "κατάρρευση της έννοιας της πατρίδας", όπου η πατρίδα δεν αποτελεί πλέον ένα ασφαλές καταφύγιο, αλλά έναν χώρο διαρκούς έκτακτης ανάγκης, ενώ η φράση "αν δεν σου αρέσει η χώρα, παράτα τη" μετατρέπεται σε έκφραση αφαίρεσης της ιθαγένειας και μεταμόρφωσης του αντιφρονούντα σε "εσωτερικό πρόσφυγα στο εσωτερικό" προτού καταστεί εξόριστος στο εξωτερικό.
Τελικά, η τριάδα της φυλακής, της εξορίας και του θανάτου αποκαλύπτει μια ολοκληρωμένη δομή "νεκρο-αυταρχισμού" που διοικεί την κοινωνία μέσω του φόβου, του πόνου και της αναπαραγωγής της αδυναμίας. Παρόλα αυτά, η συλλογική μνήμη παραμένει ανθεκτική στην πλήρη διαγραφή, καθώς οι σκληρές εμπειρίες που έζησαν χιλιάδες νέοι μπορεί να μετατραπούν σε ένα κρυφό απόθεμα που θα αναπαράγει την πολιτική δράση στο μέλλον. Και όπως λέει ο Αμπντ αλ-Ραχμάν Μουνίφ: "Αν δεν υπήρχε η λήθη, ο άνθρωπος θα πέθαινε από τα τόσα πολλά που γνωρίζει". Ωστόσο η λήθη, στο πολιτικό πεδίο, μπορεί να μετατραπεί σε μια άλλη μορφή θανάτου, ενώ η μνήμη παραμένει το τελευταίο οχυρό απέναντι στις "πολιτικές του θανάτου".
Δείτε ακόμα στο Αλμανάκ:
Για τον Αιγύπτιο ποιητή Ahmed Douma
Άχμεντ Ντούμα: "Στη φυλακή, είναι πιο εύκολο να περάσεις μέσα ναρκωτικά παρά να βγάλεις έξω ένα ποίημα".
Για την Λάιλα Σουέφ
Η συστηματική εξόντωση του αιγύπτιου αγωνιστή Alaa Abdel Fattah