Σάκης, ένα μνήμα
Η ντοκιμαντερίστικη εγκατάσταση Sakis, un tombeau είχε σχεδιαστεί ειδικά [το 2011] για τον εκθεσιακό χώρο La Box. Σε αυτή την εγκατάσταση ο κινηματογραφιστής Vincent Dieutre ερευνούσε στη Θεσσαλονίκη τον θάνατο ενός πολύ αγαπημένου του φίλου. Ο Vincent Dieutre έφυγε κι αυτός από τη ζωή στις 10 Αυγούστου.
"Τεράστια θλίψη νιώθω μαθαίνοντας σήμερα το απόγευμα την απώλεια του κινηματογραφιστή Vincent Dieutre. Ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου πετάει μακριά: το κοινό μας εκθεσιακό project Sakis, un tombeau στο πλαίσιο του προγράμματός μου "Beyond the Soundtracks" το 2012, καθώς και οι μακρές συζητήσεις μας τον καιρό που έμενες κατά διαστήματα στο σπίτι μου στις Βρυξέλλες, τη δεκαετία του 2000-2010. Είχες δημιουργήσει ένα έργο στα όρια του ντοκιμαντέρ, της μυθοπλασίας, της λογοτεχνίας και των εικαστικών τεχνών· ένα έργο ποιητικό, προσωπικό και πολιτικό".
Anne-Laure Chamboissier, Ιστορικός Τέχνης και επιμελήτρια
"Όλα άλλαξαν, προφανώς. Ολόκληρη η Ευρώπη βυθίζεται στην κρίση, και εδώ στην Ελλάδα όλα μοιάζουν μετέωρα… Επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη, τριάντα χρόνια μετά. Σήμερα, κάνω ταινίες και με κάλεσαν να δείξω μία στο Ολύμπιον. Αναγνώρισα το μέρος, την πλατεία Αριστοτέλους… Τριάντα χρόνια μετά, βρίσκω ξανά την πόλη όπου αγαπήθηκα για πρώτη φορά, αγαπήθηκα σωματικά, σαρκικά. Εγώ, ήμουν τρελός για τον Σάκη… Εκείνος με είχε διαλέξει, με είχε ξεχωρίσει, στο Παρίσι όπου σπούδαζε. Στα είκοσι μου χρόνια, αυτό δεν μου είχε ξανασυμβεί. Όταν ήρθε το καλοκαίρι, τον ακολούθησα από την Πάρο μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Εκεί είχε γεννηθεί ο Σάκης, εκεί ζούσαν οι γονείς του. Τεράστιο διαμέρισμα, πρόσφατη πολυκατοικία, έπρεπε να είμαστε διακριτικοί, να κρυβόμαστε, να μαθαίνουμε να κάνουμε έρωτα στα κρυφά. Ήταν αστείο, ήταν υπέροχο… Δεν θυμάμαι πια πολύ καλά, ούτε την πόλη, ούτε τη γειτονιά, ούτε το εύπορο και παλιομοδίτικο εσωτερικό του σπιτιού της οικογένειάς του… Η μνήμη θολώνει… Θυμάμαι τα μάτια: τα γκρίζα μάτια του Σάκη που με είχε διαλέξει. Περπατώ κατά μήκος της Παραλίας και παρατηρώ από το καράβι τη Θεσσαλονίκη της κρίσης που βυθίζεται στη νύχτα. Σήμερα, μες στην πόλη, τα πάντα μού γνέφουν: οι ανώνυμες είσοδοι των πολυκατοικιών, ορισμένα πρόσωπα, ορισμένα βλέμματα, κάποιοι ήχοι επίσης. Κάθε αίσθηση καλεί μια ανάμνηση, πραγματική ή ονειρεμένη, ξαναγεννημένη. Τριάντα χρόνια είναι πολύ, δεν είναι τίποτα. Η μνήμη επιπλέει, διαθέσιμη, ψεύτρα. Ήταν το καλοκαίρι του 1981, ο Μιτεράν είχε μόλις εκλεγεί στη Γαλλία και ο Σάκης, ο όμορφος Σάκης με τα γκρίζα μάτια με αγαπούσε, τέλος πάντων, με επιθυμούσε. Πού; Σε ποιο δρόμο; Αυτή η είσοδος όλη από μάρμαρο και χαλκό κάτι μου λέει. Το να διεισδύεις σε έναν άντρα, το να δέχεσαι διείσδυση για πρώτη φορά, αυτό μετράει, αυτό σε διαμορφώνει… Ήταν στο σαλόνι, πάνω στον τοίχο… Μετά στη βιβλιοθήκη. Βλέπω βιβλία, στα ελληνικά… Οι γονείς κοιμούνταν. Κάτι σαν μια υπόσχεση απίστευτης ευτυχίας, ένας συνωστισμός από πιθανότητες. Τη δεκαετία του '90, είδα ξανά τον Σάκη. Ήθελε να μου μιλήσει. Μιλήσαμε, στο Παρίσι. Αλλά εγώ ζούσα τότε με τον Γκέοργκ και δεν κατάλαβα. Τον απέφυγα. Έπρεπε να τον είχα πάρει στην αγκαλιά μου. Πέθανε από AIDS στη Θεσσαλονίκη, ίσως χωρίς όλη την απαραίτητη φροντίδα, αλλά προστατευμένος από τη μητέρα του. Ίσως εκείνη να είναι ακόμα εκεί, σε ένα από αυτά τα κτίρια, αλλά… Όχι, δεν θα χρησίμευε σε τίποτα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας μιλήσω γι' "αυτόν. Να υψώσω για τον Σάκη Κ. που με είχε διαλέξει, ένα μνήμα από δάκρυα, εικόνες και ήχους".
Vincent Dieutre, 2011.
"Μεταξύ ελληνικής προφητείας και αστικού ρέκβιεμ, αυτό το ντοκιμαντέρ του Vincent Dieutre μας επιτρέπει να ακούσουμε την εξερεύνηση της μνήμης που πραγματοποιεί μετά τον θάνατο ενός πολύ αγαπημένου του φίλου, του Σάκη, σε μια Θεσσαλονίκη που η κρίση δεν καταφέρνει να παραμορφώσει εντελώς. Αυτό το ηχητικό κομμάτι προέρχεται από μια εγκατάσταση που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2010 στη Θεσσαλονίκη".
Ανάμεσα στο Παλέρμο και τον Γάλλο σκηνοθέτη υπήρξε από την πρώτη στιγμή ένας έρωτας. Με αφετηρία την άφιξή του στο Γαλλικό Ινστιτούτο του Παλέρμο και τη γνωριμία του με τον Ερίκ Μπιαζί, και συνεχίζοντας με τη σταθερή του παρουσία στο φεστιβάλ Sicilia Queer —τόσο κατά την περίοδο της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Alessandro Rais όσο και αυτής του Andrea Inzerillo—, πρόκειται για μια ιστορία που συνεχίστηκε μέσα στα χρόνια, με τη διαρκώς ανανεούμενη προσοχή του κοινού της πόλης αλλά και του διεθνούς κοινού.