Ακόμα και η βροχή
También la lluvia (Ακόμα και η βροχή), ισπανική ταινία της Icíar Bollaín σε σενάριο του Paul Laverty (2010).
Βολιβία 2000: πόλεμος του νερού
Ελλάδα 2026: "Οι αναγκαστικές συγχωνεύσεις των ΔΕΥΑ με εισηγμένες στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεις ιδιωτικοποιούν από την πίσω πόρτα την κοινωνική δραστηριότητα της ύδρευσης.
Η ίδρυση των ΔΕΥΑ, που τώρα καταργούνται, υλοποίησε στην πράξη την καθολική παραδοχή ότι το νερό είναι κοινό αγαθό που ανήκει σε όλους.
Οι συγχωνεύσεις και η παράκαμψη των νόμιμων διαδικασιών ανάθεσης έργων δεν αντιμετωπίζουν τη λειψυδρία, ούτε όμως και υπηρετούν τον χαρακτήρα του νερού ως κοινού αγαθού. Εξυπηρετούν μόνο μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που επιβουλεύονται το νερό. Συμβάλλοντας, έτσι, στην ιδιωτικοποίηση ενός δημόσιου αγαθού από την πίσω πόρτα.
Κι ακόμη, η "μεταρρύθμιση" για το νερό συνεχίζει την αδιέξοδη, όσο και περιβαλλοντικά καταστροφική πολιτική της διαχείρισης της προσφοράς του. Η οποία είναι υπεύθυνη για το γεγονός ότι οι ανάγκες σε νερό αυξάνονται τις τελευταίες δεκαετίες τρεις φορές πιο γρήγορα σε σχέση με τον πληθυσμό".
Γιάννης Μυλόπουλος, Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, πρώην πρύτανης ΑΠΘ
(Εφημερίδα των Συντακτών - 28 Ιουλίου 2026)
Ιστορία, μνήμη και προβληματισμός. Ανάμεσα στην αποικιοκρατία του χθες και τη σημερινή αντίσταση.
Julieta Batakis
Fundación para la Historia de España
[...]. Το Ακόμη και η βροχή πραγματεύεται το γύρισμα μιας ισπανικής ταινίας σχετικά με την άφιξη των Ισπανών στην Αμερική, η οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί στην Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας, το έτος 2000. Ο Σεμπαστιάν (Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ), ένας σκηνοθέτης, και ο Κόστα (Λουίς Τοσάρ), ο παραγωγός του, ξεκινούν τη δημιουργία της ταινίας επιδιώκοντας να επικεντρωθούν στον Χριστόφορο Κολόμβο και την κατάκτηση της Αμερικής. Ο Σεμπαστιάν θέλει να δεί με κριτικό μάτι τον Κολόμβο, παρουσιάζοντάς τον ως άπληστο και αδίστακτο και αναδεικνύοντας παράλλληλα τις μορφές του πατέρα Μπαρτολομέ ντε λας Κάζας και του Αντόνιο ντε Μοντεσίνος, οι οποίοι διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στον αγώνα για τα δικαιώματα των ιθαγενών πληθυσμών κατά την περίοδο της κατάκτησης. Στόχος του είναι να δημιουργήσει μια ταινία ανατρεπτική και στοχαστική, που θα φέρει στο προσκήνιο μια ιστορική διάσταση η οποία ενδεχομένως αποσιωπήθηκε από την επίσημη αφήγηση σχετικά με την άφιξη των Ισπανών στην Αμερική.
Από την άλλη πλευρά, ο Κόστα νοιάζεται αποκλειστικά για τη συγκράτηση του κόστους παραγωγής στα όρια ενός σφιχτού προϋπολογισμού. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγουν τη Βολιβία, μία από τις οικονομικά πιο προσιτές χώρες της περιοχής με έντονο το στοιχείο των ιθαγενών κοινοτήτων. Φτάνοντας στον χώρο του κάστινγκ, έρχονται αντιμέτωποι με εκατοντάδες ντόπιους που περιμένουν υπομονετικά στην ουρά. Η πολιτισμική και κοινωνική αντίθεση γίνεται εμφανής από τα πρώτα κιόλας λεπτά: οι κινηματογραφιστές ξαφνιάζονται από την τεράστια προσέλευση και, παρότι διακηρύττουν ότι αναζητούν την αυθεντικότητα, η συμπεριφορά τους προδίδει μια τάση απόρριψης. Δυσφορούν, για παράδειγμα, με την έλλειψη οργάνωσης ή με την αξίωση ορισμένων ατόμων να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Εκείνη τη στιγμή κάνει την εμφάνισή του ο ηθοποιός Χουάν Κάρλος Αντουβίρι, ενσαρκώνοντας τον Ντανιέλ, έναν χαρακτήρα-κλειδί για την εξέλιξη της πλοκής. Συνοδευόμενος από την κόρη του, διεκδικεί δυναμικά το δικαίωμα να ακουστεί. Βλέποντας αυτή την αντίδραση, η παραγωγή θέλει απλώς να ξεμπερδεύει, διαλέγοντας τους πρώτους της ουράς και αφήνοντας απέξω τους υπόλοιπους εκατοντάδες που περίμεναν.
Έτσι βλέπουμε καθαρά τις αντιφάσεις της ταινίας: από τη μια θέλει να καταγγείλει την κατάκτηση των Ισπανών, αλλά από την άλλη διώχνει και αποκλείει τον κόσμο που θέλει να παίξει στην ταινία. Επίσης, η παραγωγή κάνει επίτηδες ένα μεγάλο ιστορικό λάθος, επειδή προτιμά να γλιτώσει χρήματα παρά να πει τα πράγματα όπως έγιναν στην πραγματικότητα. Οι βασικοί χαρακτήρες —ο Κολόμβος, ο ντε λας Κάζας, ο Μοντεσίνος και οι Ινδιάνοι— έζησαν στην Κεντρική Αμερική στα τέλη του 1400 και τις αρχές του 1500. Όμως η ταινία γυρίζεται στα βουνά των Άνδεων, όπου οι Ισπανοί έφτασαν πολύ αργότερα, στα μέσα του 16ου αιώνα (από το 1532 μέχρι το 1572). Αυτή η απόφαση, που πάρθηκε καθαρά για οικονομικούς λόγους, δείχνει το μεγάλο μπέρδεμα πίσω από τη δημιουργία της ταινίας.
Είναι το παρελθόν στατικό;
Η ταινία μας προσφέρει έναν βαθύ προβληματισμό γύρω από τη συνέχεια των δομών επιβολής και εκμετάλλευσης, από την εποχή της κατάκτησης της Αμερικής μέχρι τις μέρες μας. Αντί να αντιμετωπίζει το παρελθόν σαν κάτι τετελεσμένο ή αμετάβλητο, το έργο προκρίνει μια δυναμική θεώρηση της ιστορίας, όπου οι μηχανισμοί εξουσίας μεταλλάσσονται χωρίς όμως να εκλείπουν. Με αυτή την έννοια, το παρελθόν δεν παραμένει στάσιμο: οι αποικιοκρατικές λογικές της αλόγιστης εκμετάλλευσης πόρων ανασυντίθενται στο παρόν, παίρνοντας νέες μορφές ιδιοποίησης και ανισότητας.
Είναι γνωστό ότι στα τέλη της δεκαετίας του '90 και στις αρχές του 21ου αιώνα, η Βολιβία υποβλήθηκε σε μια διαδικασία κρατικής αναδιάρθρωσης, η οποία οδήγησε στην ιδιωτικοποίηση των περισσότερων φυσικών πόρων της χώρας. Ένας από τους κεντρικούς αφηγηματικούς άξονες της ταινίας αποτελεί η εξέγερση για το νερό (Guerra del agua) το 2000, όταν στην εταιρεία Aguas del Tunari —συγκροτούμενη από ξένα κεφάλαια— εκχωρήθηκε το προνόμιο της διανομής πόσιμου ύδατος. Μέσα στη συμφωνία ήταν ακόμα και η βροχή, που σημαίνει ότι ο κόσμος έπρεπε να πληρώνει την εταιρεία ακόμα και για το νερό που μάζευε στην αυλή του με κουβάδες.
Αυτή η ιδιωτικοποίηση του νερού ξεσήκωσε τον κόσμο. Τα κοινωνικά κινήματα και οι ινδιάνικες κοινότητες αντέδρασαν κι έπειτα από σφοδρές κινητοποιήσεις οι πολίτες πέτυχαν την ακύρωση του μέτρου. Χωρίς να μπούμε σε πολλές λεπτομέρειες για το τι έγινε τότε, καταλαβαίνουμε ότι η ταινία βασίστηκε σε αληθινά γεγονότα.
Το γεγονός ότι η ταινία πραγματεύεται την κατάκτηση του Κολόμβου και τις αδικίες που διέπραξε, αναφερόμενη παράλληλα και στον σημερινό πόλεμο του νερού, μας βοηθάει να δούμε κάτι σημαντικό: ο τρόπος που άρπαζαν τον πλούτο οι αποικιοκράτες παλιά είναι ίδιος με τον τρόπο που κλέβουν τα δημόσια αγαθά σήμερα στη Λατινική Αμερική. Και τότε και τώρα, οι πόροι —είτε είναι ο χρυσός και οι σκλάβοι, είτε το νερό— γίνονται αιτία για συγκρούσεις, ενώ οι γηγενείς πληθυσμοί παραγκωνίζονται εξαιτίας αποφάσεων που παίρνονται σε μακρινά κέντρα εξουσίας, στο όνομα της "προόδου" και του "πολιτισμού".
Το Ακόμη και η βροχή καταδεικνύει έτσι μια ιστορική συνέχεια: η εκμετάλλευση των αυτόχθονων πληθυσμών δεν έχει σταματήσει, αλλά έχει απλώς αλλάξει μορφή. Αυτή η οπτική μάς προσκαλεί να σκεφτούμε την ιστορία όχι ως μια γραμμική και κλειστή αφήγηση, αλλά ως ένα πεδίο ζωντανών εντάσεων, όπου τα ίχνη του παρελθόντος επανεμφανίζονται στους αγώνες του παρόντος.
Όταν η μυθοπλασία γίνεται πραγματικότητα
Τα δύο πρώτα τρίτα της ταινίας ξετυλίγονται μέσα από δύο ιστορίες που τραβούν αντίθετους δρόμους: η παραγωγή κοιτάζει πώς θα γυρίσει την ταινία πάση θυσία, ενώ οι κάτοικοι της Κοτσαμπάμπα ξεσηκώνονται για το νερό. Παρόλο που οι δύο κόσμοι δείχνουν αποκομμένοι, η ορμή του αγώνα των ιθαγενών διαλύει το ασφαλές περιβάλλον της παραγωγής και την παρασύρει στο επίκεντρο μιας αρχέγονης σύγκρουσης. Όταν ο Ντανιέλ αναλαμβάνει την αρχηγία της εξέγερσης, τα γυρίσματα μπλοκάρονται. Αυτή η ανατροπή αναγκάζει τον Κόστα, τον Σεμπαστιάν και τους Ευρωπαίους ηθοποιούς να αλλάξουν στάση και να δουν την πραγματικότητα με άλλα μάτια.
Η βία με την οποία κλιμακώνονται οι διαμαρτυρίες και οι αγώνες των Βολιβιανών φτάνει σε τέτοιο σημείο, ώστε γίνεται αδύνατο να συνεχιστούν τα γυρίσματα της ταινίας. Σε αυτό ακριβώς το οριακό σημείο, όλα όσα έλεγαν παλιά ο πατέρας ντε λας Κάζας και ο Μοντεσίνος επιβεβαιώνονται απόλυτα και γίνονται επίκαιρα. Οι χαρακτήρες αρχίζουν να κατανοούν το βάθος αυτού που συμβαίνει και, μέσα από αυτή την αφύπνιση της συνείδησης, καλούνται να επιλέξουν αν θα πάρουν θέση ή αν θα δραπετεύσουν από τη βία του περιβάλλοντος. Ο Σεμπαστιάν —ο οποίος ξεκίνησε την ιστορία ως ένας ιδεαλιστής νέος που θέλει να δείξει έναν νέο τρόπο θέασης των γεγονότων— καταλήγει να τρέπεται σε φυγή, τρομοκρατημένος από όλα όσα διαδραματίζονται. Την ίδια στιγμή, ο Κόστα —ο οποίος ήθελε να κάνει γυρίσματα στη Βολιβία καθαρά για λόγους κόστους— ολοκληρώνει την ταινία έχοντας χτίσει έναν βαθύ δεσμό αγάπης, αλληλεγγύης και φιλίας με τους πρωταγωνιστές της εξέγερσης ενάντια στην ξένη εκμετάλλευση —και κυρίως με τον Ντανιέλ και τους δικούς του.
Διαχρονικά, η συζήτηση για την κατάκτηση της Αμερικής εγκλωβίστηκε ανάμεσα σε δύο άκρα: τον "μαύρο θρύλο" της απόλυτης βίας και της γενοκτονίας, και τον "ροζ θρύλο" της δήθεν εκπολιτιστικής αποστολής. 'Οταν η πρώτη αφήγηση —βασισμένη σε μαρτυρίες όπως του ντε λας Κάζας— ξεσκεπάζει την αποικιοκρατική φρίκη, η δεύτερη την ωραιοποιεί, σβήνοντας από το κάδρο τον πόνο των ιθαγενών. ΟΙ δύο αυτές ανταγωνιστικές θέσεις, αντί να εξαντλούν την ιστοριογραφική συζήτηση, την ανατροφοδοτούν. Μας υπενθυμίζουν ότι η Ιστορία δεν είναι ένα σκονισμένο αρχείο, αλλά ένα ζωντανό μέτωπο όπου συγκρούονται συμφέροντα και ερμηνείες. Το Ακόμη και η βροχή χρησιμοποιεί το παρελθόν ως όπλο για το παρόν, δείχνοντας πώς οι πληγές του 1500 αιμορραγούν ξανά στον ξεσηκωμό για το νερό στην Κοτσαμπάμπα. Το χθες δεν πέθανε· είναι ένας καθρέφτης που μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα τις αλήθειες που κληρονομήσαμε. [...]