Το κορίτσι από το Κρόιντον στο νότιο Λονδίνο, που το ανακάλυψε ο Κάλβιν Κλάιν, έλαμψε σαν σουπερνόβα στις πασαρέλες και βρέθηκε παραπάνω από 40 φορές μόνο στο εξώφυλλο της βρετανικής «Vogue», προτού συνεχίσει τον μύθο του στα γραφικά Κότσγουολντς, αναζητώντας σαν άλλη Μπαρντό την ευεξία, υπήρξε μούσα του γεννημένου στη Γερμανία, Βρετανού πορτρετίστα Λούσιαν Φρόιντ στις αρχές των 2000s. Αυτή την άγνωστη στο ευρύ κοινό, αταίριαστη φαινομενικά σχέση μετέφερε είκοσι χρόνια αργότερα στην οθόνη ο Τζέιμς Λούκας (βραβευμένος με Όσκαρ το 2013), o οποίος έχει γράψει και το σενάριο.
Η γνωστή ιστορία είναι ότι ο Φρόιντ ήρθε σε επαφή με τη Μος όταν εκείνη εξομολογήθηκε στο «i-D» ότι ονειρευόταν να του ποζάρει. Με τη μεσολάβηση της κόρης του και στενής φίλης της Κέιτ, Μπέλα Φρόιντ, κανονίστηκε μια συνάντηση, όπου συμφωνήθηκε να τη ζωγραφίσει, έναν χρόνο ακριβώς αφού είχε υπογράψει το πορτρέτο της βασίλισσας Ελισάβετ για το Χρυσό της Ιωβηλαίο. Ο πίνακας ολοκληρώθηκε σε μια σειρά από συναντήσεις (τρεις μέρες τη βδομάδα, από τις 7 το απόγευμα μέχρι τις 2 μετά τα μεσάνυχτα, επί εννέα μήνες σχεδόν), και πουλήθηκε το 2005 από τον οίκο Christie's για 5 εκατομμύρια δολάρια. Από τις ώρες που πέρασε στο στούντιό του η Κέιτ Μος κρατά μια πολύ προσωπική ανάμνηση: ένα τατουάζ χαμηλά στην πλάτη της με δυο χελιδόνια σε σχέδιο του Λούσιαν. «Αν ποτέ ξέμενα από χρήματα, πόσα θα μου έδινε ένας συλλέκτης για να αφαιρέσω αυτό το κομμάτι δέρματο μου;» είχε πει αργότερα στο «Vanity Fair». Το αστειάκι το έχει επαναλάβει έκτοτε σε διάφορες συνεντεύξεις, οπότε μπορεί και να το εννοεί…
Βασιζόμενος σε ανεκδοτολογικές ιστορίες, ο Τζέιμς Λούκας αφηγείται το πώς στους μήνες που διήρκεσε η δημιουργία του «Γυμνού Πορτρέτου» οι δυο αυτοί άνθρωποι, η Κέιτ Μος και ο Λούσιαν Φρόιντ, συνδέθηκαν και επηρέασαν ο ένας τον άλλον.
Κι άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες έχουν φιλοτεχνήσει έργα που απεικονίζουν την Κέιτ – ο Γκάρι Χιουμ το 1996, η Τρέισι Έμιν το 2000, ο Banksy το 2005, ο Τακάσι Μουρακάμι και ο Μαρκ Κουίν το 2008, ο Άλεν Τζόουνς το 2013. Ποτέ όμως η εικόνα της δεν αλλοιώθηκε τόσο όσο στο «Γυμνό Πορτρέτο» του Φρόιντ: ξαπλωμένη χωρίς ρούχα, με τα πόδια μισάνοιχτα, το κεφάλι πάνω στο χέρι της που ακουμπάει σε λευκό μαξιλάρι, τα μαλλιά της τραβηγμένα από ένα πρόσωπο γεμάτο σκούρες μπεζ σκιές και το λιγνό της κορμί στρογγυλεμένο, από τις καμπύλες της εγκυμοσύνης. Ο ερωτισμός απουσιάζει, παρά τη γύμνια και τη στάση. Μόνο από την ελιά στο δεξί στήθος μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει την Κέιτ Μος των λαμπερών editorials.
Η ταινία «Moss & Freud» εξιστορεί την τρυφερή ιστορία ανάμεσα σε δυο διάσημους Βρετανούς που διασταυρώθηκαν σε κρίσιμες καμπές της ζωής τους. Η 28χρονη έγκυος Κέιτ Μος (την περίοδο που σχετιζόταν με τον Τζέφερσον Χακ) ενσάρκωνε όλη τη λάμψη και την υπερβολή των ’90s, απασχολώντας τα ταμπλόιντ με το έξαλλο lifestyle και τους περαστικούς της έρωτες. Ο Λούσιαν Φρόιντ, κοντά στα 80, ήταν ένας ζωντανός μύθος που με τα μνημειώδη έργα του –κυνικά, τρυφερά, ατελή, λάγνα– άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο απεικονίζεται το ανθρώπινο σώμα στην τέχνη. Βασιζόμενος σε ανεκδοτολογικές ιστορίες, ο Λούκας αφηγείται το πώς στους μήνες που διήρκεσε η δημιουργία του «Γυμνού Πορτρέτου» οι δυο αυτοί άνθρωποι συνδέθηκαν και επηρέασαν ο ένας τον άλλον, εκείνη κάνοντας μια παύση για να αναλογιστεί τι έχει πραγματικά σημασία στη ζωή κι εκείνος ξορκίζοντας με τη νεανική της ενέργεια το τέλος που ερχόταν (ο Φρόιντ πέθανε το 2011).
Με φωτογραφία σε γήινους τόνους που παραπέμπει στην καλλιτεχνική γραφή του Φρόιντ, ο Λούκας σχολιάζει και τη σύγκρουση μεταξύ της κουλτούρας της διασημότητας και αυτής της υψηλής τέχνης. Θίγει, ακόμα, τη δυναμική σχέση ρομαντισμού, εμμονής και μεταμόρφωσης που αναπτύσσεται μεταξύ του μέντορα και της μούσας.
Η Έλι Μπάμπερ, προσωπική επιλογή της Μος να την υποδυθεί, είναι εντυπωσιακή στις λεπτομέρειες –στην προφορά, στο συγκρατημένο γέλιο, στον φευγαλέο δισταγμό στο βλέμμα–, της λείπουν, όμως, τα έντονα ζυγωματικά, το απλανές βλέμμα και εκείνη η άπιαστη αρμονία σε ένα κατά τα άλλα συνηθισμένο πρόσωπο που έκαναν τη Μος το πιο επιδραστικό μοντέλο της γενιάς της. Ο Ντέρεκ Τζάκομπι, πάλι, ζωντανεύει τον Φρόιντ με ένταση, αποδίδοντάς τον, όμως, σχεδόν ως πατρική φιγούρα, μια εκδοχή που απέχει πολύ από τον ασταθή, συχνά μοχθηρό γόη που θυμούνται πολλοί.
H ταινία ξεκινά με ένα πλάνο όπου η Μπάμπερ ως Μος οδηγεί εμφανώς μεθυσμένη το κουπέ της στην αγγλική εξοχή (υποθέτουμε στα Κότσγουολντς), για να συναντήσει τον Τζάκομπι-Φρόιντ στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Αποφεύγει αρχικά να δεσμευτεί σε συχνές συναντήσεις για ένα πορτρέτο, κι αφού παραπαίει για λίγο –και πιάνει πάτο– ανάμεσα σε φωτογραφίσεις και clubbing, αδειάζει το πρόγραμμά της και αρχίζει να τον συναντά στο στούντιό του, σε πάρκα και σε εστιατόρια.
Η ταινία δεν συγκινεί, όπως το «Κορίτσι από τη Δανία», αφού περιορίζεται σε μια άνευρη καταγραφή της σχέσης του δάσκαλου και της μούσας, χωρίς ούτε στιγμή να υπαινίσσεται έναν δεσμό ανάμεσά τους. Προσφέρει, όμως, μοναδικά –και άμεσα αναγνωρίσιμα– στιγμιότυπα μόδας από το απόγειο της φήμης της Μος: η Μπάμπερ σε μια σκάλα με μια τεράστια γαλάζια φούστα με βολάν και το αυθεντικό, από την προσωπική της συλλογή, σακάκι του Γκαλιάνο με το τύπωμα της βρετανικής σημαίας από την καλοκαιρινή συλλογή του 1993. Ή με το μακρύ μπλε φόρεμα με τις παγιέτες που φορούσε η Μος στο διαβόητο πάρτι για τα 30ά της γενέθλια το 2004, ένα ρούχο που έβαλε πρώτη η Μπριτ Έκλαντ στην πρεμιέρα του «Ο άνθρωπος με το χρυσό πιστόλι» το 1974. Εκείνο το βράδυ, η Κέιτ είχε μεταμορφώθηκε σε Γκλόρια Γκίλμπερτ, την ηρωίδα από το μυθιστόρημα «The beautiful and damned» του Φιτζέραλντ, και χόρεψε μέχρι το πρωί στο Claridge’s, προτού καταλήξει με την παρέα της, την Γκρέις Τζόουνς, την Γκουίνεθ Πάλτροου, τη Στέλα ΜακΚάρτνεϊ, τη Σέιντι Φροστ και τη Ναόμι Κάμπελ, στο σπίτι της Σερίνα Ρις των Agent Provocateur μέσα σε ένα νέφος καπνού από τα χρυσά της Marlboro.
«Moss & Freud» | Official Trailer (2026)