ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΥΔΡΑ των ’70s μέχρι τα «θηριώδη» αρώματα των ’80s, ένα κομμάτι της νέας γενιάς αναζητά μεταξύ άλλων μια νέα ταυτότητα και μια αλλιώτικη ενέργεια σε μπουκάλια που έχουνμια ιστορία να διηγηθούν…
Πριν από λίγες μέρες, σε ένα γεμάτο βαγόνι του μετρό στο Σύνταγμα, μια μυρωδιά διαπέρασε τον αέρα της κλεισούρας. Δεν ήταν κάποιο από τα αδιάφορα, γλυκά αρώματα που θυμίζουν ζαχαρωτό και κατακλύζουν τα stands των πολυκαταστημάτων. Ήταν κάτι βαθύ, γήινο, με μια υποψία δέρματος και παλαιωμένου ξύλου. Ήταν το Aramis. Ένα άρωμα που το 1985 θεωρούνταν συνώνυμο με το «βαρύ αρσενικό», το απόλυτο σύμβολό του, και που για χρόνια είχε εξοριστεί σε μικρές γωνιές κάποιων e-shops, μακριά από τη λάμψη της μαζικής κατανάλωσης.
Το vintage δεν λογίζεται πλέον ως κάτι ξεπερασμένο αλλά ως η τελική δικαίωση μιας αναζήτησης που ξεκίνησε από τη niche αντισυμβατικότητα για να επιστρέψει, τελικά, στην αρχετυπική δύναμη της υψηλής αρωματοποιίας.
Κι όμως, το ομορφο αγόρι που το φορούσε δεν ήταν πάνω από 25. Φορούσε vintage Levi’s, καφέ υπερμεγέθη ακουστικά και είχε μια αβίαστη άνεση που σε έκανε να αναρωτιέσαι: τελικά, πότε έγινε ξανά cool να μυρίζεις σαν τον πατέρα σου;
Από το niche στο vintage
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, η βιομηχανία των αρωμάτων μάς μυεί στην τάση των καθαρών εσάνς που μιμούνται τη μυρωδιά του φρεσκοπλυμένου ρούχου ή των εσπεριδοειδών. Ασφαλή, πολιτικώς ορθά, ιδανικά για το γραφείο. Σε αυτό το τοπίο, η niche αρωματοποιία ήρθε να φέρει στο τραπέζι την πολυπλοκότητα και την καλλιτεχνική ελευθερία, εκπαιδεύοντας ξανά τις αισθήσεις όλων μας στο διαφορετικό.
Αυτή ακριβώς η νέα οσφρητική κουλτούρα είναι που μας επιτρέπει σήμερα να κοιτάξουμε πίσω με άλλο μάτι. Η niche σκηνή μάς εκπαίδευσε να αναζητάμε την ποιότητα και την ένταση και κάπως έτσι, ο δρόμος προς την επανανακάλυψη των μεγάλων κλασικών «θηρίων» άνοιξε διάπλατα. Το vintage δεν λογίζεται πλέον ως κάτι ξεπερασμένο, αλλά ως η τελική δικαίωση μιας αναζήτησης που ξεκίνησε από τη niche αντισυμβατικότητα για να επιστρέψει, τελικά, στην αρχετυπική δύναμη της υψηλής αρωματοποιίας. Είναι η στιγμή που το ιδιαίτερο συναντά το διαχρονικό, αποδεικνύοντας πως ορισμένες δημιουργίες δεν είχαν ημερομηνία λήξης· είχαν απλώς την υπομονή να μας περιμένουν να ωριμάσουμε.
Σήμερα, η επιστροφή στις εμβληματικές δημιουργίες του παρελθόντος –από το Shalimar του οίκου Guerlain και το Opium του Yves Saint Laurent μέχρι το Kouros ή το Fahrenheit του Dior και το Antaeus της Chanel– μας κάνει να αναρωτιόμαστε: πρόκειται απλώς για μια εφήμερη χίπστερ εμμονή ή για μια πράξη επανάστασης ενάντια στην ομογενοποίηση;
Σε έναν κόσμο όπου οι επιθυμίες μας φιλτράρονται από αλγόριθμους, το να επιλέγεις ένα άρωμα που «φωνάζει», που διαθέτει αιχμές και που ίσως, στην προσπάθειά του να είναι ειλικρινές, ενοχλεί κάποιους, αποτελεί μια ουσιαστική δήλωση ταυτότητας.
«Τα παλιά αρώματα δεν σχεδιάστηκαν για να αρέσουν σε όλους», μου είχε εκμυστηρευτεί πριν από λίγο καιρό ο ιδιοκτήτης ενός από τα τελευταία αυθεντικά αρωματοπωλεία του κέντρου. «Φτιάχτηκαν για να αφήνουν ίχνος. Σήμερα, οι νεότεροι φαίνεται να αναζητούν ξανά το “έντονο” και το “διαφορετικό”. Σαν να μη θέλουν να μοσχομυρίζουν πια προβλέψιμη φρουτοσαλάτα!».
Η οσφρητική μνήμη ως συναισθηματική άγκυρα
Υπάρχει, βέβαια, και η ψυχολογική διάσταση. Η όσφρηση είναι η πιο ισχυρή μας μνήμη, μια αόρατη μηχανή του χρόνου. Μια σταγόνα Chanel No5 αρκεί για να ανασύρει την εικόνα μιας γυναίκας που ετοιμάζεται για έξοδο το 1990: την υφή της πούδρας, τον ήχο από τις γόβες στο μωσαϊκό. Σε μια πόλη που μεταμορφώνεται βίαια, ανάμεσα στις βιτρίνες μιας απρόσωπης ανάπλασης που σβήνει τις παλιές γειτονιές, η επιστροφή σε ένα γνώριμο άρωμα λειτουργεί ως συναισθηματική άγκυρα. Ωστόσο, η νέα γενιά επιλέγει να κάνει ένα βήμα παραπέρα, μετατρέποντας τη νοσταλγία σε ανατροπή. Αν στα vintage αρώματα οι έμφυλοι ρόλοι ήταν αυστηρά οριοθετημένοι –με το γαρίφαλο και το δέρμα να ορίζουν το αρσενικό και την πούδρα το θηλυκό–, σήμερα αυτοί οι κανόνες καταρρέουν. Θα δεις αγόρια να επιλέγουν το Opium του οίκου YSL για το σκοτεινό, μυστικιστικό του βάθος, και κορίτσια να φορούν το Fahrenheit του Dior, αναζητώντας την επαναστατική οσμή της βενζίνης και του ξύλου.
Σε αυτήν τη νέα ανάγνωση, το παλιό δεν είναι πια δεσμευτικό, αλλά το μέσο για να σπάσουν τα σύγχρονα στερεότυπα. Είναι η αναζήτηση για κάτι που αντέχει στη φθορά. Όταν επιλέγεις το άρωμα που φορούσε ο παππούς σου, δεν υιοθετείς απλώς μια μυρωδιά, αλλά φοράς το αποτύπωμα μιας γενιάς που δεν φοβόταν να δηλώσει τα «θέλω» της και τα «μπορώ» της.
Το άρωμα ως πολιτισμικό αποτύπωμα
Τα κλασικά αρώματα διαθέτουν αυτό που οι αρωματοποιοί ονομάζουν «εξέλιξη». Δεν είναι γραμμικά, αρνούνται να αποκαλυφθούν αμέσως. Άλλη αίσθηση αφήνουν τη στιγμή που τα ψεκάζεις, άλλη έπειτα από μια ώρα στο δέρμα, και μια εντελώς διαφορετική την επόμενη μέρα στον γιακά ενός παλτό. Μοιάζουν με τις ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου: απαιτούν χρόνο και υπομονή για να τα κατανοήσεις, δεν σου προσφέρουν τα πάντα στο πρώτο δευτερόλεπτο.
Στα σοκάκια γύρω από την Αιόλου, εκεί όπου τα παλιά καταστήματα με είδη ραπτικής επιμένουν ακόμα κόντρα στους καιρούς, η αύρα της πούδρας και της λεβάντας μπλέκεται με την οσμή του φρεσκοκαβουρδισμένου καφέ. Σε αυτό το σκηνικό αντιλαμβάνεσαι πως η επιστροφή στο vintage δεν είναι μια παροδική τάση. Σε έναν ψηφιακό κόσμο που όλα τείνουν να γίνουν «λεία» και άυλα, το να μυρίζεις «άγρια», «ξύλινα» ή «γήινα» σού δίνει μια ξεχασμένη αίσθηση.
Το παλιό που διαρκεί λειτουργεί ως αντίδοτο στο εφήμερο
Τελικά, ίσως επιστρέφουμε στο παρελθόν γιατί μας λείπει η διάρκεια όχι μόνο του αρώματος πάνω στο δέρμα αλλά και στις σχέσεις, στις προτιμήσεις μας, σε όσα βρίσκονται γύρω μας. Σε μια καθημερινότητα που εξαντλείται σε λίγα δευτερόλεπτα scroll, το να φοράς μια δημιουργία του 1920 ή του 1970 μπορεί να σηματοδοτεί μια προσωπική νίκη ενάντια στη λήθη. Γιατί όχι, λοιπόν, να αναζητήσεις κι εσύ αυτό το «δύσκολο» μπουκάλι στο κάτω ράφι. Ψέκασε στον καρπό σου, βγες έξω στην πόλη και άφησε τον χρόνο να δουλέψει. Μπορεί η αφήγηση να μην είναι δική σου, είναι όμως μια μαρτυρία που διεκδικεί, επιτέλους, τον χώρο να σκορπίσει τη δυναμική της.
Έξι old classic εσάνς που (θα) επιστρέφουν (πάντα)
Η περιπλάνηση σε αυτή την οσφρητική πινακοθήκη ξεκινά αναπόφευκτα με το Shalimar του οίκου Guerlain. Πρόκειται για την απόλυτη ανατολίτικη πούδρα, μια δημιουργία που έχει την ικανότητα να μεταμορφώνει την Αθήνα σε Παρίσι του Μεσοπολέμου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Στον αντίποδα αυτής της ρομαντικής νοσταλγίας, συναντάμε το Kouros του Yves Saint Laurent, το απόλυτο «love it or hate it» των ’80s. Με έναν συνδυασμό από μάρμαρο, ιδρώτα και καθαριότητα, κλεισμένο σε ένα μπουκάλι που παραπέμπει σε αρχαία κολόνα, παραμένει μια δήλωση ωμής δύναμης.
Συνεχίζοντας στην ίδια δεκαετία, το Fahrenheit του Dior ήρθε το 1988 για να φέρει την επανάσταση, παντρεύοντας την απρόσμενη οσμή της βενζίνης με τη λεπτότητα της βιολέτας. Σήμερα, αυτό το οσφρητικό παράδοξο θεωρείται το απόλυτο «cool kid» άρωμα για όσους αναζητούν κάτι αληθινά αντισυμβατικό. Φυσικά, καμία αναδρομή δεν θα ήταν πλήρης χωρίς το Chanel No5, το άρωμα που σύστησε την «αφηρημένη τέχνη» στο μπουκάλι. Δεν μυρίζει λουλούδια, μυρίζει «γυναίκα», με τις αλδεΰδες του να παραμένουν η πιο αναγνωρίσιμη υπογραφή πολυτέλειας που σχεδιάστηκε ποτέ.
Περνώντας στη δεκαετία του ’90, το σκηνικό αλλάζει με την εμφάνιση του Angel από τον Thierry Mugler. Το γλυκό αυτό «θηρίο» γέννησε την κατηγορία των gourmand αρωμάτων, γεμίζοντας τα κλαμπ της εποχής και αναγκάζοντας τους πάντες να γυρίσουν το κεφάλι – μια μεταμοντέρνα δήλωση που είτε λάτρευες είτε μισούσες θανάσιμα. Την ίδια περίοδο, η ανδρική αισθητική επαναπροσδιορίστηκε μέσα από το Le Male του Jean Paul Gaultier (1995). Το εμβληματικό μπουκάλι-κορμός με τη ναυτική μαρινιέρα κατέκτησε κάθε εφηβικό δωμάτιο, καθώς ο Francis Kurkdjian κατάφερε να παντρέψει τη νοσταλγική λεβάντα του κουρείου με μια προκλητική, σχεδόν εθιστική βανίλια.
Ίσως, τελικά, αυτή η επιστροφή στα οσφρητικά τοτέμ του παρελθόντος να μην είναι μια πράξη άρνησης του παρόντος αλλά μια απόπειρα να επαναφέρουμε το «βάθος» σε μια εποχή που επιμένει να στέκεται στην επιφάνεια. Το άρωμα, στην πιο ειλικρινή του μορφή, δεν αποτελεί ένα ακόμη αξεσουάρ μόδας, αλλά έναν αόρατο σύνδεσμο με την ίδια μας την υπαρξιακή συνέχεια. Σε έναν κόσμο που τρέχει να προλάβει το επόμενο trend, το να αναζητάς την ταυτότητά σου σε μια σταγόνα από το παρελθόν είναι μια υπενθύμιση πως ορισμένα πράγματα, όπως η μνήμη, η ποιότητα και η αυθεντική συγκίνηση παραμένουν αμετάβλητα.