Διαλέξαμε το Αρέτσο μάλλον τυχαία –γιατί βρίσκεται στα μισά της διαδρομής ανάμεσα στην Περούτζια και τη Φλωρεντία – και σε κάποιον βαθμό από περιέργεια: στην Τοσκάνη υπάρχουν χωριά με πεντακόσιους ή χίλιους κατοίκους στα οποία συνωστίζονται πλήθη επισκεπτών, για τα οποία γράφονται αμέτρητοι οδηγοί, έτσι που πλέον σχεδόν κανένα τους δεν παραμένει στην αφάνεια. Κι όμως, για το Αρέτσο (αν εξαιρέσουμε πως εκεί γυρίστηκε το «La vita è bella» του Μπενίνι) δεν ξέραμε τίποτα, παρότι ο πληθυσμός του πλησιάζει τους 100.000 κατοίκους, είναι δηλαδή μια αρκετά μεγάλη πόλη, σημαντική για τη ζωή της περιφέρειας της Τοσκάνης – η γεωγραφία του τουρισμού δεν συμπίπτει πάντοτε με την πραγματική γεωγραφία.
Μείναμε εκεί για σαράντα οχτώ ώρες, τις περισσότερες από τις οποίες έβρεχε, όταν όμως έβγαινε ο ήλιος αποκαλύπτονταν τα χρώματα μιας τυπικής ιταλικής πόλης· η ομορφιά του Αρέτσο δεν ξεχωρίζει από την ομορφιά των γειτονικών κωμοπόλεων, γεγονός που το καθιστά μάλλον «αδιάφορο» τουριστικό προορισμό, αλλά, κατά κάποιον άλλο τρόπο, σημαντικό, γιατί δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει το «τυπικό τοπίο της Τοσκάνης» (δηλαδή: παστέλ χρώματα στους τοίχους των κτιρίων, χαμηλοί και φροντισμένοι λόφοι με κτήματα και δεντροστοιχίες γύρω απ’ τον οικισμό) αν δεν υπήρχαν μέρη σαν το Αρέτσο, που δημιουργούν τον αισθητικό κανόνα.
Γενικότερα, το Αρέτσο έχει διπλή φύση: αν στους κεντρικούς του δρόμους διακρίνεις σαφέστατα τον αέρα μιας πόλης, λίγα στενά πιο κάτω θυμίζει χωριό.
Ήταν αρχές Οκτώβρη όταν κάναμε το ταξίδι μας, γεγονός που αφενός αιτιολογεί τον κακό καιρό και αφετέρου εξηγεί τη σχεδόν απόλυτη απουσία άλλων επισκεπτών. Ζούσαμε, δηλαδή, το όνειρο κάθε τουρίστα, που δεν θέλει να βλέπει άλλους τουρίστες και αναζητά το «αυθεντικό», ζητά να είναι μόνος ανάμεσα στους ντόπιους. Όταν, όμως, τελικά καταφέρνει κάτι τέτοιο, έρχεται αντιμέτωπος με τα επακόλουθα αυτής της κατάστασης.
Φτάνοντας, δηλαδή, στο ιστορικό κέντρο νωρίς το μεσημέρι, ήταν σαν να μπαίναμε σε πόλη-φάντασμα· δεν συναντήσαμε ψυχή στους βρεγμένους δρόμους. Χρειάστηκε να περάσει αρκετή ώρα για να σκεφτούμε πως η συγκεκριμένη μέρα ήταν εργάσιμη, άρα όλοι θα έπρεπε –φυσικά– να βρίσκονται στις δουλειές τους. Αντίστοιχα, λίγο πιο αργά, κατά τις δύο, οι δρόμοι του Αρέτσο κατακλύστηκαν από παιδιά, που επέστρεφαν απ’ το σχολείο στο σπίτι τους στο κέντρο, το οποίο παραμένει σχεδόν αμιγώς οικιστικό. Αν ένα από τα βαθύτερα παράπονα που έχουμε ως τουρίστες είναι πως ξέρουμε ότι η παρουσία μας τελικά καταστρέφει τον «αυθεντικό» χαρακτήρα των προορισμών, τότε, στη σπάνια περίπτωση που βρισκόμαστε τελικά σε έναν τέτοιο τόπο –όπως εμείς, που κατά βάθος στο Αρέτσο αναζητούσαμε ένα hidden gem–, η κατάστασή μας γίνεται αληθινά αντιφατική: γιατί ενώ το μέρος είναι όντως ανέγγιχτο, απ’ την άλλη δεν υπάρχουν και πολλά αξιοθέατα, ούτε βρίσκεις «ψαγμένα» μαγαζιά, και ξεχωρίζεις σαν τη μύγα μες στο γάλα με τη φωτογραφική μηχανή και το backpack στον ώμο.
Πολλοί κάτοικοι μεσογειακών μεγαλουπόλεων γκρινιάζουν για το Airbnb στη γειτονιά τους –και δικαίως (κι εμείς το ίδιο κάνουμε)–, στις διακοπές μας όμως στο Αρέτσο σε Airbnb μείναμε. Με τη μοναδική διαφορά να είναι πως στην περίπτωση αυτή το κατάλυμα ήταν όντως ένα διαμέρισμα χωρίς την «αισθητική της βραχυχρόνιας μίσθωσης», σε διπλοκατοικία με μόνο άλλον ένοικο τον «host» μας, με ξύλινα, φθαρμένα από τον χρόνο έπιπλα μιας περασμένης δεκαετίας, παλιό ψυγείο και κουζίνα, ογκώδη γκρίζα τηλεόραση, και παράθυρο στην πίσω αυλή του διώροφου κτιρίου, όπου σχεδόν καθ’ όλη τη διαμονή μας ακούγαμε τη βροχή να φιλτράρεται πρώτα από τα ψηλά δέντρα και μετά απ’ τους θάμνους και τα χορτάρια. Γενικότερα, το Αρέτσο έχει διπλή φύση, αν στους κεντρικούς του δρόμους διακρίνεις σαφέστατα τον αέρα μιας πόλης, λίγα στενά πιο κάτω θυμίζει χωριό.
Πάντως, κείμενα σαν αυτό που γράφω τώρα επιβάλλεται να συμμορφώνονται με τους κανόνες του είδους του «οδηγού» – άρα καλό θα ήταν να γράψω τι μπορεί κανείς «να δει και να κάνει» στο Αρέτσο, ειδικά αν σταθεί πιο τυχερός, και βρεθεί εκεί ίσως την άνοιξη, με την ηλιοφάνεια και τις μεγάλες μέρες της.
Η Piazza Grande αποτελεί μάλλον το σπουδαιότερο αξιοθέατο της πόλης· είναι η κεντρική της πλατεία που την κοσμούν η Santa Maria della Pieve, το Palazzo della Fraternita dei Laici, και πρωτίστως το Palazzo delle Logge, σχεδιασμένο απ’ τον Giorgio Vasari, το οποίο βρίσκεται στο ψηλότερο μέρος της πλατείας και το κάνει να ξεχωρίζει η μακριά στοά στην πρόσοψή του, γεμάτη καφέ (όπου θα βρείτε, αν τους ψάχνετε, και τους λίγους υπόλοιπους τουρίστες της πόλης) και υπέροχη, ιδίως το βράδυ κάτω απ’ τον πορτοκαλί φωτισμό της πόλης. Γράφω πιο πάνω «στο ψηλότερο σημείο» γιατί η Piazza Grande γέρνει, χαρακτηρίζεται από την απίστευτη κλίση της, που δίνει στα κτίρια γύρω της έναν αέρα εντυπωσιακό και καθιστά την ίδια αξιομνημόνευτη. Αν βρεθείτε στο Αρέτσο τον Ιούνη ή τον Σεπτέμβρη, θα έχετε την τύχη (εμείς δεν την είχαμε) να δείτε να διεξάγεται εκεί η Giostra del Saracino, ένας ιππικός αγώνας που θυμίζει κάπως το πιο γνωστό Palio της Σιένας.
Αρκετά κοντά βρίσκεται και ο καθεδρικός ναός της πόλης, με τη δική του πλατεία και το ψηλό του καμπαναριό. Γενικότερα, το Αρέτσο διαθέτει πλήθος εκκλησιών, όπως εξάλλου συμβαίνει σχεδόν πάντα στις ιταλικές πόλεις – οι ναοί αυτοί, μιας και συνήθως δεν υποδέχονται επισκέπτες, είναι γενικά λιτοί, ήσυχοι και μυρίζουν υγρασία. Διαθέτουν, όπως παρατηρήσαμε, δυσανάλογα πολλά εξομολογητήρια.
Αφού επισκεφτείτε τον καθεδρικό, μπορείτε να κάνετε τον περίπατό σας στο Parco Il Prato, που λόγω της θέσης του προσφέρει μια πανοραμική θέα των λόφων γύρω από την πόλη. (Εμείς περπατήσαμε ακούγοντας τη βροχή να πέφτει αργά πάνω στα ψηλά δέντρα, αλλά αυτό δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στον οδηγό μας, παρότι υπήρξε όμορφη εμπειρία, γιατί εξαρτάται από τις ασταθείς μετεωρολογικές συνθήκες). Στο τέλος του πάρκου βρίσκεται η Fortezza Medicea, οχυρό ανοιχτό για το κοινό, το οποίο αξίζει να επισκεφτείτε για να περιπλανηθείτε πάνω στα τείχη του. Από τα τείχη του ακριβώς είδαμε και το πιο παράξενο θέαμα που μας προσέφερε το Αρέτσο, την περίεργη ομορφιά και το χρώμα του οποίου παρατηρούσαμε για ώρα αμήχανοι μέσα στη θολούρα της βροχής, μέχρι να καταλάβουμε πως αυτό που βλέπαμε ήταν ένα τεράστιο και μνημειώδες νεκροταφείο, το Cimitero Monumentale της πόλης, μια αληθινή πολιτεία των νεκρών.
Αυτά είναι τα βασικά αξιοθέατα της πόλης – μπορείτε επιπλέον να θαυμάσετε και ορισμένα palazzi (εμάς μας προστάτευαν, όπως και τα καφέ στη loggia, όταν ο καιρός αγρίευε λίγο παραπάνω), καθώς και ένα ενδιαφέρον αστρονομικό ρολόι, όλα γύρω από την Piazza Grande, όπως και ορισμένες φημισμένες αντικερί (άλλο ένα πράγμα για το οποίο είναι γνωστό το Αρέτσο). Ολόκληρο το ιστορικό κέντρο της πόλης, ωστόσο, με τους μεγάλους ή μικρούς δρόμους και τις πλατείες του προσφέρει όμορφες όψεις, καρτ ποστάλ της ιταλικής Αναγέννησης. Και μπορεί να γκρίνιαζα για την ασταμάτητη κακοκαιρία, όμως τελικά αυτή ακριβώς συνδυάστηκε μέσα στο μυαλό μου με αυτούς τους χώρους, κάνοντας δηλαδή το Αρέτσο μια «πόλη της βροχής» και διασώζοντάς το έτσι στη μνήμη μου. Έτσι συμβαίνει συχνά όταν ταξιδεύουμε, και αποκτούμε μια στιγμιαία μόνο εντύπωση από τον προορισμό, η οποία δεν συμπίπτει αφενός με την πραγματικότητα και αφετέρου με τις εντυπώσεις που θα αποκομίσουν όσοι θα επισκεφτούν το ίδιο μέρος μετά από μας ή μετά από τη δική παρότρυνση (αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εντυπώσεις είναι μάλλον η μεγαλύτερη απογοήτευση που προσφέρουν εξάλλου οι ταξιδιωτικοί οδηγοί).
Όπως είπαμε και στην αρχή, το Αρέτσο δεν διαθέτει «ανεπτυγμένη» γαστρονομική σκηνή. Το πρώτο μας βράδυ στην πόλη, μάλιστα, δυσκολευτήκαμε να βρούμε οτιδήποτε ανοιχτό στην –πολύ κεντρική– περιοχή κοντά στο κατάλυμά μας· τη λύση μάς προσέφερε η Trattoria Mazzoni, με τον ζεστό φωτισμό και το (όντως) αυθεντικό μενού της (που αν τυχόν το δοκιμάσετε, μην παραλείψετε τα εξαιρετικά γλυκά). Μην περιμένετε βέβαια να παραγγείλετε εύκολα στα αγγλικά, και μη σας ξαφνιάσει η αναμμένη τηλεόραση στη μέση της σάλας, όπου οι θαμώνες παρακολουθούν το ιταλικό αντίστοιχο του «Τροχoύ της Τύχης» και το δελτίο καιρού της επομένης – η οποία αποδείχτηκε εν τέλει εξίσου βροχερή. Γκραβούρες στους τοίχους, καπνιστές πελάτες, ηλικιωμένοι σερβιτόροι, λευκά τραπεζομάντιλα, ενώ δίπλα ακριβώς οι ιδιοκτήτες διαθέτουν κι ένα παντοπωλείο – μια κλασική εικόνα της ιταλικής επαρχίας.
Το δεύτερο βράδυ φάγαμε, αρκετά ωραία, στην Trattoria Cavour 42, αυτήν τη φορά δίπλα σε μια ιδιαίτερα μεγάλη οικογένεια Γερμανών. Όσο για καφέ και πρωινό, ωραία επιλογή είναι η Pasticceria F. Ili. Bruschi, η οποία άνοιξε το 1937 και ελάχιστα πρέπει να έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια. Αν αποφασίσετε να καθίσετε στη loggia της Piazza Grande, να ξέρετε πως όλα τα καφέ φαίνονται εν πολλοίς ίδια, είναι δε «πολύ τουριστικά». Το μεσημέρι της δεύτερης μέρας πήραμε από ένα σάντουιτς με porchetta (για την οποία καμαρώνουν ιδιαίτερα στο Αρέτσο) από το παντοπωλείο δίπλα στην Trattoria Mazzoni – προειδοποιούμε, αν είστε τουρίστες και μιλάτε ιταλικά θα σας κλέψουν λίγο, οπότε αν είστε τουρίστες και δεν μιλάτε ιταλικά, κατά πάσα πιθανότητα θα σας κλέψουν περισσότερο. Επίσης, το σάντουιτς με porchetta δεν έχει τίποτε άλλο εκτός από ψωμί, σκόρδο και (πολύ) χοιρινό.
Όταν την τρίτη ημέρα ξυπνήσαμε για να πάρουμε το τρένο και να φύγουμε απ’ το Αρέτσο, ο ουρανός ήταν πια πεντακάθαρος κι οι δρόμοι στέγνωναν στο φως του πρωινού ήλιου. Σέρναμε τις βαλίτσες μας περπατώντας δίπλα στους αμέτρητους μαθητές που προχωρούσαν κι αυτοί προς τα σχολεία τους, πίσω απ’ τον σιδηροδρομικό σταθμό.