Όπως φανερώνει η νέα έκθεση που συνέταξαν από κοινού ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) και η Παγκόσμια Τράπεζα, από το 2000 έως και σήμερα καταγράφεται διεθνώς σταθερή αλλά άνιση πρόοδος στην κάλυψη των βασικών αναγκών υγείας των πολιτών (με κρατικά κονδύλια) και παράλληλα μειώνεται η επιβάρυνση των νοικοκυριών με out of pocket (ιδιωτικές) δαπάνες υγείας. Αυτοί οι δύο δείκτες αποτελούν τον «κορμό» της Καθολικής Κάλυψης Υγείας (Universal Health Coverage-UHC), δηλαδή της δέσμευσης του ΠΟΥ και των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ πως μέχρι το 2030 κάθε άνθρωπος, όπου κι αν κατοικεί, θα έχει πρόσβαση σε φροντίδα υγείας χωρίς αυτό να του προκαλεί οικονομική επιβάρυνση που να αντιστοιχεί σε καταστροφική δαπάνη. Στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε πως ως «καταστροφική δαπάνη υγείας» ορίζεται εκείνη η δαπάνη που υποχρεώνει τον πολίτη να «κόψει» από ζωτικές δαπάνες διαβίωσης, όπως η αγορά τροφίμων ή οι πληρωμές ΔΕΚΟ, προκειμένου να πληρώσει από την τσέπη του για φάρμακα και υπηρεσίες υγείας (όπως εξετάσεις και νοσήλια). Η έκθεση του παγκόσμιου παρατηρητηρίου για το 2025 με τίτλο «UHC Global Monitoring Report 2025» δείχνει ότι η κάλυψη στις υπηρεσίες περίθαλψης ανέβηκε κατά 17 θέσεις, από 54 σε 71, μετρούμενη με τον Δείκτη Κάλυψης Υπηρεσιών (SCI), στο διάστημα από το 2000 έως το 2023. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, το ποσοστό των ανθρώπων που υφίστανται καταστροφικές δαπάνες υγείας μειώθηκε από 34% σε 26%.
Ωστόσο, η έκθεση του 2025 υπογραμμίζει πως οι πιο ευάλωτοι πληθυσμοί παγκοσμίως είναι αυτοί που σηκώνουν το μεγαλύτερο φορτίο στις καταστροφικές δαπάνες υγείας, επιβεβαιώνοντας το ρητό «όπου φτωχός κι η μοίρα του». Σύμφωνα με τα ευρήματα, 1,6 δισ. άνθρωποι οδηγούνται στη φτωχοποίηση εξαιτίας των καταστροφικών δαπανών υγείας. Πρόκειται για έναν αριθμό που αγγίζει σχεδόν τον πληθυσμό της Ινδίας, ο οποίος εκτιμάται σχεδόν σε 1,5 δισ. Συνολικά, ο ΠΟΥ και η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμούν ότι 4,6 δισ. άνθρωποι διεθνώς εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας και 2,1 δισ. άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά εμπόδια προκειμένου να έχουν κάποιου είδους πρόσβαση στην περίθαλψη. Σε αυτόν τον πληθυσμό συγκαταλέγεται και το 1,6 δισ. των ατόμων που είναι αντιμέτωπα με καταστροφικές δαπάνες υγείας, οι οποίες τους οδηγούν σε φτωχοποίηση, διαιωνίζοντας έναν φαύλο κύκλο ευαλωτότητας, εύθραυστης υγείας και ένδειας.
Η υγεία ως επένδυση, όχι ως δαπάνη
«Η καθολική κάλυψη υγείας αποτελεί την υπέρτατη έκφραση του αναφαίρετου δικαιώματος κάθε ανθρώπου στην υγεία, αλλά αυτή η έκθεση φανερώνει πως για δισεκατομμύρια ανθρώπους η πρόσβαση σε υπηρεσίες περίθαλψης παραμένει ουτοπική πολυτέλεια. Στην πράξη, οι άνθρωποι αυτοί στερούνται το αναφαίρετο δικαίωμά τους», επισημαίνει ο δρ. Τέντρος Αντάνομ Γκεμπρεγέσους, γενικός διευθυντής του ΠΟΥ. Έπειτα από τις εκτεταμένες περικοπές που έγιναν στις χρηματοδοτήσεις πολλών προγραμμάτων πρόληψης τα τελευταία χρόνια, είναι ώρα κάθε κράτος να σταματήσει να υπολογίζει την υγεία ως δαπάνη και να την αντιμετωπίσει ως επένδυση, χτίζοντας πιο βιώσιμα, πιο ανθεκτικά συστήματα υγείας. Η επένδυση σε ανθεκτικότερα συστήματα υγείας ισοδυναμεί με επένδυση στην ευζωία του λαού, στην εθνική οικονομία, στο ΑΕΠ της χώρας.
Πώς υπολογίζονται οι καταστροφικές δαπάνες υγείας
Ως καταστροφική δαπάνη υγείας υπολογίζεται η δαπάνη του 40% και άνω του προϋπολογισμού ενός νοικοκυριού προκειμένου να πληρωθούν έξοδα για φάρμακα, εξετάσεις και νοσήλια. Ένα σημαντικό τμήμα της καταστροφικής δαπάνης αφορά ιδιωτικές πληρωμές για φάρμακα, με το 75% των κρατών που έχουν συναφή δεδομένα να υποδεικνύει ότι το 55% των out of pocket (ιδιωτικών) δαπανών υγείας αφορά την αγορά φαρμάκων. Σε ευάλωτους και οικονομικά ασθενέστερους πληθυσμούς, η καταστροφική δαπάνη υγείας φτάνει το 60% του προϋπολογισμού τού νοικοκυριού και οδηγεί σε ακόμα πιο βαθιά φτωχοποίηση.
Η πρόοδος που επιτυγχάνεται στην καθολική κάλυψη υγείας πρέπει να ανεβάσει ταχύτητες, καθώς ο σχετικός παγκόσμιος δείκτης SCI βρίσκεται στο 74 αντί για το 100, πράγμα που σημαίνει ότι 1 στους 4 ανθρώπους παγκοσμίως εξακολουθεί να βιώνει οικονομικές δυσκολίες προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε υπηρεσίες περίθαλψης και πως ο μεγαλεπήβολος στόχος της βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ (έως το 2030) έχει αποτύχει.
Τα μεγαλύτερα κενά στις χώρες με χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα
Ο ρυθμός της προόδου αναφορικά με την καθολική κάλυψη των αναγκών υγείας μειώθηκε μετά το 2015, με μόλις το 33% των χωρών να αυξάνει ταυτόχρονα την καθολική κάλυψη υγείας και να μειώνει τις καταστροφικές δαπάνες για τα νοικοκυριά. Όλα τα κράτη-μέλη του ΠΟΥ αύξησαν την κάλυψη υγείας, αλλά μόνο τα μισά κράτη μείωσαν ταυτόχρονα τις καταστροφικές δαπάνες υγείας. Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος καταβάλλουν τις μεγαλύτερες προσπάθειες, αλλά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες ανισότητες. Λόγω και της εμπειρίας της πανδημίας του κορωνοϊού, η στόχευση στην καθολική κάλυψη υγείας εστίασε στα λοιμώδη νοσήματα τα τελευταία χρόνια, αφήνοντας ελαφρώς πίσω τα εκφυλιστικά (χρόνια) νοσήματα.
Κατά τον ΠΟΥ, η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής συνέβαλε στη μείωση των ανισοτήτων, όμως την ίδια στιγμή η αύξηση του κόστους των φαρμάκων (κυρίως) δημιουργεί μια νέα πηγή επιδείνωσης των καταστροφικών δαπανών υγείας και διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ εύπορων και φτωχών. Το 2022, 3 στους 4 ανθρώπους από τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς αντιμετώπιζαν καταστροφικές δαπάνες υγείας, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τους εύπορους πολίτες ήταν 1 στους 25. Μεγαλύτερα προβλήματα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας συναντούν οι γυναίκες, τα άτομα χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου, οι αγροτικοί πληθυσμοί και οι άνθρωποι χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου.
Δράσεις για τη μείωση των ανισοτήτων
Η επίτευξη του στόχου για καθολική κάλυψη υγείας μέχρι το 2030 ισοδυναμεί με την πλήρη προστασία του δικαιώματος κάθε ανθρώπου στην υγεία. Για να γίνει αυτή η δέσμευση πράξη, απαιτούνται δράσεις σε 6 άξονες: τη διασφάλιση πως οι βασικές υπηρεσίες υγείας είναι δωρεάν για τους πολίτες, ειδικά σε περιοχές όπου ζουν ευάλωτοι πληθυσμοί· την επέκταση των δημοσίων επενδύσεων στα συστήματα υγείας· τη μείωση της υψηλής ιδιωτικής δαπάνης για φάρμακα· την επιτάχυνση της πρόσβασης σε ζωτικές υπηρεσίες υγείας για τους ασθενείς με χρόνια νοσήματα (καθώς αυτοί κάνουν τη μεγαλύτερη «κατανάλωση» υπηρεσιών υγείας και φαρμακευτικών προϊόντων)· την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και την υιοθέτηση μιας πολυεπίπεδης και ολιστικής προσέγγισης στον τομέα της υγείας.