Το 1988 φτάνει στην Αθήνα μετά από 61 χρόνια στην Αμερική ο Γιώργος Κατσαρός. Τον υποδέχονται στο Ελληνικό, ανάμεσα σε άλλους, ο Παναγιώτης Κουνάδης και ο Αργύρης Μπακιρτζής. Ο ευθυτενής, καλοντυμένος κύριος με τα πλούσια λευκά μαλλιά που είναι σχεδόν εκατό ετών είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα, ένας Ελληνοαμερικανός βιρτουόζος της λαϊκής κιθάρας και του ρεμπέτικου. Στο φιλμαρισμένο απόσπασμα με φόντο την πίστα του αεροδρομίου φιλοδωρεί τους ανθρώπους που τον υποδέχονται με τους στίχους «Ορίζει η μοίρα τούς ανθρώπους, τα φύλλα αφήνουν τα κλαριά, τα αηδόνια αλλάζουνε φωλιά, τα μάτια βλέπουν ξένους τόπους, αλλά η καρδιά δε λησμονά».
Ο Γιώργος Κατσαρός είναι ο πρωταγωνιστής του ντοκιμαντέρ με τίτλο «Στην Αμερική σαν πήγα» («One upon a time I reached America») σε σενάριο και σκηνοθεσία του Άγγελου Κοβότσου και διεύθυνση φωτογραφίας του Αργύρη Θέου, οι οποίοι υπογράφουν και την παραγωγή. Η ταινία θα προβληθεί στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στις 13 Μαρτίου 2026. Η συναρπαστική ιστορία του είναι η ιστορία των Ελλήνων λαϊκών μουσικών της Αμερικής από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τις μέρες μας, η ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και συνολικά των Ελλήνων μεταναστών και της ομογένειας.
Η ιστορία ξεκινά το 1977, όταν ο Παναγιώτης Κουνάδης άκουσε ένα ρεμπέτικο που δεν γνώριζε κανένας και αποφάσισε να πάει στην Αμερική να το βρει. Στο ντοκιμαντέρ ακούγονται οι συνομιλίες του με τον Γιώργο Κατσαρό, ο οποίος, ήδη τότε σε μεγάλη ηλικία, μιλά καθαρά, ωραία ελληνικά. Πόσο παράξενο φαίνεται για κάποιον που έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του στην Αμερική και δεν ξέρουμε πόσα γράμματα έμαθε ακριβώς, αν ήξερε γραφή και ανάγνωση. Ενώ το αυτοκίνητο διασχίζει τη Γλυφάδα και ανεβαίνει τη Συγγρού, τον ακούμε να παρομοιάζει την παραλιακή με τη Φλόριντα, με ένα όνειρο. Ο Κατσαρός θυμάται την Αθήνα χώμα και όταν διασχίζουν την Πατησίων λέει ότι ως παιδί έπαιζε στο Μέγαρο Λιβιεράτου.
«Ο Κατσαρός ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος λειτουργούσε, όπως λέμε με σημερινούς όρους, “out of the box”. Δημιούργησε έναν μύθο γύρω από το πρόσωπό του και τη ζωή του∙ ήταν ένα νόθο παιδί που έφτασε στην Αμερική 15 χρονών, αλλά είχε λόγο να τον δημιουργήσει».
Όταν ήρθε στην Ελλάδα, σε ηλικία 100 ετών, εμφανίστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και τραγούδησε για ώρες, ακούραστος, ευθυτενής, με κοστούμια θερινά που κόπιαρε από τον Αλ Καπόνε, με ταλευκά μαλλιά του μέσα σε φιλέ. Ακολουθεί η συναυλία στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Δάσους, με τον Αργύρη Μπακιρτζή.
Στην πρόβα ο Ντίνος Χριστιανόπουλος παρακολουθεί έναν λαϊκό μουσικό, φαινόμενο μνήμης και αντοχής. Τον Κατσαρό, που, όπως λέει ο ίδιος, όλοι τον είχαν για πεθαμένο, τον ανακάλυψε και τον έφερε στην Ελλάδα ο Παναγιώτης Κουνάδης. Με την ευκαιρία αυτής της επίσκεψης του αφηγήθηκε τη συναρπαστική περιπέτεια της ζωής του. Η αφήγηση αυτή αποτυπώθηκε σε ένα δημοσιογραφικό κασετόφωνο της εποχής καθώς και σε βίντεο που γυρίστηκε στη Θεσσαλονίκη.
Μια συναρπαστική ζωή, ένα ανεξίτηλο στίγμα στο τραγούδι
Ο Γιώργος Κατσαρός γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, συγκεκριμένα το 1888, όπως αναγράφεται σε μια ληξιαρχική πράξη. Σε ηλικία έξι ετών, στιγματισμένος από την τοπική κοινωνία, αφού ήταν παιδί αγνώστου πατρός, έφυγε από την Αμοργό για να συναντήσει τη μητέρα του, η οποία εργαζόταν ως μαγείρισσα σε διάφορα πλουσιόσπιτα της Αθήνας∙ σύμφωνα με τον ίδιο, και στα ανάκτορα του βασιλιά Γεωργίου Α’.
Ο Κατσαρός δεν πήγε ποτέ ξανά στην Αμοργό, κουβαλούσε την πατρίδα του μέσα από τα τραγούδια. Ο παππούς του, θυμάται, τραγουδούσε, ενώ ο ίδιος ήταν κάθε Κυριακή δίπλα στον ψάλτη, και είχε μανία, όπως λέει, να τραγουδάει και να παίζει κιθάρα. Μάλιστα, αφηγείται ότι μπήκε σε ένα κατάστημα με μουσικά όργανα και ζήτησε μια κιθάρα που την έλεγαν «Στέλλα» και την κούρδισε με το δικό του αυτί.
Μεγάλωσε στους δρόμους της Αθήνας, του Πειραιά και του Φαλήρου βγάζοντας το χαρτζιλίκι του ως πλανόδιος μουσικός. Θυμάται ότι τα πρώτα του λεφτά τα έβγαλε στο Φάληρο, σε μια εξεδρούλα που πήγαινε και έπαιζε, από έναν ένστολο που του έδωσε ένα ασημένιο δίφραγκο. Για λίγο δούλευε στο βιβλιοδετείο του Φέξη στην Πατησίων, ενώ άρχισε –με μεγάλο φόβο– να ανακαλύπτει τα χασισοποτεία και το χασικλίδικο ρεμπέτικο που ανθούσε στους τεκέδες, εκεί, στον αναντικατάστατο παράδεισο των απελπισμένων, των φτωχών και των ευαίσθητων. Το παράξενο, το παραβατικό τον έλκουν σαν μαγνήτης στην Κοκκινιά και στον Πειραιά – σχεδόν ζηλεύει ο έφηβος Κατσαρός αυτούς που η ζωή τους μοιάζει άγρια και απαγορευμένη.
Αφηγείται πώς μπήκε στο υπερωκεάνιο «Πατρίς» και πέρασε τον ωκεανό για να πάει στην Αμερική, στον γενναίο, νέο κόσμο του πλούτου το 1915. Αναχώρησε με το πλήθος των φτωχών της τρίτης θέσης, αρρώστησε και φοβήθηκε ότι θα τον έστελναν πίσω μόλις έφταναν στο νησί Έλις. Στην αρχή φιλοξενήθηκε από τον Στρατό Σωτηρίας. Αφηγείται τις πρώτες μέρες του στην Αμερική σαν να πήγε ταξίδι αναψυχής, δεν υπάρχει μιζέρια στη διήγησή του. «Ο Κατσαρός δεν μιλούσε για τις δυσκολίες», λέει ο Μπακιρτζής, «μέσα σε δέκα κακά έβλεπε το καλό».
Γρήγορα έγινε γνωστός στους κύκλους των Ελλήνων μουσικών στην Αμερική για το ταλέντο του. Έπαιζε σε ένα ξενοδοχείο και από εκεί ξεκίνησε η ιστορία∙ τον κάλεσαν σε ένα γραφείο και του είπαν «να μας κάνεις από δώδεκα τραγούδια τον χρόνο και θα σε πληρώνουμε πεντακόσια δολάρια την πλάκα». «Δεν ξέρω να γράφω και να διαβάζω», είπε ο Κατσαρός και ο άνθρωπος που τον κάλεσε του είπε, «μην ανησυχείς, αγαπάμε τους Έλληνες και δεν έχουμε κανέναν εδώ να βγάλει σόλο». Το «Άντε σαν πεθάνω τι θα πούνε, πέθανε κι ένας μπεκρής» είναι το πρώτο τραγούδι που ηχογραφεί, με επίσημο τίτλο «Η Ελληνική Απόλαυσις».
Τον έσωσε το θάρρος του και η κιθάρα. Σιγά-σιγά γίνεται μέρος των μουσικών της Αμερικής. Η Κυρία Κούλα, η Παπαγκίκα, ο Δημητριάδης, έχουν εντυπωσιακή δισκογραφία σε σχέση με τον ελληνικό πληθυσμό της Αμερικής. Ανακαλύπτει μαζί τους μια ελευθερία έκφρασης που δεν του είχε επιτραπεί ποτέ στις παλιές πατρίδες. Και οι μουσικές αυτές, χαραγμένες σε δίσκους, ταξιδεύουν παντού όπου υπάρχουν Έλληνες. «Αν δεν ήξερα κάτι, μου το έδειχναν», αφηγείται στον Παναγιώτη Κουνάδη στο φιλμ που γυρίστηκε σε ένα ξενοδοχείο στη Θεσσαλονίκη. «Καλλιτέχνες όμορφοι από καρδιά και από τέχνη», που τον αγκαλιάζουν.
Το 1919 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο, διασώζοντας πολλά σημαντικά ελληνικά ρεμπέτικα τραγούδια που είχε φέρει μαζί του, σε μια εποχή που στην Ελλάδα δεν γίνονταν ακόμα ηχογραφήσεις. Χάρη σε αυτές τις ηχογραφήσεις, έγινε γνωστός στις ελληνικές κοινότητες σε όλη την υφήλιο. Οι Έλληνες μετανάστες ανά τον κόσμο τον καλούσαν, και έτσι ξεκίνησε τις περιοδείες του στις ΗΠΑ, την Αυστραλία, τη Νότια Αφρική, την Ινδία, την Αίγυπτο και όπου αλλού υπήρχαν ελληνικές κοινότητες. Η μουσική του έγινε μέσο επικοινωνίας και σύνδεσης των ελληνικών κοινοτήτων σε όλο τον κόσμο, αλλά και συνδετικός κρίκος με την πατρίδα, με όσα άφησαν πίσω και με όσα συνάντησαν στη νέα τους ζωή. Έγινε το μέσο έκφρασης των καημών και των ονείρων τους, αποτελώντας ένα ισχυρό στοιχείο που διατήρησε την ελληνική κουλτούρα και την ελληνικότητα της ψυχής τους στα δύσκολα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης. Ταυτόχρονα, υπήρξε και σπουδαίος ευεργέτης, αφού στις ανά τον κόσμο περιοδείες του ένα μέρος των εσόδων το διέθετε για να χτιστούν σχολεία και εκκλησίες.
Όπως αφηγείται ο ίδιος, στη διάρκεια του συναρπαστικού του βίου γνώρισε πολύ σημαντικές προσωπικότητες της Αμερικής την εποχή εκείνη, τον βιρτουόζο της κλασικής κιθάρας Αντρές Σεγκόβια, τον διάσημο γκάνγκστερ Αλ Καπόνε, τη σταρ του βωβού κινηματογράφου Ρίτα Ρίο, τον Νικ δε Γκρικ κ.ά.
Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα συνεργάστηκε με σημαντικούς Έλληνες μουσικούς του λαϊκού ρεπερτορίου, όπως ο Μανώλης Χιώτης, κατά τη διάρκεια των περιοδειών τους στην Αμερική. Και όταν ήρθε η στιγμή να συνταξιοδοτηθεί, αποσύρθηκε στο αμιγώς ελληνικό χωριό Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα, που μοιάζει με ελληνική παραθαλάσσια πόλη, και ξεχάστηκε. Οι παλιότεροι Ελληνοαμερικανοί κάτοικοι εκεί θυμόντουσαν τον Κατσαρό να διασχίζει τους δρόμους με τη μεγάλη παλιά του Κάντιλακ. Αυτός, εξάλλου, πρώτος απ’ όλους είχε αποκτήσει αυτοκίνητο με τρέιλερ για να ταξιδεύει από Πολιτεία σε Πολιτεία, από τη μια άκρη της Αμερικής στην άλλη.
Ο Κατσαρός ήρθε στην Ελλάδα το 1927 για να δει τη μάνα του και την αδελφή του, τους αγόρασε σπίτι στην Καλλιθέα και γνώρισε τους Σμυρνιούς καλλιτέχνες, τον Αραπάκη, τον Νταλγκά, τον Λειβαδίτη. To 1995 επέστρεψε στην Ελλάδα, για να βραβευτεί από το ελληνικό κράτος στη Θεσσαλονίκη. Έφυγε από τη ζωή το 1997, σε πολύ προχωρημένη ηλικία, 107 χρονών κατά τον ίδιο, στο Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα, όπου και πέρασε τα τελευταία χρόνια του.
Ένα ντοκιμαντέρ που αφηγείται τη ζωή της ομογένειας μέσα από την περιπετειώδη ζωή του Κατσαρού
«Το ντοκιμαντέρ αφηγείται τη συναρπαστική ζωή του όπως την περιγράφει ο ίδιος μέσα από πλούσιο αρχειακό υλικό που έχει διασωθεί από το Αρχείο Κουνάδη. Η ανασύσταση της ατμόσφαιρας της εποχής γίνεται μέσα από την αφήγηση της ζωής του Γιώργου Κατσαρού, με δημιουργική αξιοποίηση πλούσιου αρχειακού υλικού. Συναυλίες, μουσικά βίντεο, αρχειακές ταινίες, παλιές φωτογραφίες που ζωντανεύουν με τη χρήση του ΑΙ αποτελούν τα συμπληρωματικά οπτικοακουστικά στοιχεία της ταινίας, μαζί με γυρίσματα σε Αμοργό, Αθήνα, Νέα Υόρκη και σε όλη την ανατολική ακτή των ΗΠΑ μέχρι το Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα», λέει ο Άγγελος Κοβότσος, σκηνοθέτης περισσότερων από 200 ταινιών, με ειδίκευση στα ντοκιμαντέρ και στις διεθνείς συμπαραγωγές. «Πρόθεσή μας είναι να αναδείξουμε την προσωπικότητα του Κατσαρού, που ήταν σημαντικός βιρτουόζος της λαϊκής κιθάρας και του ρεμπέτικου, που πολλοί το αποκαλούν “ελληνικό μπλουζ”» συμπληρώνει.
«Σκοπός μας είναι το ντοκιμαντέρ να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο μέσα από φεστιβάλ, διανομή σε πανεπιστήμια, προβολές στους κινηματογράφους, στα τηλεοπτικά δίκτυα και σε συνδρομητικές πλατφόρμες streaming», λέει ο Αργύρης Θέος, δημιουργός εξαιρετικών εικόνων και γνώσεις στη διαχείριση των οργανωτικών ζητημάτων του αντικειμένου του.
Όταν ο Άγγελος Κοβότσος έκανε μια σειρά για τα παραδοσιακά μουσικά όργανα, πήγε να ακούσει τους Τακίμ κι εκεί έμαθε πρώτη φορά για τον Κατσαρό μέσα από ένα τραγούδι. «Άρχισα να ψάχνω για τον Κατσαρό ως μουσικό και το όλο πράγμα το προσέγγισα μέσω της μουσικής αρχικά. Όταν όμως διάβασα τη βιογραφία του, η οποία προέρχεται κυρίως από το Αρχείο Κουνάδη, αποφάσισα ότι θα ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον να γίνει ντοκιμαντέρ. Έτσι ξεκίνησε η ιδέα και άρχισα να φτιάχνω την πρόταση. Κάποια στιγμή συναντιόμαστε με τον Αργύρη και το 2019 κάνουμε την εταιρεία που έχουμε τώρα. Ένα από τα πρότζεκτ που αποφασίσαμε να προωθήσουμε ήταν και αυτό. Ξεκινήσαμε το 2021, μετά από εύλογες καθυστερήσεις, και φτάσαμε να αρχίσουμε να φιλμάρουμε το 2024. Η ταινία είχε πολλές απαιτήσεις για ντοκιμαντέρ ελληνικό, είχε γυρίσματα στην Αμερική με τεράστιο κόστος, γιατί δεν θέλαμε να το κάνουμε με μια καμερούλα ή με το κινητό που παίρνει ο καθένας και κάνει ταινίες, είχαμε συνεργείο. Αυτή ήταν και μια επιθυμία του Αργύρη, να γυριστεί η ταινία με τεχνικά στάνταρ τουλάχιστον σε επίπεδο φωτογραφίας και ήχου, για να μπορεί να έχει και μια πορεία.
Στην Αμερική βρήκαμε πολύ σοβαρούς ανθρώπους, όπως η Μπουκουβάλα που είναι εθνομουσικολόγος και λέει ότι τους Έλληνες τους ενώνει η μουσική και ο χορός.
Μπήκαμε, λοιπόν, σε αυτή την απαιτητική περιπέτεια γιατί μας ενέπνευσε όχι μόνο η καταπληκτική του ιστορία, που φυσικά σε παρακινεί, αλλά και η μυθολογία που τον συνοδεύει. Ψάξαμε όλα τα αρχεία που υπάρχουν και διασταυρώσαμε όσα μπορούσαμε, αλλά δεν έχει τόση σημασία, το πιο σημαντικό είναι ότι ακούγοντας ξανά και ξανά τα τραγούδια του και όσα λέει η πρόθεσή μας δεν ήταν να τον προσεγγίσουμε ως μουσικό φαινόμενο αλλά μέσα από την ιστορία του να δούμε και την ιστορία της ομογένειας – μέσα από τη μικρή ιστορία να δούμε με ποιον τρόπο προκύπτει η μεγάλη, κάτι που αντανακλά τόσο τη δική μου αντίληψη όσο και του Αργύρη. Αυτό που πρέπει να σκεφτείς είναι ότι ο Κατσαρός ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος λειτουργούσε, όπως λέμε με σημερινούς όρους, “out of the box”. Δημιούργησε έναν μύθο γύρω από το πρόσωπό του και τη ζωή του∙ ήταν ένα νόθο παιδί που έφτασε στην Αμερική 15 χρονών, αλλά είχε λόγο να τον δημιουργήσει».
Το ντοκιμαντέρ που στηρίζεται στην προφορική αφήγηση του Κατσαρού είναι το απόσταγμα αφηγήσεων που ξεπερνούν τις 60 ώρες ηχογράφησης και βίντεο. Πήρε πολλούς μήνες κοπιώδους μελέτης για να ολοκληρωθεί η προεργασία και το σενάριο.
Ταξιδεύοντας στην Αμερική στα ίχνη του Κατσαρού, οι δημιουργοί και το συνεργείο έφτασαν στο Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα, στην πόλη όπου ήταν το σπίτι του και η οποία έχει Έλληνα δήμαρχο. Εκεί μίλησαν με ομογενείς που θυμούνται τον Κατσαρό και είχαν μαζί του κάποια σχέση, άμεση ή έμμεση. Ακούς καθαρά ελληνικά εκεί, όχι ελληνοαμερικάνικα, όπως μου λένε οι παραγωγοί.
Το πολύ ενδιαφέρον στην ιστορία του Κατσαρού είναι ότι, γυρίζοντας όλο τον κόσμο, όπου υπάρχει ελληνική κοινότητα, χρησιμοποιεί ασυνείδητα τη μουσική ως συγκολλητική ουσία, όπως κάνει κάθε κοινότητα για να διατηρεί την ταυτότητά της, να μπορεί να επιβιώνει και να επικοινωνεί με το παρελθόν της και να δημιουργεί μια εικόνα για το τι είναι η χώρα προέλευσής της και εν τέλει την ταυτότητά της.
Πολύ σημαντικό στην ταινία είναι το κομμάτι της φωτογραφίας και της εικόνας. «Όταν κάνεις ένα ντοκιμαντέρ ως διευθυντής φωτογραφίας δουλεύεις με πολύ ανομοιογενείς πρώτες ύλες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, δεν είναι όπως στη μυθοπλασία που έχεις τη δυνατότητα να οργανώσεις τις ύλες και να τις φτιάξεις από το μηδέν ώστε να είναι ομογενοποιημένες», λέει ο Αργύρης Θέος. «Εδώ λοιπόν αυτό που πρέπει κανείς να κάνει είναι να ταιριάξει τον βιορυθμό του με τον βιορυθμό του ανθρώπου που κινηματογραφεί∙ αλλιώς αντιμετωπίζεις τον Κουνάδη, αλλιώς την Μπουκουβάλα. Τον καθένα τον βλέπεις με άλλον τρόπο. Τα κομμάτια της Νέας Υόρκης που είναι ασπρόμαυρα τα φιλμάραμε, δεν είναι παλιά. Αλλά είχα στο μυαλό μου ότι αυτά, όταν έρθει η ώρα της κόπιας, θα τα κάνω όπως όταν τυπώναμε στο χέρι φωτογραφίες σε μεταλλική βάση, μια τάση της δεκαετίας του ’80 που τυπωνόταν η φωτογραφία σε μέταλλο και είχε μια διαφορετική αίσθηση. Μελέτησα πολύ τη δουλειά του Καρλ-Χιούγκο Σμολτς που έκανε αρχιτεκτονική φωτογραφία και άντλησα υλικό που με τροφοδότητσε από τις φωτογραφίες που τραβούσε τη δεκαετία του 1940 στη Γερμανία. Είχαμε και τα έγχρωμα αρχειακά κομμάτια, που με πολλή δουλειά έδεσαν ακόμα και με εικόνες από το ΑΙ για να έχουμε το τελικό χρώμα της ταινίας».
Η παραγωγή ανήκει στην εταιρεία Smiling Sketches, με την υποστήριξη της Ελληνικής Δημόσιας Τηλεόρασης (ΕΡΤ) και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚΟΜΕΔ). Το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας και ο δήμος Αμοργού, γενέθλιος τόπος του Κατσαρού, αναγνωρίζοντας τη σημασία της προσπάθειας, έθεσαν το έργο υπό την αιγίδα τους.
Το ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα» («Οnce upon a time I reached America») θα προβληθεί στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στις 13 Μαρτίου 2026.