Στο ετήσιο ραντεβού της Berlinale, ποτέ δεν χάνω ευκαιρία να δω ταινία στο Zoo Palast: αντίπαλο δέος του Babylon Kino, του βλοσυρού, «ανατολικού» μνημείου της Νέας Αντικειμενικότητας, το Zoo Palast του πάλαι ποτέ δυτικού τομέα καθηλώνει με την ιστορία του, τις πρεμιέρες που ξεκίνησαν από τη «Μαντάμ Ντι Μπαρί», συνεχίστηκαν με το «Γκόλεμ» και τον «Θρίαμβο της Θέλησης», και δημιούργησαν σκάνδαλο με τη διακοπή του αντικαθεστωτικού «Δόκτορος Μαμπούζε» από τους ναζί. Χτίστηκε ως Broadway της πόλης, καταστράφηκε και αναπλάστηκε στη δεκαετία του ’50, μέχρι τη σχετικά πρόσφατη ανακαίνισή του και, εκτός από το σημείο που βρίσκεται (απέναντι από την Kaiser Wilhelm Memorial Church και δίπλα στον ζωολογικό κήπο), διαθέτει μια από τις κομψότερες αυλαίες-καταρράκτη, και 800 υπερ-άνετα καθίσματα, σε ένα από τα οποία έμεινα άναυδος όταν είδα για πρώτη φορά τον «Δεσμώτη του Ιλίγγου» του Χίτσκοκ, στην πρώτη remastered, απαστράπτουσα επανέκδοσή του σε φιλμ 70mm το 1997, προτού το φεστιβάλ μετακομίσει οριστικά στην Potsdamer Platz – ήταν το βάπτισμά μου στην Berlinale, και με τι ταινία!
Φέτος βρήκα ένα εισιτήριο-δώρο για το «Sandiwara», τη μικρού μήκους επιστροφή του Σον Μπέικερ στο σινεμά μετά τα 4 Όσκαρ του για την «Ανόρα». Ο σκηνοθέτης ήταν παρών και προλόγισε λακωνικά τη νόστιμη παραγγελία που ανέλαβε να γυρίσει με iPhone, κυρίως για να καλωσορίσει την πρωταγωνίστριά του, τη Μισέλ Γέο, η οποία υποδύεται πέντε ρόλους μέσα σε 11 λεπτά και σε πάτριο έδαφος, με ένα σενάριο που ξαναγράφτηκε για να προσαρμοστεί στη μαλαισιανή πραγματικότητα – ένας φόρος τιμής στη food κουλτούρα της χώρας αλλά και στον γυναικείο ψυχισμό, με ένα ζωηρό, διεισδυτικό, αν και φευγαλέο βλέμμα.
Οι εποχές έχουν αλλάξει, το φεστιβάλ έπαψε να είναι φιλοαμερικανικό, αλλά η μετά-wall Berlinale, που όντως δεν έχει περιορίσει όλες τις φωνές διαμαρτυρίας, ζορίζεται με το φλέγον ζήτημα της επικαιρότητας, σαν να έχει δοθεί άνωθεν μια σιωπηλή ντιρεκτίβα αποχής.
Η Γέο εξέφρασε τη χαρά της για το project αλλά και τη σχετική δυσκολία ενός γρήγορα μονταρισμένου έργου σε guerilla συνθήκες. Τίποτε όμως δεν συγκρίνεται με τον χαοτικό θρίαμβο του «Τα Πάντα Όλα», της ταινίας για την οποία πήρε Όσκαρ, του λαμπερού διαμαντιού μιας ξεχωριστής καριέρας, το οποίο και προβλήθηκε αμέσως μετά το «Sandiwara» και ένα μικρό ενδιάμεσο Q&A. Για τη μοναδική παρουσία της στον σύγχρονο κινηματογράφο, η συγκινημένη Γέο, «τίγρης και δράκος» του wuxia και δευτεραγωνίστρια του πρόσφατου «Wicked», τιμήθηκε με τον ειδικό Χρυσό Λέοντα και πάλι σε πρόλογο του Μπέικερ το αμέσως προηγούμενο βράδυ, και, με την ελπίδα πως έκανε τη διαφορά για τους/τις ηθοποιούς που της μοιάζουν, απευθύνθηκε στα νέα παιδιά που ίσως πιστεύουν πως δεν γίνονται θαύματα και τα ενθάρρυνε να υιοθετήσουν τη δική της μαχητική επιμονή για να τα καταφέρουν.
Εντός διαγωνιστικού προγράμματος, το «Nightborn» της Χάνα Μπέργκχολμ με τη Σέιντι Χάαρλα από το υπέροχο «Compartment No 6» είναι μια φινλανδική και πολύ γυναικεία υπόθεση, με εμβόλιμο επισκέπτη τον Ρούπερτ Γκριντ (ναι, τον Ρον Γουίζλι από το «Χάρι Πότερ» που αρίστευσε στο «Servant»), σύζυγο της Σάγκα, με την οποία αποφασίζει να ζήσει σε ένα μαγεμένο δάσος και να μεγαλώσουν το ασυνήθιστα ανεπτυγμένο, εχθρικά γκρινιάρικο, αιμοδιψές αγοράκι τους, τον έντονης τριχοφυΐας Κούρα! Εκτός από το φετινό «Πέθανε, αγάπη μου», είδαμε το «Αν είχα πόδια θα σε κλωτσούσα» της Μέρι Μπρονστάιν, αλλά και το επίσης ενδιαφέρον «Mother’s Baby» της Γιοχάνα Μόντερ, με τον μεταφορικό χειρισμό της επιλόχειας κατάθλιψης και την εφευρετική απομυθοποίηση του ομφάλιου δεσμού της μητέρας με το παιδί. Η Χάαρλα απλικάρει τις λαϊκές δοξασίες των τρολ της φύσης σε έναν οικογενειακό εφιάλτη που βολεύεται στον συμβολισμό και αναδεικνύει με γεωμετρική πρόοδο την αδυναμία της Φινλανδής σκηνοθέτιδος να δουλέψει με συνέπεια πάνω στο horror, να μας τρομάξει πραγματικά, πέρα από τις weird πινελιές.
Εκείνη που σνομπάρει εντελώς το είδος που εννοεί απόλυτα ο τίτλος της ταινίας που έφερε στην Berlinale είναι η Ούλρικε Ότινγκερ, η 83χρονη κουίρ φεμινίστρια-παρένθεση στον νέο γερμανικό κινηματογράφο, που υπηρετεί ένα αντισυμβατικό, συχνά αβανγκάρντ σινεμά, πέρα από τις νόρμες του ανεξάρτητου και βεβαίως τις γραμμικές αφηγηματικές προσδοκίες. Το «Blood Countess» διασκευάζει ελεύθερα την αληθινή ιστορία της κόμισσας Ελίζαμπεθ του ουγγρικού οίκου των Μπάτορι, καθώς διασχίζει τον χρόνο ποινικά ανενόχλητη για τις αποτρόπαιες πράξεις της – διαβόητη serial killer, με προτίμηση στο φρέσκο αίμα παρθένων κοριτσιών, αν και, στα δύσκολα, κάθε λαιμός ευπρόσδεκτος! Στη μεσοπολεμική Βιέννη, η Ιζαμπέλ Ιπέρ αναδύεται αγέρωχα από τους υπονόμους του «Τρίτου Ανθρώπου» φορώντας βελούδο Βουργουνδίας και φτάνει αργά και βασανιστικά σε ένα ξενοδοχείο όπου την περιμένουν ένας ειδικός βαμπιρολόγος, ένας ψιλογελοίος ψυχοθεραπευτής και μια δουλική καμαριέρα για να της σερβίρει ωμό κρέας και να καταστρώσουν τα πλάνα μιας μεγάλης βαμπιρικής θυσίας, μιας λαμπρής δεξίωσης την οποία απειλούν να χαλάσουν ένας χορτοφάγος απόγονός της και ο φόβος μήπως χυθούν πάνω στις σελίδες ενός μυστηριώδους βιβλίου ειλικρινή δάκρυα, ικανά να σπάσουν τον υπεραιωνόβιο φονικό κύκλο της αθανασίας.
Ως ηγερία των απέθαντων, η Ιπέρ φαίνεται να διασκεδάζει τη μαύρη σάτιρα της κοινωνικής φαυλότητας με τους απόηχους του Φρόιντ και του Χίτλερ, αλλά αυτή η θολή, στατική, ανιαρά υπερ-διαλογική κινηματογραφική νύξη στη γυναικεία ενδυνάμωση, σε σπάνια σεναριακή συνεισφορά της Αυστριακής νομπελίστριας Ελφρίντε Γέλινεκ (είχε έμμεσα διασταυρωθεί και στο παρελθόν με την Ιπέρ, ως συγγραφέας της «Δασκάλας του πιάνου»), αποτυγχάνει να συμφιλιωθεί με το μεγαλόπνοο concept της, το αριστοκρατικό περιβάλλον και το μακάβριο χιούμορ που επιχειρεί. Ωστόσο, η σταρ του γαλλικού σινεμά κυριαρχεί σε ένα ετερόκλητο καστ με μακάρια περιφρόνηση, μίνιμουμ χορογραφία μέσα στα βαρύτιμα φορέματα, καθώς και με την ιδέα ενός παντοδύναμου βρικόλακα άπιαστης τελειότητας και σαρδόνιας ευγένειας προς τους αναλώσιμους υποτακτικούς της – άτυπη απάντηση στον εφάμιλλης ψυχρότητας, παραμυθένιο «Πύργο του Πάγου» που παρουσίασαν πέρυσι στο ίδιο φεστιβάλ η Λουσίλ Χατζιχαλίλοβιτς και η Μαριόν Κοτιγιάρ.
Κι ενώ η Ιπέρ πάντα υπερβαίνει τις δυσκολίες με χαρακτηριστική άνεση, αποφεύγοντας τις παγίδες ως άλλη αυτοκράτειρα, η Πολωνή παραγωγός και μέλος της κριτικής επιτροπής Έβα Πουσίνσκα στριμώχτηκε κανονικά όταν ένας δημοσιογράφος ζήτησε επιτακτικά την άποψή της για την απουσία πολιτικής δέσμευσης του φεστιβάλ για τον πόλεμο στη Γάζα, θεωρώντας πως «η Berlinale δεν συμβαίνει εν κενώ, αλλά ιστορικά έχει συμπαρασταθεί στους δοκιμαζόμενους λαούς του Ιράν και της Ουκρανίας». «Είναι άδικο», διαμαρτυρήθηκε ευγενικά η Πουσίνσκα, λέγοντας πως πόλεμοι και γενοκτονίες γίνονται και σε άλλες χώρες και διαχωρίζοντας το εκλογικό της δικαίωμα από την επαγγελματική της ιδιότητα. Σε έναν ιπποτικό(;) ελιγμό για να σώσει τη συνάδελφό του, ο Βιμ Βέντερς παρενέβη συμπληρώνοντας: «Οφείλουμε να απέχουμε από την πολιτική. Είμαστε το αντίβαρο και το αντίθετο της πολιτικής, πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι των πολιτικών». Νιώθοντας πως βγήκε από τη δεινή θέση, η ευγνώμων παραγωγός συμφώνησε και τον ευχαρίστησε.
Η κατάσταση, ωστόσο, είναι πολύ πιο μπλεγμένη από τη διπλωματική υπεκφυγή του Βέντερς και τη διστακτικότητα των μελών της κριτικής επιτροπής, ή και άλλων που δεν επιθυμούν να εκφράσουν πολιτική άποψη, όπως για παράδειγμα η Γέο η οποία, όταν ρωτήθηκε σχετικά, αρνήθηκε να μιλήσει για οτιδήποτε δεν είχε σχέση με την καριέρα της και τη βράβευση στην Berlinale, κάτι που έκανε και ο Νιλ Πάτρικ Χάρις, πρωταγωνιστής του «Sunny Dancer», σε ερώτηση για την τέχνη και τον φασισμό. Η γερμανική κυβέρνηση έχει στηρίξει ανοιχτά το Ισραήλ στον πρόσφατο πόλεμο. Οι ισορροπίες του μεγαλύτερου φεστιβάλ της χώρας παραμένουν λεπτές, αφού εξαρτάται απολύτως από την κρατική επιχορήγηση και, ας μη ξεχνάμε, είχε σχεδιαστεί εξαρχής έτσι ώστε να περιλαμβάνει μυθοπλασία και τεκμηρίωση με έντονες αναφορές στο Ολοκαύτωμα και στον ισοπεδωτικό ρόλο του ναζισμού στον πολιτιστικό και κοινωνικό ιστό, κάτι σαν διδακτική υπενθύμιση μιας βαρύτατης ιστορικής αμαρτίας συνυφασμένη με τον κορυφαίο κινηματογραφικό θεσμό της χώρας, που αμέσως μετά τον πόλεμο στηρίχθηκε εκτεταμένα από το Χόλιγουντ και τους σταρ των στούντιο.
Οι εποχές έχουν αλλάξει, το φεστιβάλ έπαψε να είναι φιλοαμερικανικό, αλλά η μετά-wall Berlinale, που όντως δεν έχει περιορίσει όλες τις φωνές διαμαρτυρίας, ζορίζεται με το φλέγον ζήτημα της επικαιρότητας, σαν να έχει δοθεί άνωθεν μια σιωπηλή ντιρεκτίβα αποχής. Η αντίδραση ήταν άμεση και ήρθε από 81 καλλιτέχνες, παράγοντες και δημοσιογράφους, ανάμεσα στους οποίους η Τίλντα Σουίντον, ο Φερνάντο Μεϊρέγιες, ο Χαβιέρ Μπαρδέμ, ο Άνταμ ΜακΚέι και αρκετοί Έλληνες, που έστειλαν ανοιχτή επιστολή στο φεστιβάλ, καλώντας το να άρει κάθε απόπειρα λογοκρισίας, να καταδικάσει χωρίς περιστροφές το Ισραήλ και τη βία προς τους άμαχους Παλαιστίνιους και να υπερασπιστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως πράττουν όλα τα σύγχρονα φεστιβάλ.
Η Τρίσια Τατλ, Αμερικανίδα καλλιτεχνική διευθύντρια της Berlinale εδώ και λίγα χρόνια, θυμήθηκε περιστάσεις στις οποίες διαγωνιζόμενοι και μη είπαν αυτό που πιστεύουν και αρνήθηκε οποιοδήποτε θεσμικό ψαλίδισμα ελεύθερης έκφρασης, επισημαίνοντας την αμηχανία πολλών συμμετεχόντων όταν αναγκάζονται να ικανοποιήσουν τις δημοσιογραφικές ερωτήσεις πολιτικού περιεχομένου, κυρίως σε συνεντεύξεις Τύπου. Η βραβευμένη συγγραφέας Αρουντάτι Ρόι ακύρωσε την επικείμενη άφιξή της στο Βερολίνο, επειδή «της έπεσε το σαγόνι» ακούγοντας τις αναίσθητες, όπως τις αποκάλεσε, δηλώσεις του Βιμ Βέντερς.
Είναι νωπό το ιδιοσυγκρασιακό, χωρίς αφορμή ξέσπασμα του Κουέντιν Ταραντίνο κατά του Πολ Ντέινο, που τον χαρακτήρισε τον αδύναμο κρίκο στο, εξαιτίας του σχεδόν, αριστουργηματικό «Θα Χυθεί Αίμα», γεγονός που προκάλεσε τσουνάμι συμπάθειας προς το πρόσωπο του ηθοποιού και χολή ακυρωτικής απόχρωσης εναντίον του αθυρόστομου σκηνοθέτη. Άλλη όμως η αγένεια, ή το δικαίωμα στο τραχιά εκφρασμένο γούστο, και εντελώς διαφορετική η εκούσια πολιτική ουδετερότητα του Βέντερς. Συχνά διαχωρίζουμε στις μεταξύ μας κουβέντες το έργο από τον άνθρωπο, τις θέσεις τους από τις ταινίες τους, τις όποιες απερίσκεπτες δηλώσεις (ειδικά αν είναι high…) από την αξέχαστη καλλιτεχνική παρακαταθήκη τους, που στο κάτω-κάτω εμπλέκει πολλούς ακόμη καλλιτέχνες, που θα ήταν άδικο να βυθιστούν αύτανδροι από τη στάση του ενός. Ο Ταραντίνο παραμένει και φαφλατάς και ιδιοφυής, αλλά ποτέ δεν διεκδίκησε αρχηγικό πόστο, παρά μόνο κρίση και κριτική, χώρο για τις σινεφίλ προτιμήσεις του και χρόνο για την πολυλογάδικη πάρτη του. Ο Βέντερς είναι σκηνοθέτης εγνωσμένης αξίας και συχνά πρόθυμος «πρόεδρος» που στην Berlinale είπε πως «οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά όχι με πολιτικό τρόπο». Άτοπο και ανιστόρητο το σχόλιο – ίσως θα ήταν καλύτερο να αποφύγει οποιαδήποτε δήλωση, και ειδικά αυτήν, που αυτοαναφλέγεται σαν το μήνυμα στις «Επικίνδυνες Αποστολές», αν υποθέσουμε πως επιθυμούσε να ζουμάρει στο περιεχόμενο των ταινιών, να αφήσει την ετυμηγορία της κριτικής επιτροπής να μιλήσει από μόνη της και το σκεπτικό της τελικής απόφασης να συμπληρώσει την κρίση του.
Η αδικία είναι ότι λίγες ημέρες μετά το ανέφελο, εναλλακτικά χολιγουντιανό ξεκίνημα με το ντουέτο των Γέο - Μπέικερ και τις παρουσίες στο κόκκινο χαλί της Ντούα Λίπα με τον Κάλουμ Τέρνερ, η επικοινωνιακή διελκυστίνδα ανάμεσα στο φεστιβάλ και τον έξω κόσμο επισκίασε την ομοβροντία εγκωμίων για την πάντα αξιοπρόσεχτη Σάντρα Χιούλερ στο δράμα «Rose» του Αυστριακού Μάρκους Σλάιντσερ. Η νικήτρια της Αργυρής Άρκτου για την ερμηνεία της πριν από 20 χρόνια, πρωταγωνίστρια του «Τόνι Έρντμαν» και της «Ζώνης Ενδιαφέροντος», υποψήφια για Όσκαρ στην «Ανατομία μιας πτώσης» και σύντομα δίπλα στον Ράιαν Γκόσλινγκ στο αγγλόφωνο ντεμπούτο της, «Project Hail Mary», κορυφαία Γερμανίδα ηθοποιός, υποδύεται έναν στρατιώτη στη Γερμανία του 17ου αιώνα που κρύβει το φύλο του και διεκδικεί περιουσία σε μια κλειστή και καχύποπτη κοινότητα. Μαζί με το «Yellow Letters» και το «Dao», το «Rose» ξεχώρισε κατά την πρώτη εβδομάδα της 76ης Berlinale.