Σε αυτό το επεισόδιο ο Μιχάλης Μπλέτσας μιλάει για την κυβερνοασφάλεια που αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της δημοκρατίας, αλλά αυτό δεν έχει γίνει αντιληπτό από την πολιτεία και το πολιτικό προσωπικό στον βαθμό που θα έπρεπε. Εξηγεί τον πολυεπίπεδο ρόλο της Αρχής, από τη συνεχή παρακολούθηση και ανάλυση απειλών, την έκδοση οδηγιών και τη διαχείριση περιστατικών μέχρι τη σύνθεση δεδομένων από πολλές πηγές ώστε να εντοπίζονται ευρύτερα μοτίβα κακόβουλων ενεργειών που συχνά εξυπηρετούν στρατηγικούς και όχι απλώς τεχνικούς στόχους.

 

Κυρίαρχη απειλή παραμένουν οι επιθέσεις ransomware, οι οποίες πλήττουν επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς, «κλειδώνοντας» συστήματα και δεδομένα με αντάλλαγμα λύτρα, συνήθως σε κρυπτονομίσματα. Οι ομάδες πίσω από αυτές τις επιθέσεις είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, εξαιρετικά οργανωμένες και διεθνείς, με φυσικές βάσεις στο εξωτερικό. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί διεθνή συνεργασία, όπως έδειξε χαρακτηριστικά η υπόθεση σύλληψης βασικού στελέχους μεγάλης σπείρας στην Ελλάδα έπειτα από κοινή επιχείρηση της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος με τη Europol και άλλες ευρωπαϊκές αρχές. Σημειώνει, πάντως, ότι δεν έχουν εντοπιστεί σημαντικές ελληνικές σπείρες ransomware.

 

Αναφερόμενος στον πόλεμο στην Ουκρανία, μιλάει για ένα «εργαστήριο» σύγχρονου πολέμου με εκτεταμένη χρήση αυτόνομων και τηλεχειριζόμενων συστημάτων, όπως τα drones, αλλά και με τεράστια επένδυση στην κυβερνοάμυνα, καθώς η αντίστοιχη ουκρανική αρχή διαθέτει χιλιάδες στελέχη, σε πλήρη αντίθεση με τα περιορισμένα μεγέθη της χώρας μας. «Νομίζω ότι ο πόλεμος αυτός θα μελετηθεί πάρα πάρα πολύ και φαίνεται αυτό, διότι ενώ εγώ έχω 100 άτομα, ας πούμε, στην Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, η αντίστοιχη αρχή της Ουκρανίας έχει 7.000», αναφέρει. 

 

Ο Μιχάλης Μπλέτσας εκφράζει την έντονη ανησυχία του για τη χειραγώγηση των ψηφοφόρων. Αν και θεωρεί τη νοθεία της εκλογικής διαδικασίας τεχνικά πολύ δύσκολη έως αδύνατη, χαρακτηρίζει «πανεύκολη» τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η παραπληροφόρηση, η δημιουργία «παράλληλων πραγματικοτήτων» και η απώλεια εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης καθιστούν, όπως λέει, τη στόχευση και την επιρροή των πολιτών εξαιρετικά αποτελεσματική. «Δυστυχώς, έχουμε συνηθίσει να παίρνουμε την πληροφόρησή μας και να διαμορφώνουμε την άποψή μας σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία δημιουργούν πολλές παράλληλες πραγματικότητες, πολλά παράλληλα σύμπαντα. Έχουμε χάσει την έννοια του δεδομένου, του τι είναι αληθινό. Ο καθένας θεωρεί ότι αυτό που του λένε οι φίλοι του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η αλήθεια», λέει.

 

Παραδέχεται ότι η θέση του διοικητή της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας αποδείχθηκε μεγαλύτερη πρόκληση απ’ όσο περίμενε. «Δεν μου την είχαν περιγράψει σωστά. Η μεγάλη αυταπάτη που είχα όταν ξεκίνησα ήταν ότι πίστευα πως θα υπάρχει ένα οργανωτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα μπορέσω να λειτουργήσω και να χρησιμοποιήσω κυρίως τις τεχνολογικές μου γνώσεις» αναφέρει, ενώ διαπίστωσε ότι ακόμη και με πολιτική στήριξη από τον αρμόδιο υπουργό, οι αλλαγές δεν έρχονται εύκολα. Δηλώνει, ωστόσο, αποφασισμένος να μην αλλάξει τον τρόπο διοίκησής του.

 

Δηλώνει επίσης ότι η Ελλάδα σήμερα δεν αποτελεί μεγάλο στόχο κυβερνοεπιθέσεων, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ουκρανία. Αναγνωρίζει όμως ότι υφίσταται δραστηριότητα (επιθέσεις, απόπειρες διείσδυσης, κατασκοπεία, probes σε συστήματα) από ομάδες οι οποίες συνδέονται με ξένες χώρες, μεταξύ άλλων από Τουρκία, Ρωσία και Κίνα, επισημαίνοντας ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις είναι συχνά πιο «κομψές» (πιο αθόρυβες, πιο στοχευμένες), αν και όχι πάντα λιγότερο επικίνδυνες.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν