ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΩΝ της ποιήτριας και μυθιστοριογράφου Ρέιτσελ Ελίζα Γκρίφιθς έχει τίτλο «The Flower Bearers» και μοιάζει με ανοιχτή πληγή. Αρχικά, μας συστήνεται ως μια ευαίσθητη 42χρονη γυναίκα την παραμονή του γάμου της με τον συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι, γράφοντας ότι εκείνη την εποχή ήθελε «να εκτίθεται και να βυθίζεται στο όνομα ενός έρωτα που ήταν τόσο θαυμάσιος όσο ο έρωτας για τις λέξεις και την ίδια τη ζωή που μοιραζόμασταν και οι δύο». Εκστασιασμένη, διακηρύσσει: «Ναι! Είμαι ερωτευμένη – ξανά». Στην εναρκτήρια σκηνή του βιβλίου, η Γκρίφιθς απολαμβάνει τις προετοιμασίες του γάμου της. «Όταν ψιθυρίζω ότι είμαι ευτυχισμένη σήμερα», γράφει, «όταν μουρμουρίζω ότι τίποτα δεν μπορεί να μας βλάψει, πιστεύω ανοήτως τον εαυτό μου».
Η Γκρίφιθς αφηγείται ότι για τα επόμενα δύο χρόνια ήταν αποτρελαμένη, «παγιδευμένη μεταξύ του πένθους για τη φίλη μου και του τραύματος της απόπειρας δολοφονίας του συζύγου μου», και ανίκανη να προχωρήσει.
Η Γκρίφιθς και ο Ρούσντι είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά πριν από πέντε χρόνια σχεδόν, το 2017, σε ένα λογοτεχνικό σουαρέ στο Μανχάταν, και η έλξη μεταξύ τους ήταν άμεση. Λίγα λεπτά μετά την έναρξη της συνομιλίας τους, εκείνος της πρότεινε να μεταφερθούν στη βεράντα, όπου θα μπορούσαν να μιλήσουν πιο άνετα. Καθώς έβγαιναν όμως, ο Ρούσντι, αφηρημένος, «έπεσε πάνω με μια τεράστια γυάλινη πόρτα», θυμάται η Γκρίφιθς. «Χτύπησε στο γυαλί με όλη του τη δύναμη και έπεσε αμέσως στο πάτωμα. Έμεινε ξαπλωμένος εκεί· αίμα έτρεχε από τη μύτη του, τα γυαλιά του ήταν σπασμένα και ελιχε ένα μεγάλο καρούμπαλο στο κεφάλι του». Σοκαρισμένος και ντροπιασμένος, αλλά χωρίς σοβαρό τραυματισμό, ο Ρούσντι επιχείρησε να φύγει βιαστικά, αλλά η Γκρίφιθς επέμεινε να τον συνοδεύσει στο διαμέρισμά του που ήταν κοντά. Εκεί, αφού του έβαλε μια παγοκύστη στο κεφάλι, πέρασαν τη νύχτα συζητώντας και γελώντας μέχρι να βγει ο ήλιος.
Εκείνη την εποχή, η Γκρίφιθς ήταν μια επίδοξη ποιήτρια και εικαστικός που αγωνιζόταν να τα βγάλει πέρα και βασανιζόταν από το άγχος και την ψυχική ασθένεια. Στο βιβλίο γράφει ότι τη βασάνιζαν «εναλλακτικές προσωπικότητες» – φωνές και οράματα που τη στοίχειωναν από την παιδική της ηλικία. Στις δεκαετίες ανάμεσα στα 20 και τα 40 της χρόνια, είχε νοσηλευτεί πολλές φορές μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας και άλλα περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού. Αντιστεκόταν στην αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας λόγω ντροπής και της αντίληψης ότι «η ψυχοθεραπεία είναι για προνομιούχους λευκούς», μετά τα 30 όμως άρχισε να επισκέπτεται τακτικά έναν ψυχοθεραπευτή και τελικά διαγνώστηκε με διαταραχή αποσχιστικής ταυτότητας.
Η πρώτη φίλη στην οποία αποκάλυψε τη διάγνωση ήταν η Καμίλα Άισα Μουν, μια συνάδελφός της ποιήτρια, την οποία είχε γνωρίσει στο μεταπτυχιακό της, και έγινε, όπως γράφει, αδελφή της από επιλογή. Όταν άλλοι αποθάρρυναν την Γκρίφιθς από το γράψιμο, η Μουν ήταν εκείνη που πάντα την ενθάρρυνε: «Εστίασα στα λόγια της Άισα όπως θα εστίαζα σε έναν φάρο», θυμάται. Σε ένα mail έγραψε στη Μουν: «Όταν σε σκέφτομαι, ό,τι είναι καλό μέσα μου ακτινοβολεί».
Τη νύχτα πριν από τον γάμο της με τον Ρούσντι, που θα γινόταν στην πόλη της, το Γουίλμινγκτον του Ντέλαγουερ, η Γκρίφιθς έστειλε μήνυμα στη φίλη της, ρωτώντας τη γιατί δεν είχε φτάσει ακόμα. Η κλήση βγήκε στον τηλεφωνητή. Φοβήθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αν και ήξερε ότι η Μουν συχνά ξεχνούσε να φορτίσει το κινητό της. Η Γκρίφιθς κοιμήθηκε ανήσυχη, αλλά ξημέρωσε και ο γάμος έγινε. Μετά το πέρας της τελετής η Γκρίφιθς ανησυχούσε όλο και περισσότερο για τη Μουν. Σ’ αυτό το σημείο, η ιστορία παίρνει την πρώτη από τις πολλές τραγικές τροπές: η Γκρίφιθς πληροφορήθηκε ότι η Μουν είχε πεθάνει. «Ουρλιάζω, δεν ξέρω για πόσο καιρό ουρλιάζω, μέχρι που πνίγομαι από τον αέρα που είναι πολύ αραιός στα πνευμόνια μου για να κρατήσει τις κραυγές μου», γράφει η Γκρίφιθς. «Ακόμα δεν γνωρίζω ότι δεν θα μάθω ποτέ την αιτία του θανάτου της Άισα».
Στη διάρκεια της επόμενης χρονιάς, γράφει, «η μόνη σανίδα σωτηρίας που έχω είναι ο γάμος μου με τον Σαλμάν». Αλλά αυτή η σανίδα σωτηρίας δεν καταφέρνει να τη σώσει. Το 2022, ενώ εκείνη βρισκόταν στο σπίτι τους στο Μανχάταν κι εκείνος ήταν βόρεια για μια ομιλία στο Ίδρυμα Chautauqua, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από μια φίλη της: «Η φωνή της είναι σπασμένη, παράξενη. Τότε αρχίζει ξαφνικά να κλαίει. Την ακούω να λέει το όνομα του συζύγου μου».
Ο αναγνώστης, φυσικά, περιμένει με τρόμο τη στιγμή που η Γκρίφιθς μαθαίνει ότι ένας άντρας επιτέθηκε στον Ρούσντι με μαχαίρι, τυφλώνοντάς τον στο ένα μάτι και σχεδόν σκοτώνοντάς τον. Στο νοσοκομείο, γράφει, «ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο έντονα την αίσθηση του θανάτου να πλησιάζει». Βρήκε όμως το σθένος να μην επιτρέψει στον θάνατο να μπει στο δωμάτιο. «Η αγάπη είναι μια δύναμη, τόσο πραγματική όσο το μαχαίρι, αλλά βαθύτερη από τις μαχαιριές».
Η Γκρίφιθς αφηγείται ότι για τα επόμενα δύο χρόνια ήταν αποτρελαμένη, «παγιδευμένη μεταξύ του πένθους για τη φίλη μου και του τραύματος της απόπειρας δολοφονίας του συζύγου μου», και ανίκανη να προχωρήσει. «Κάθε πρωί φιλάω το πρόσωπο του συζύγου μου, κοιτάζοντας τον μαυρισμένο φακό των γυαλιών που φοράει. Λέω στον εαυτό μου ότι θα "συνηθίσω" το νέο του πρόσωπο. Αλλά ποτέ δεν θα το συνηθίσω, ούτε κι αυτός», γράφει. «Θέλω να του υποσχεθώ ότι κανείς δεν θα τον πληγώσει ξανά, αλλά ξέρω ότι αυτό είναι ψέμα».
Υπάρχουν στιγμές σε αυτά τα απομνημονεύματα που είναι σχεδόν αβάσταχτες, καθώς η Γκρίφιθς επανέρχεται στη σπειροειδή πτώση που βίωνε καθώς η θλίψη και ο φόβος της αυξάνονταν. Το βιβλίο της είναι μια προσπάθεια να βαδίσει προς την αλήθεια και, ίσως, να απομακρυνθεί από τη θλίψη. «Ένα πρωί, ανοίγω ένα καινούργιο ημερολόγιο. Παίρνω μια ανάσα και προσπαθώ να σπάσω τη σιωπή», θυμάται. «Αρχίζω να γράφω».
Με στοιχεία από τη «Washington Post»