Γιατί τόσος νέος κόσμος ενδιαφέρεται για το σινεμά του Αντρέι Ταρκόφσκι;

Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα Facebook Twitter
Αναρωτιέται κανείς αν ενδιαφέρει το σημερινό κοινό ο Αντρέι Ταρκόφσκι;
0


ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΛΛΕΣ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΜΑΣ
 τα πρώτα χρόνια του διαδικτύου ήταν η αισιοδοξία μας για την άνθιση της διαλεκτικής: Δεν μπορεί, τώρα που είμαστε όλοι συνδεδεμένοι, θα μεταβολίζουμε πιο ουσιαστικά την κάθε πληροφορία, θα πηγαίνουμε παρακάτω όλοι μαζί. Αντ’ αυτού, ο κυρίαρχος ιντερνετικός λόγος σήμερα περισσότερο φράζει παρά ανοίγει έναν τέτοιο δρόμο στον δημόσιο διάλογο, όπου το εκάστοτε «γεγονός» (κοινωνικό, πολιτικό, καλλιτεχνικό) κρίνεται στη στιγμή, σε δυο λέξεις ή ένα meme. Από αυτή την πρακτική δεν γλίτωσαν ούτε οι μεγάλοι των τεχνών, ούτε προφανώς και ο Αντρέι Ταρκόφσκι

Οι κριτικοί τείνουν να χρησιμοποιούν συχνά τον όρο «ταρκοφσκικό» σινεμά, όταν μια ταινία μοιάζει να στοχεύει σε κάτι υπερβατικό, όταν τα πλάνα είναι μεγάλα και ο πραγματικός χρόνος μπερδεύεται κάπου ανάμεσα στο όνειρο και την ανάμνηση. Μοιάζει επιπόλαιη αυτή η χρήση, ομολογουμένως, αλλά με τη σειρά της υποδεικνύει ένα ευρύτερο αισθητικό πεδίο που ορίζεται πέραν της θρησκευτικής πίστης – ένα σινεμά που διακατέχεται από ένα, θα έλεγε κανείς, αγνωστικιστικό μεγαλείο. 

Το να πας λοιπόν από την καρέκλα σου στην ουρά της Ριβιέρας και να στηθείς για να δεις Ταρκόφσκι δεν υποδηλώνει απλώς μια καλλιτεχνική προτίμηση αλλά και μια θέση: Έρχομαι για να διεκδικήσω τον χρόνο μου, τον χρόνο που μου ανήκει, να τον κουμαντάρω όπως θέλω εγώ, για ένα βαθύτερο όφελος που δεν γίνεται να βρεθεί κάπου αλλού, γιατί η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα. 

Μια φιλμογραφία ισχνή: μόλις επτά ταινίες. Επτά ταινίες υπερβατικές, προορισμένες να οδηγήσουν τον θεατή τους σε εμπειρίες πνευματικές, ή και εξωσωματικές, με τον σκηνοθέτη τους να «σμιλεύει τον χρόνο», μπερδεύοντας το τώρα με τη νοσταλγία, τη μνήμη, το όνειρο. Αναρωτιέται κανείς αν ενδιαφέρει το σημερινό κοινό ο Αντρέι Ταρκόφσκι; 2.300 εισιτήρια, που κόπηκαν σε μια εβδομάδα στη Ριβιέρα, στο πιο επιτυχημένο κινηματογραφικό event του καλοκαιριού, αρκούν για να δώσουν μια ηχηρή απάντηση σε εκείνους που δεν έχουν σταματήσει να μιλούν για τον «θάνατο του σινεμά» από τα χρόνια του Covid μέχρι σήμερα. 

Ρίγγα
Η κ. Πέγκυ Ρίγγα

«Ήταν ό,τι πιο μεγάλο έχουμε κάνει», μου λέει από την άλλη άκρη της γραμμής η Πέγκυ Ρίγγα που
διοργάνωσε το Φεστιβάλ σε συνεργασία με την εταιρία διανομής CAROUSEL: «Το πιο εντυπωσιακό ήταν πως ήρθαν πάρα πολλοί πιτσιρικάδες και ο τρόπος που φέρονταν μέσα στην αίθουσα δεν είχε προηγούμενο: Έξω χάβρα, μέσα μια ατμόσφαιρα κατανυκτική, χωρίς κινητά που υψώνονται, χωρίς να σκρολάρει κανείς για να τσεκάρει τα μηνύματά του, 300 άτομα σε απολυτή ησυχία, κάθε βραδιά. Με στεναχωρούσε πολύ που έδιωχνα κόσμο κάθε μέρα, μακάρι η Ριβιέρα να ήταν τριπλάσια για να τους χωρέσει όλους. Η ουρά έφτανε στη Ζωοδόχου Πηγής – και όταν γυρνούσε ανάποδα, κατέληγε στην Μπενάκη».

Κι όμως, στο άκουσμα του ονόματός του, μοιάζει να έρχεται πρώτη στο νου η διαδικτυακή εκδοχή της «περσόνας» του, διαμορφωμένη όχι τόσο από την τρέχουσα κουλτούρα όσο από την επιβεβλημένη ανάγκη υπεραπλούστευσης της πληροφορίας. Γι’ αυτούς που αρκούνται σε μια τέτοια ανάγνωση, για τους περισσότερους δηλαδή, ο Ταρκόφσκι είναι απλά η «μασκότ» των δηθενάδων σινεφίλ, και ως μασκότ μπορούμε πότε να την επευφημούμε και πότε να τη χλευάζουμε. Δεύτερη πλέον έρχεται εκείνη η «ιερή» εκδοχή του Ταρκόφσκι που τη χαρακτήριζε το δέος, και τι άλλο υποδηλώνει το δέος παρά την πλήρη αδυναμία σου να εκφράσεις με δυο λέξεις όλο αυτό που σου συμβαίνει όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με αυτό το αχανές πλέγμα συμβολισμών και ποιητικών συνειρμών κάθε φορά που μια ταινία του Ταρκόφσκι προβάλλεται σε κάποια μεγάλη οθόνη. Και αυτό γιατί, στην εποχή μας, όλα πρέπει να «διαβάζονται» γρήγορα, γιατί εξίσου γρήγορα πρέπει και να καταναλώνονται. Υπάρχει άλλωστε τόσο «content» που περιμένει στη σειρά.

Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα Facebook Twitter
Μια φιλμογραφία ισχνή: μόλις επτά ταινίες. Σκηνή από την ταινία Καθρέφτης

Εδώ προκύπτουν μερικά προβλήματα: Το σινεμά του Αντρέι Ταρκόφσκι δεν μπορεί να καταναλωθεί γρήγορα. Η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών του, άλλωστε, αγγίζει ή και ξεπερνά τις τρεις ώρες. Και μετά; Αυτές οι εικόνες σε έχουν ταρακουνήσει, έχουν σκύψει στα θεμέλια σου, πρέπει να τις κουβεντιάσεις, να τις μεταβολίσεις, να τις επεξεργαστείς. Όλα όσα συζητάμε, βέβαια, είναι «τριχιά» σε σχέση με το πραγματικό πρόβλημα: Αυτές τις ταινίες δεν μπορείς να τις δεις στο σπίτι σου. Χρειάζεσαι τη μεγάλη οθόνη, χρειάζεσαι τους άλλους και, πάνω απ’ όλα, χρειάζεσαι τη συγκέντρωση. Σπίτι δεν θα τις δεις ποτέ, και το ξέρεις. 

Το να πας λοιπόν από την καρέκλα σου στην ουρά της Ριβιέρας και να στηθείς για να δεις Ταρκόφσκι δεν υποδηλώνει απλώς μια καλλιτεχνική προτίμηση αλλά και μια θέση: Έρχομαι για να διεκδικήσω τον χρόνο μου, τον χρόνο που μου ανήκει, να τον κουμαντάρω όπως θέλω εγώ, για ένα βαθύτερο όφελος που δεν γίνεται να βρεθεί κάπου αλλού, γιατί η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα. 

Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα Facebook Twitter
Σκηνή από την ταινία Στάλκερ

Σημαντικό: Ο κόσμος δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να «κατεβάσει» αυτές τις ταινίες, σε αυτήν τη μορφή, στον υπολογιστή του. H «Ριβιέρα» και Carousel Films ήρθαν σε επαφή με τη ΜΟΣΦΙΛΜ, τη Rai και το Σουηδικό Ινστιτούτο ούτως ώστε να φτάσουν στην Ελλάδα οι προσφάτως αποκατεστημένες κόπιες τους – κάτι που ανέβασε αρκετά τον προϋπολογισμό του όλου εγχειρήματος. Σημειώστε πως οι Ρώσοι δικαιούχοι είχαν έναν λόγο παραπάνω να χρεώσουν τις ταινίες τους ακριβά καθώς, σύμφωνα με τους ίδιους, οι Έλληνες τούς έχουν πεθάνει στην πειρατεία, παίζοντας τις ταινίες τους σε λογής-λογής «αφιερώματα», δίχως κανένα νομικό δικαίωμα (γιατί, σου λέει, ποιος θα μας ψάξει τώρα;). 

Εδώ ανοίγει ένα άλλο ζήτημα: Τι βλέπουμε όταν πηγαίνουμε σινεμά; Κόσμος που είχε δει και ξαναδεί αυτές τις ταινίες έμεινε έκθαμβος με την ποιότητά τους στη Ριβιέρα, που σημαίνει πως είχε συνηθίσει σε κάτι άλλο, δηλαδή σε κατεβασμένα αρχεία φτωχής ανάλυσης – σίγουρα όχι αυτό που περιμένει να δει κάποιος όταν διαβάζει στη μαρκίζα την περίφημη επιγραφή «Σε αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες». 

Άρα, η επιτυχία του αφιερώματος αυτού επιβεβαιώνει πως ο κόσμος έχει μάθει πλέον να αναγνωρίζει τα μερακλίδικα εγχειρήματα και να τα επιβραβεύει. Που θα πει, δεν αρκεί να αντιγράφει κανείς τις ιδέες των άλλων ή να προβάλλει κατεβασμένα blu ray με μεθοδολογίες ξεπέτας για να γεμίσει ένα θερινό, όπου συνήθως οι συνθήκες προβολής είναι άθλιες (πολλά τα παραδείγματα φέτος). 

Θέλει και λίγη ψυχούλα.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Pulp Fiction / «Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη» αναμένεται να σαρώσει στις σημαντικές κατηγορίες των Όσκαρ. Ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα των ταινιών του; Με ποια υλικά έφτιαξε ο Άντερσον το νέο (για πολλούς) αριστούργημά του;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική, τραγική ζωή της όπως ξεδιπλώνεται στη νέα αυτοβιογραφία της

Βιβλίο / Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική, τραγική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Προτού πεθάνει μόνη της σε ένα μπάνιο ξενοδοχείου σε ηλικία 47 ετών, η Τζούντι Γκάρλαντ κληροδότησε στην κόρη μια διά βίου εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και μια τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες.
THE LIFO TEAM
Οι αδελφοί Λιμιέρ ως πρωτοπόροι του σινεμά αλλά και του TikTok

Οθόνες / Οι αδελφοί Λιμιέρ ως πρωτοπόροι του σινεμά αλλά και του TikTok

Ένα νέο ντοκιμαντέρ που κάνει πρεμιέρα στο MoMA της Νέας Υόρκης στο τέλος του μήνα αποκαλύπτει τη συναρπαστική, προφητική και πολυδιάστατη φύση των ταινιών μικρού μήκους των Λιμιέρ στα τέλη του 19ου αιώνα.
THE LIFO TEAM
Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Ντοκιμαντέρ / Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Το ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα» των Αργύρη Θέου και Άγγελου Κοβότσου αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία του Έλληνα μουσικού και παράλληλα την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και συνολικά των Ελλήνων μεταναστών και της ομογένειας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά;

Κρίστοφερ Κινγκ / Ένας «ξένος» ξέρει τα ελληνικά χωριά καλύτερα από εμάς

Στο ντοκιμαντέρ «Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά;» ο Αμερικανός συλλέκτης και ερευνητής Κρίστοφερ Κινγκ διασχίζει το ελληνικό τοπίο απ’ άκρη σ’ άκρη και καταγράφει όσα δεν φτάνουν στις μεγάλες πόλεις. Μαζί με την Κατερίνα Καφεντζή, υπεύθυνη για την έρευνα και την αρχισυνταξία του ντοκιμαντέρ, μίλησαν στη LifO.
M. HULOT
ΕΠΕΞ «Ζούμε ανάμεσά σας»

Οθόνες / Ένα ντοκιμαντέρ για να γίνει ορατή μια νόσος “αόρατη”

H Μαρία Κατσικαδάκου (Cyber) μιλά με ζέση αλλά και χιούμορ για το βιωματικό DIY ντοκιμαντέρ της για τον διαβήτη, του οποίου η πρώτη προβολή θα πραγματοποιηθεί στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
10 επιλογές από το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15/3)

Οθόνες / 10 ταινίες που ξεχωρίσαμε από το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τιμά με Χρυσό Αλέξανδρο τον Μπιλ Μόρισον και τη Βουβούλα Σκούρα, υποδέχεται τη Ζιλιέτ Μπινός και ξεδιπλώνει ένα πλούσιο πρόγραμμα με αφιερώματα, διεθνείς συμμετοχές και δυνατές ιστορίες.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κώστας Μπακιρτζής: «Στα λερωμένα καθίσματα και στους τοίχους του Βίλμα έχουν αποτυπωθεί ιστορίες έρωτα και πάθους»

Οθόνες / «Τα λερωμένα καθίσματα του "Βίλμα" λένε ιστορίες έρωτα και πάθους»

Οι Κώστας Μπακιρτζής και Κωστής Σταμούλης μιλούν για τον τελευταίο κινηματογράφο ερωτικών ταινιών λίγο πριν από την πρεμιέρα της ταινίας «Βίλμα: Το τελευταίο αντίο» στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Η μποέμ ζωή της πρώτης Νύφης του Φρανκενστάιν

Culture / Η μποέμ ζωή της πρώτης Νύφης του Φρανκενστάιν

Παρότι εμφανίστηκε στην οθόνη για λιγότερο από τρία λεπτά, η ερμηνεία της Elsa Lanchester άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του κινηματογραφικού τρόμου, ενώ η ίδια έζησε μια αντισυμβατική, μποέμ ζωή στο Λονδίνο και το Χόλιγουντ του 20ού αιώνα.
THE LIFO TEAM
Οι Callas έφτιαξαν μια DIY οδύσσεια τσέπης

Οθόνες / Η νέα ταινία των The Callas είναι μια DIY οδύσσεια τσέπης

Με την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία τους ο Λάκης και ο Άρης Ιωνάς γύρισαν μια ιστορία γυναικείας αλληλεγγύης, περιέργειας και αγάπης για το «ξένο» με χιούμορ, που ξεπερνά τα όρια της παραδοσιακής αφήγησης.
M. HULOT
Είναι ο Τζιμ Κάρεϊ «σπουδαίος ηθοποιός»;

Οθόνες / Είναι ο Τζιμ Κάρεϊ «σπουδαίος ηθοποιός»;

Οι Γάλλοι δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τον Καναδό ηθοποιό. Το απέδειξαν με ένα εγκάρδιο βραβείο Σεζάρ για την καριέρα του, που συνοδεύτηκε από ενθουσιώδες standing ovation, σε μια σάλα που είχε από Ιζαμπέλ Ιπέρ μέχρι Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»: Το ελληνικό σινεμά στα πάνω του

The Review / «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»: Μια καλή ταινία

Η οδύσσεια μιας νεαρής ταλαντούχας τζουντόκα που προετοιμάζεται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες είναι το θέμα της ταινίας του Γιώργου Γεωργόπουλου που απέσπασε ήδη θετικά σχόλια όπου έχει προβληθεί. Μιλήσαμε για την ταινία με τον σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν οι σταρ προτιμούν Γαλλίδες πίσω απ' τις κάμερες

76η Berlinale / Γιατί οι σταρ προτιμούν Γαλλίδες σκηνοθέτιδες;

Με αφορμή το «Couture», τη νέα ταινία με την Αντζελίνα Τζολί, εντοπίζουμε την τάση Γαλλίδων σκηνοθέτιδων να συνεργάζονται με σταρ του Χόλιγουντ, που αναζητούν μια φρέσκια παρένθεση από το αγγλόφωνο αφήγημα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Από το βιβλίο στην οθόνη»

Οθόνες / Βιβλία που έγιναν ταινίες. Ένα μεγάλο αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Μεγάλοι δημιουργοί όπως οι Όρσον Γουέλς, Φρανσουά Τριφό, Μιχάλης Κακογιάννης, Ζιλ Ντασέν και Κώστας Γαβράς ζωντανεύουν βιβλία των Νίκου Καζαντζάκη, Φραντς Κάφκα, Κοσμά Πολίτη και άλλων σπουδαίων λογοτεχνών.
M. HULOT
Frederick Wiseman (1930-2026 : O σιωπηλός συλλέκτης της κοινωνικής εμπειρίας

Αποχαιρετισμοί / Frederick Wiseman (1930-2026) : O σιωπηλός συλλέκτης της κοινωνικής εμπειρίας

Ήρεμος κριτής των θεσμών και ευαίσθητος παρατηρητής συνηθισμένων ανθρώπων, ο Φρέντερικ Γουάϊζμαν παρέδωσε ένα εντυπωσιακό αρχείο θεμάτων με έμφαση σε οικονομικές και πολιτικές συνισταμένες, ξεκινώντας από το χρονικό ενός φρικαλέου ιδρύματος και ολοκληρώνοντας το έργο του με ένα gourmand εστιατόριο!
THE LIFO TEAM