Λέσια Σλομποντιάν: «Ξέρετε, στην Ελλάδα ήμουν η Αλεξάνδρα για λόγους διευκόλυνσης»

Λέσια Σλομποντιάν, ιδιοκτήτρια Café Bar 67 Facebook Twitter
Ήρθα στην Ελλάδα με την ανάμνηση της Ιλιάδας και, τελικά, βρέθηκα αντιμέτωπη με σκηνές απ’ την Οδύσσεια. Φωτ.: Freddie F./ LIFO
0

Γεννήθηκα στις 29 Μαΐου του 1965 στην πόλη Zalishchyky της βορειοδυτικής Ουκρανίας, κοντά στα σύνορα με τη Μολδαβία. Ο πατέρας μου ασχολούνταν με το εμπόριο, αλλά δυστυχώς τον έχασα σε μικρή ηλικία. Η μητέρα μου εργαζόταν ως διευθύντρια σε ένα εμπορικό κέντρο και είχε υπό την ευθύνη της έναν μεγάλο αριθμό καταστημάτων, χώρους εστίασης και αναψυχής. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν όμορφα αλλά και μετρημένα. Από τη μια η οικογενειακή θαλπωρή και η παιδική αθωότητα και απ’ την άλλη οι συνεχείς διώξεις, η καθημερινή υποταγή και η έλλειψη προσδοκιών, μια πορεία γεμάτη δοκιμασίες. Το όνειρό μου ήταν να σπουδάσω νομικά και να γίνω δικηγόρος. Αλλά, τελικά, λόγω της πολιτικής κατάστασης, αφού δεν πέρασα τους υποχρεωτικούς «ελέγχους» του κράτους, παρά την υψηλή μου βαθμολογία, σπούδασα οικονομικές επιστήμες. Ζούσαμε σε μια κοινωνία αποκλεισμού και απομόνωσης τα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης. Όλα τότε ήταν περιορισμένα. Ένα μικρό λάθος μπορεί να σε έβαζε κατευθείαν στη «μαύρη λίστα». Δυο λέξεις παραπάνω είχε πει ο πατέρας μου για την ανεξαρτησία και θεωρήθηκε πολιτικός κρατούμενος. Από εκείνη την περίοδο θυμάμαι τους ανθρώπους του Κόμματος, την πιστή εφαρμογή των κανόνων, τις ψευδεπίγραφες υποσχέσεις, την καχυποψία, την ηθική διάβρωση και το αβέβαιο μέλλον.

• Όλα άλλαξαν μονομιάς τον Απρίλιο του 1986, μια ημερομηνία-σταθμό για μένα. Η έκρηξη στο Τσερνόμπιλ στοίχειωσε τον τόπο όπου μέναμε και επηρέασε καταλυτικά τις ζωές μας. Τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού σκορπίστηκαν στον αέρα και μεταφέρθηκαν στις γύρω περιοχές με ταχύτατους ρυθμούς. Ο κόσμος τότε δεν ήξερε τι είναι η ραδιενέργεια. Το δηλητηριώδες νέφος απλώθηκε σε μια έκταση χιλιάδων χιλιομέτρων. Μια βροχή στη δική μου πόλη ήταν αρκετή για να μεταφέρει τη ραδιενεργή σκόνη σε ανθρώπους, φυτά και ζώα. Παντρεύτηκα σε μικρή ηλικία, μόλις στα 23 μου. Η κόρη μου, Ολένα, γεννήθηκε έναν χρόνο μετά την έκρηξη του Τσερνόμπιλ, ενώ ο γιος μου, Μπογκντάν, ύστερα από επτά χρόνια.

Η πιο ευχάριστη στιγμή της ζωής μου ήταν όταν πήγα στην Ουκρανία για να φέρω τα παιδιά μου στην Ελλάδα. Η στιγμή που κατέβηκα τη σκάλα του αεροπλάνου, κρατώντας τα σφιχτά από το χέρι. Ήταν η στιγμή που κι εκείνα μου έδειξαν ότι με εμπιστεύονταν. Σφίγγοντας το χέρι μου με ακολούθησαν πιστά σε μια ξένη χώρα, σε έναν νέο προορισμό, σε ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.

• Μόλις συνειδητοποίησα την έκταση όλων όσα είχα συμβεί, αναρωτήθηκα τι έπρεπε να κάνω. Θυμάμαι πολύ έντονα τη μεγάλη αγάπη του πατέρα μου για τον ελληνικό πολιτισμό. Από πολύ νωρίς φρόντισε να μας μάθει την ιστορία της Ελλάδας. Αλλά σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωσή μου έπαιξε ένας καθηγητής μου στο πανεπιστήμιο του Κιέβου και μεταφραστής της Ιλιάδας, μιας βερσιόν για μικρά παιδιά. Αυτό το βιβλίο παραμένει ανεξίτηλο στη μνήμη μου. Την ίδια στιγμή ο πατέρας μου μας εμφύσησε τις αρχές, τις αξίες και το πνεύμα της αρχαίας Σπάρτης. Μας έμαθε, με τον αδελφό μου, τη λιτότητα, το λακωνίζειν, την αυτάρκεια, την επιμονή, τη συνέπεια και την ανεξαρτησία.  

Λέσια Σλομποντιάν, ιδιοκτήτρια Café Bar 67 Facebook Twitter
Μόνο ένας μπορούσε να φύγει, έτσι έφυγα εγώ γιατί ήξερα καλύτερα αγγλικά, με τα παιδιά έμεινε ο πατέρα τους. Δεν τους είπα τον λόγο για τον οποίο έφυγα, ντρεπόμουν. Φωτ.: Freddie F./ LIFO

• Στα 33 μου αποφάσισα να φύγω από την Ουκρανία. Τα ραδιενεργά σωματίδια στον αέρα είχαν προκαλέσει μεγάλη τοξική μόλυνση στην περιοχή. Τα παιδιά μου αρρώσταιναν συνεχώς, ανησυχούσα. Οι γιατροί μάς είχαν πει ότι έπρεπε να αλλάξουμε άμεσα περιβάλλον. Το 1999, δεκατρία χρόνια μετά το καταστροφικό δυστύχημα στο εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας, ήταν η δεύτερη ημερομηνία-σταθμός. Μάζεψα κάποια πράγματα και ξεκίνησα το ταξίδι μου για την Ελλάδα. Δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα από το να αποφασίζεις να αφήσεις τη χώρα σου και μαζί τα παιδιά σου. Ωστόσο, το έκανα γιατί ήθελα να αναζητήσω ένα καλύτερο μέλλον για μένα και γι’ αυτά. Μόνο ένας μπορούσε να φύγει, έτσι έφυγα εγώ γιατί ήξερα καλύτερα αγγλικά, με τα παιδιά έμεινε ο πατέρα τους. Δεν τους είπα τον λόγο για τον οποίο έφυγα, ντρεπόμουν. Τι να τους έλεγα; Ότι χρειαζόμασταν χρήματα; Ότι έπρεπε να πάω να δουλέψω σε μια άλλη χώρα;

• Από το μυαλό μου δεν θα σβήσει ποτέ η ανάμνηση του ταξιδιού προς την Ελλάδα. Θυμάμαι ότι μπήκα στο λεωφορείο μαζί με κάποιες άλλες γυναίκες και η διαδρομή διήρκεσε τρεισήμισι μέρες. Συνεχόμενοι έλεγχοι σε κάθε συνοριακό σταθμό και εμένα να με έχει κυριεύσει ο φόβος ότι θα με γυρίσουν πίσω. Τελικός μας προορισμός, η πλατεία Μεταξουργείου. Μόλις φτάσαμε παρατήρησα ότι όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες ήταν πολύ χαρούμενοι. Αντιθέτως, εμένα με είχε πλημμυρίσει μια τεράστια στενοχώρια. Ξαφνικά, ήμουν άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Ήταν Δεκέμβριος, παραμονές του millennium. Μια νέα χιλιετία θα ανέτειλε σε λίγες μέρες κι εγώ έπρεπε να κάνω μια νέα αρχή. Για δύο ολόκληρες εβδομάδες πήγαινα για πολλές ώρες και καθόμουν σε ένα γραφείο εύρεσης εργασίας. Κάθε μέρα η ίδια αγωνία. Ώρες ατελείωτες με σκυμμένο βλέμμα να περιμένω κάποιος να ενδιαφερθεί για μένα. Έπρεπε να πιάσω δουλειά επειγόντως.      

• Τελικά, η πρώτη μου δουλειά ήταν ως babysitter σε μια καταπληκτική οικογένεια που έμενε στον Διόνυσο. Πόσο τυχερή ήμουν! Είχαν κι εκείνοι δυο παιδιά και από την αρχή φρόντισα να ανταποδώσω την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν. Στους ανθρώπους αυτούς οφείλω πολλά και κυρίως το γεγονός ότι μπόρεσα να φέρω τα παιδιά μου στην Ελλάδα. Όταν πέρασαν κάποιοι μήνες, έβλεπαν ότι ήμουν λυπημένη κι έκλαιγα συνεχώς, επειδή είχα μάθει ότι τα παιδιά μου είχαν αρρωστήσει, είχαν υψηλό πυρετό που δεν έπεφτε και σημαντική πτώση του αιματοκρίτη. Όσα λεφτά μπορούσα να μαζέψω τα έστελνα στους δικούς μου, μαζί με ασφαλή τρόφιμα και φάρμακα, καθώς η ραδιενέργεια τούς είχε διαλύσει. Τότε η οικογένεια στην οποία δούλευα με ρώτησε πόσα παιδιά έχω και όταν τους απάντησα δύο μου είπαν χωρίς δισταγμό: «Και τέσσερα να είχες, το ίδιο θα κάναμε». Μου βγάλανε εισιτήριο, ώστε να μπορέσω να τα φέρω. Για έξι μήνες μέναμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι.

• Αργότερα, για να μη λείψει τίποτα στα παιδιά μου, δούλευα έως και σε τρεις δουλειές παράλληλα, για πολλά χρόνια. Εργάστηκα στη λάντζα, σε καφέ αλλά και ως μαγείρισσα. Στις κουζίνες γνώρισα τον μεγαλύτερο ρατσισμό και σεξισμό. Γίνονται πολλές διακρίσεις, που μάλλον οφείλονται στην ανασφάλεια των άλλων ανθρώπων. Υπήρχε ένα χάσμα ανάμεσά μας, εξάλλου εγώ δούλευα με λίγα χρήματα. Μέσα σε λίγα χρόνια, όμως, κατάφερα να αλλάξω πόστο. Έτσι, πέτυχα σιγά σιγά να εισχωρήσω σε επαγγελματικές κουζίνες και να διαπρέψω ως σεφ.

Λέσια Σλομποντιάν, ιδιοκτήτρια Café Bar 67 Facebook Twitter
Στα 47 μου χρόνια, το 2012, αποφάσισα να κάνω το επόμενο βήμα και να ανοίξω το Café Bar 67. Ήθελα να θυμίζει λίγο το σπίτι της γιαγιάς μου με τις ουκρανικές παραδόσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που το έχω διακοσμήσει με πολλά αντικείμενα απ’ την πατρίδα και τη γιαγιά μου, χάρη στην οποία λάτρεψα την τέχνη της μαγειρικής. Φωτ.: Freddie F./ LIFO

• Προφανώς, η ζωή δεν ήταν εύκολη στην Ελλάδα. Πολλές στερήσεις, άγχος και αβεβαιότητα. Για ένα μεγάλο διάστημα ήμουν παράνομη. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την ταλαιπωρία που τράβηξα προκειμένου να πάρω την πολυπόθητη άδεια παραμονής. Ήρθα στην Ελλάδα με την ανάμνηση της Ιλιάδας και, τελικά, βρέθηκα αντιμέτωπη με σκηνές απ’ την Οδύσσεια.

• Στα 47 μου χρόνια, το 2012, αποφάσισα να κάνω το επόμενο βήμα και να ανοίξω το Café Bar 67. Παρότι ήταν η περίοδος της οικονομικής κρίσης η ανταπόκριση του κόσμου ήταν συγκινητική. Ήθελα να θυμίζει λίγο το σπίτι της γιαγιάς μου με τις ουκρανικές παραδόσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που το έχω διακοσμήσει με πολλά αντικείμενα απ’ την πατρίδα και τη γιαγιά μου, χάρη στην οποία λάτρεψα την τέχνη της μαγειρικής. Φυσικά, οι περιπέτειές μου δεν σταμάτησαν. Οι υποχρεώσεις και οι παραλογισμοί που έζησα προκειμένου να καταφέρω να διατηρήσω ανοιχτό το μαγαζί είχαν ως αποτέλεσμα να πάθω ισχαιμικό επεισόδιο. Το στρες με είχε καταβάλει. Ένιωθα για μήνες σαν να χτυπούσα το κεφάλι μου στον τοίχο. Αλλά δεν είχα το περιθώριο να αποτύχω, παρά τα αμέτρητα εμπόδια.    

• Επέλεξα να μείνω στα Εξάρχεια γιατί τον πρώτο καιρό ήθελα να στέλνω τα παιδιά μου στο ουκρανικό σχολείο Αθήνας. Είναι μια περιοχή ελεύθερη, χωρίς στερεότυπα, προκαταλήψεις και ρατσιστικές αντιλήψεις. Εδώ δεν χρειάζεται να προσποιείσαι ότι είσαι κάτι άλλο. Δεν φοβάσαι τα υποτιμητικά βλέμματα του κόσμου και την περιφρόνηση. Οι άνθρωποι είναι χαμογελαστοί, φιλότιμοι και ανοιχτόκαρδοι. Χαίρομαι γιατί κατοικώ και διατηρώ μαγαζί στην πιο ζωντανή και ανήσυχη περιοχή της Αθήνας.

cover
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Κάτι που εκτιμώ πολύ στους Έλληνες είναι ότι πολλές φορές μια συγγνώμη αρκεί για να ξεχαστούν έχθρες και αντιπαλότητες. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν χρυσή καρδιά, αλλά συναντάς στον δρόμο σου και κάποιους άλλους που σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν σε βλέπουν, ότι δεν υπάρχεις γι’ αυτούς. Θυμάμαι, όταν τελικά άλλαξαν σχολείο τα παιδιά μου και πήγαν στο ελληνικό, πήγαινα να τα πάρω στο σχόλασμα και υπήρχαν πολλές φορές που τα έβλεπα να κάθονται μόνα τους πίσω από μια κολόνα. Για τους υπόλοιπους μαθητές τα παιδιά μου ανήκαν στην κατηγορία των μεταναστών. Ο χρόνος τα γιάτρεψε, όμως, όλα.

• Η πιο ευχάριστη στιγμή της ζωής μου ήταν όταν πήγα στην Ουκρανία για να φέρω τα παιδιά μου στην Ελλάδα. Η στιγμή που κατέβηκα τη σκάλα του αεροπλάνου, κρατώντας τα σφιχτά από το χέρι. Ήταν η στιγμή που κι εκείνα μου έδειξαν ότι με εμπιστεύονταν. Σφίγγοντας το χέρι μου με ακολούθησαν πιστά σε μια ξένη χώρα, σε έναν νέο προορισμό, σε ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό. Συγκινούμαι και μόνο στη σκέψη.

• Οι μετανάστες δεν είναι κατώτεροι άνθρωποι. Αναμφίβολα, οι δυσκολίες που συνάντησα με έκαναν καλύτερη, με δυνάμωσαν. Υπήρχαν στιγμές, όμως, που αισθάνθηκα πράγματι ότι έχασα τον εαυτό μου. Ξέρετε, στην Ελλάδα ήμουν η Αλεξάνδρα για λόγους διευκόλυνσης. Μού το πρότειναν ως ένα όνομα οικείο, εύκολο και δυναμικό. Πράγματι, με βοήθησε ως προς την προσαρμογή μου. Πάλεψα, όμως, με όλες μου τις δυνάμεις να ξαναβρώ την ταυτότητα μου. Και τα κατάφερα. Το όνομά μου, λοιπόν, είναι Λέσια.   

Café Bar 67, Εμμανουήλ Μπενάκη 67, Αθήνα

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Θέματα
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Έβαλα όλη μου τη ζωή σε μία βαλίτσα και βγήκα στον δρόμο»

ΟΙ ΑΛΛΟΙ / «Έβαλα όλη μου τη ζωή σε μία βαλίτσα και βγήκα στον δρόμο»

Είχε σπίτι, δουλειά, όνειρα και μια ζωή που έμοιαζε σταθερή. Μέχρι που η οικονομική κρίση τον οδήγησε στην αστεγία. Ο Μιχάλης Σαμόλης, πωλητής του περιοδικού δρόμου «Σχεδία», μιλά για την πορεία από την κατάρρευση στην επανεκκίνηση και θυμίζει ότι κανείς δεν είναι άτρωτος.
ΜΕΡΟΠΗ ΚΟΚΚΙΝΗ
«Η Αθήνα σχεδιάστηκε για 40.000 κατοίκους, σήμερα ασφυκτιά»

H κατάσταση των πραγμάτων / «Η Αθήνα σχεδιάστηκε για 40.000 κατοίκους, σήμερα ασφυκτιά»

Υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία ο δήμος Αθηναίων έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και τη λειτουργία της πόλης, χαράσσοντας μια σαφή και συγκροτημένη πολιτική. Η αρχιτέκτων και διδάκτωρ του ΕΜΠ Μαρία Δανιήλ εξηγεί τους λόγους που η επιρροή αυτής της περιόδου ήταν τόσο καταλυτική.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Τάνια Τσανακλίδου: «Η απάθεια του κόσμου είναι που με τρομάζει περισσότερο»

LiFO TALKS / Τάνια Τσανακλίδου: «Η απάθεια του κόσμου είναι που με τρομάζει περισσότερο»

Η σπουδαία ερμηνεύτρια μιλά για τη σύγχρονη ζωή και το πόσο εξαντλητική είναι, για την απογοήτευσή της από την πολιτική και την ανάγκη να παραμένουμε «παρόντες», και αποκαλύπτει για πρώτη φορά ότι σκέφτεται να αποχωρήσει από το τραγούδι δηλώνοντας: «Μπορεί και να μην ξανατραγουδήσω».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Λένα Κιτσοπούλου: «΄Ηθελα πάντα να ενοχλώ»

Λίγη Ζωή / Λένα Κιτσοπούλου: «Δεν έχει κάτι από Βάκχες ο Λευτέρης Πανταζής;»

Μεταξύ «Σωσμένου» και «Βακχών», η Λένα Κιτσοπούλου μιλά για τη νουβέλα της «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης», ανατρέχει στη διαδρομή της και δίνει τα κλειδιά για την κατανόηση των έργων και του χαρακτήρα της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιώργος Βαρουξάκης: «Ελπίζω η Ελλάδα να έχει ξεπεράσει τα κόμπλεξ της»

Άκου την επιστήμη / Γιώργος Βαρουξάκης: «Ελπίζω η Ελλάδα να έχει ξεπεράσει τα κόμπλεξ της»

Από τον Πλάτωνα και την αρχαία Ελλάδα έως το σύγχρονο brain drain, ο καθηγητής Ιστορίας των Πολιτικών Ιδεών στο Queen Mary University of London, Γιώργος Βαρουξάκης, αποδομεί μύθους και στερεότυπα γύρω από τη «Δύση» και την ελληνική ταυτότητα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Χανταϊός: Θα δούμε περισσότερα κρούσματα στην Ελλάδα;

NEWSROOM / Χανταϊός: Θα δούμε περισσότερα κρούσματα στην Ελλάδα;

Πόσο πιθανή είναι η εμφάνιση περισσότερων κρουσμάτων στην Ελλάδα; Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο και ποια συμπτώματα δεν πρέπει να αγνοούνται; Ο Δημήτρης Παρασκευής, καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, εξηγεί.
THE LIFO TEAM
Στο σπίτι του Άγγελου Παπαδημητρίου, η αγάπη έχει τέσσερα πόδια

Lifo Videos / Στο σπίτι του Άγγελου Παπαδημητρίου, η αγάπη έχει 4 πόδια

Η Τζούλη Αγοράκη επισκέπτεται τον αντισυμβατικό εικαστικό, ηθοποιό και τραγουδιστή Άγγελο Παπαδημητρίου και γνωρίζει τη Micra, μια γάτα με την οποία έχει αναπτύξει μια βαθιά σχέση συντροφικότητας.
ΤΖΟΥΛΗ ΑΓΟΡΑΚΗ
Εκνευριστικοί Γάλλοι, και η κανονικοποίηση της βίας

Άλλο ένα podcast 3.0 / Εκνευριστικοί Γάλλοι, και η κανονικοποίηση της βίας

Άλλο ένα επεισόδιο του «Άλλο ένα podcast 3.0» που ο Θωμάς Ζάμπρας κάνει μια ακόμα από τις χαρακτηριστικές του βόλτες ανάμεσα σε μικρές καθημερινές παρατηρήσεις και μεγαλύτερα, σχεδόν υπαρξιακά ερωτήματα.
ΘΩΜΑΣ ΖΑΜΠΡΑΣ
Λένα Διβάνη: «Τα δικά μας τα παιδιά με δύο διδακτορικά είναι γκαρσόνια, κι άλλοι γίνονται υπουργοί»

LIFO TALKS / Λένα Διβάνη: «Τα παιδιά μας με δύο διδακτορικά είναι γκαρσόνια· άλλοι γίνονται υπουργοί»

Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου «Έτσι τελειώνει ο κόσμος», η γνωστή συγγραφέας μιλά για τη δυστοπική εποχή που διανύουμε, την κρίση της δημοκρατίας, τη νέα γενιά που μεγαλώνει χωρίς προοπτική αλλά και για την ανάγκη αντίστασης απέναντι στον κυνισμό και στην παρακμή.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Δεν με ήθελαν στο πανεπιστήμιο, σήμερα δουλεύω στην Deutsche Bank»

Ζούμε, ρε! / «Δεν με ήθελαν στο πανεπιστήμιο, σήμερα δουλεύω στην Deutsche Bank»

Ο Αργύρης Κουμτζής μιλά για τη μάχη που έδωσε για να σπουδάσει Φυσική ως τυφλός, για τη δύσκολη προσβασιμότητα και για το πώς η τεχνητή νοημοσύνη και οι δυνατότητες που δίνει αλλάζουν ριζικά το τοπίο.
ΧΡΥΣΕΛΛΑ ΛΑΓΑΡΙΑ | ΘΟΔΩΡΗΣ ΤΣΑΤΣΟΣ