«Όλη της τη ζωή η Τζέννιφερ βασιζόταν στα λόγια της μητέρας της για να νιώσει ανακούφιση, αλλά είχε αναπτύξει και πρόσθετες στρατηγικές για να βελτιώνει τις κρίσεις της. Υπενθύμιζε στον εαυτό της ότι μπορεί να επιλέξει να σκέφτεται ή να μη σκέφτεται τον θάνατο. Ή προσπαθούσε να ανασύρει από τη μνήμη της όμορφες εμπειρίες - πώς γελούσε με τους φίλους της όταν ήταν παιδί, πώς θαύμαζε τις ακίνητες λίμνες και τα ουρανομήκη σύννεφα, όταν έκανε πεζοπορία με τον άντρα της στα Βραχώδη Όρη, πώς φιλούσε τα φωτεινά προσωπάκια των παιδιών της.

Κι όμως, ο τρόμος της για τον θάνατο συνέχιζε να τη βασανίζει και να στερεί πολύ μεγάλη ευχαρίστηση από τη ζωή της. Είχε συμβουλευτεί πολλούς θεραπευτές χωρίς μεγάλο όφελος. Διάφορα φάρμακα είχαν ελαττώσει την ένταση, όχι όμως και τη συχνότητα των κρίσεων. Οι θεραπευτές της δεν είχαν εστιάσει ποτέ την προσοχή τους στον φόβο της για τον θάνατο, γιατί πίστευαν ότι ο θάνατος αντιπροσώπευε κάποιο άλλο άγχος. Εγώ αποφάσισα να μην επαναλάβω τα σφάλματα των προηγουμένων. Πιστεύω ότι τους είχε μπερδέψει ένα πολύ έντονο επαναλαμβανόμενο όνειρο που επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Τζέννιφερ στα πέντε της χρόνια:

«Όλη μου η οικογένεια είναι στην κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι βρίσκεται ένα μπωλ με σκουλήκια, κι ο πατέρας μου με αναγκάζει να πιάσω μια ολόκληρη χούφτα, να τα στύψω και έπειτα να πιω το γάλα που βγάζουν».

Σε όλους τους θεραπευτές που είχε συμβουλευτεί, η εικόνα του στυψίματος των σκουληκιών για να βγει γάλα θύμιζε πέος και σπέρμα, πράγμα κατανοητό. Κι όλοι τους, επομένως, διερεύνησαν μήπως υπήρχε περίπτωση να την είχε κακοποιήσει σεξουαλικά ο πατέρας της. Αυτή ήταν και η δική μου πρώτη σκέψη, αλλά την εγκατέλειψα μόλις άκουσα την Τζέννιφερ να μου αναφέρει πως αυτού του είδους η διερεύνηση είχε κάθε φορά οδηγήσει σε λάθος θεραπευτική κατεύθυνση. Μολονότι ο πατέρας της ήταν πολύ τρομακτικός και την κακοποιούσε λεκτικά, ούτε η ίδια ούτε τα αδέρφια της θυμούνταν κανένα επεισόδιο σεξουαλικής κακοποίησης.

Κανένας από τους προηγούμενους θεραπευτές της Τζέννιφερ δεν εξερεύνησε τη βαρύτητα και τη σημασία του αδιάλειπτου φόβου της για τον θάνατο. Αυτό το σύνηθες σφάλμα έχει πίσω του μια πολύ τιμημένη παράδοση, που οι ρίζες της φτάνουν ως την πρώτη πρώτη δημοσίευση ψυχοθεραπευτικού κειμένου: τις Μελέτες για την υστερία του Φρόυντ και του Μπρόυερ το 1895. Μια προσεκτική ανάγνωση αυτού του κειμένου αποκαλύπτει ότι οι ζωές των ασθενών του Φρόυντ ήταν διαποτισμένες από φόβο θανάτου. Η αποτυχία του να διερευνήσει τους φόβους γύρω από τον θάνατο θα ήταν άξια απορίας, αν δεν υπήρχαν τα όψιμα γραπτά του, που εξηγούν πως η θεωρία του για την καταγωγή της νεύρωσης στηριζόταν στην υπόθεση μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε ποικίλες ασυνείδητες, πρωτόγονες, ενστικτικές δυνάμεις. Ο θάνατος δεν μπορούσε να παίζει ρόλο στη γένεση της νεύρωσης, έγραφε ο Φρόυντ, επειδή δεν έχει αναπαράσταση στο ασυνείδητο, για δύο λόγους: πρώτον, δεν έχουμε προσωπική εμπειρία του θανάτου και δεύτερον, μας είναι αδύνατον να αναλογιστούμε την ανυπαρξία μας.

Μολονότι ο Φρόυντ έγραψε με τρόπο αξιομνημόνευτο και σοφό για τον θάνατο σε μικρά, διάσπαρτα δοκίμια όπως το «Οι στάσεις μας απέναντι στον θάνατο», το οποίο γράφτηκε στον απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η «αποθανατοποίηση» του θανάτου που έκανε, όπως τη χαρακτήρισε ο Robert Jay Lifton, στην επίσημη ψυχαναλυτική θεωρία επηρέασε έντονα πολλές γενιές θεραπευτών, κάνοντάς τους να μετατοπίζουν το βάρος από τον θάνατο προς εκείνο που πίστευαν ότι αντιπροσώπευε ο θάνατος μέσα στο ασυνείδητο, ιδίως την εγκατάλειψη και τον ευνουχισμό. Πράγματι θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η ψυχαναλυτική έμφαση στο παρελθόν είναι μια υποχώρηση από το μέλλον και από την αναμέτρηση με τον θάνατο.

Από το ξεκίνημα της δουλειάς μου με την Τζέννιφερ βάλθηκα να διερευνήσω διεξοδικά τους φόβους της για τον θάνατο. Δεν υπήρξε αντίσταση: ήταν πρόθυμη να δουλέψει και είχε επιλέξει να έρθει σε μένα, επειδή είχε διαβάσει το βιβλίο μου «Υπαρξιακή ψυχοθεραπεία» και ήθελε να αντιμετωπίσει τα υπαρξιακά δεδομένα της ζωής της. Οι θεραπευτικές μας συνεδρίες επικεντρώθηκαν στις ιδέες, τις αναμνήσεις και τις φαντασιώσεις της γύρω από τον θάνατο. Της ζήτησα να σημειώνει προσεκτικά τα όνειρα της και τις σκέψεις που έκανε στη διάρκεια των κρίσεων πανικού.

Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Λίγες μόνο εβδομάδες αργότερα είχε μια σοβαρή κρίση πανικού, αφού είδε μια ταινία για την περίοδο του ναζισμού. Την είχε ταράξει πολύ βαθιά το απόλυτα ανεξέλεγκτο της ζωής, όπως εμφανιζόταν στο φιλμ. Αθώοι όμηροι επιλέγονταν αυθαίρετα και αυθαίρετα σκοτώνονταν. Ο κίνδυνος παραμόνευε παντού. Πουθενά δεν μπορούσε κανείς να βρει ασφάλεια. Την εντυπωσίασαν οι ομοιότητες με το σπίτι της παιδικής της ηλικίας: ο κίνδυνος από τις απρόβλεπτες κρίσεις οργής του πατέρα της, η αίσθησή της ότι δεν είχε μέρος να κρυφτεί κι ότι έβρισκε καταφύγιο μόνο στο να μένει αόρατη - δηλαδή λέγοντας και ζητώντας όσο γίνεται λιγότερα.

Λίγο αργότερα επισκέφτηκε το σπίτι όπου ζούσε παιδί και, όπως της πρότεινα, κάθισε στον τάφο των γονιών της να διαλογιστεί. Το να ζητώ από μια ασθενή να διαλογιστεί πάνω σε έναν τάφο μπορεί να μοιάζει ανορθόδοξο, κι όμως το 1895 ο Φρόυντ περιγράφει ότι έδωσε ακριβώς την ίδια οδηγία σε έναν ασθενή του. Καθώς στεκόταν κοντά στην ταφόπετρα του πατέρα της, η Τζέννιφερ έκανε ξαφνικά μια παράξενη σκέψη γι' αυτόν: «Πόσο θα κρυώνει μέσα στον τάφο».

Συζητήσαμε αυτή την παράξενη σκέψη. Ήταν σαν η παιδική της εικόνα για τον θάνατο με τα εξωλογικά συστατικά της (για παράδειγμα, ότι οι νεκροί μπορούν ακόμα να νιώθουν το κρύο) ήταν ακόμα ζωντανή στη φαντασία της πλάι πλάι στον ενήλικο ορθολογισμό της.