Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO

 

Το 2010 που κυκλοφόρησε το τελευταίο άλμπουμ του Μιχάλη Δέλτα είχαν μόλις αρχίσει να φαίνονται τα σημάδια της κρίσης, αλλά κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει όσα θα επακολουθούσαν. Τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν δεν άλλαξαν μόνο την οικονομική κατάσταση των Ελλήνων, άλλαξαν κυρίως τους ανθρώπους – μετά το αρχικό σοκ και την εξοικείωση με τη νέα κατάσταση κανείς δεν είναι πια ο ίδιος. «Δουλεύω τόσο καιρό σαν σκυλί» λέει ο Μιχάλης. «Έβγαλα ένα EP, το "Staunch Hearts", από την αγγλική Seamless Recordings, ένα ΕΡ από τη Υoung Society Records, κι ένα καινούργιο κομμάτι μου συμπεριλαμβάνεται στην τελευταία συλλογή του Café Del Mar. Παίζω μουσική, διδάσκω μουσική τεχνολογία εδώ και έξι χρόνια, γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έχω ετοιμάσει και δύο δίσκους που κάθονται, γιατί προσπαθώ να βρω άκρες να βγουν στο εξωτερικό: ο ένας είναι ακουστικός, με έγχορδα, πιάνο και noise, και ο άλλος είναι πιο ηλεκτρονικός. Το κυνηγάω και περιμένω μια καλή ευκαιρία».


Σταματάει τις πρόβες στο στούντιο, μας κερνάει ένα πολύ ωραίο γλυκό με μπισκότα και κρέμα σοκολάτας και βάζει μουσική. Η αφορμή για τη συνέντευξη είναι το νέο σχήμα που έχουν φτιάξει με την Etten, οι Commonot, «ένα λογοπαίγνιο με το common, το mono και το not», όπως εξηγεί, «και η ανάγκη μας να αποστασιοποιηθούμε από την εικόνα μας και τα ονόματά μας. Γράφουμε καινούργια πράγματα, προβάρουμε κάποια που έχουμε γράψει κατά καιρούς, παίζουμε πολλή μουσική και μας αρέσει. Στο live βασιζόμαστε στα αναλογικά συνθεσάιζερ και η Ελένη καλύπτει το πιο μεγάλο μέρος των φωνητικών. Σε αυτό που ετοιμάζουμε στο Κ44 θα παίξουμε κομμάτια από τη δισκογραφία μας, της Ελένης και δικά μου, και θα παρουσιάσουμε και καινούργιο υλικό. Η φόρμα των κομματιών μας είναι η ποπ που εμείς αγαπάμε και ακούμε χρόνια, με σκανδιναβικές επιρροές σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής, σουηδικές, ίσως και γερμανικές, και ευελπιστούμε να κυκλοφορήσουμε αυτό το υλικό μέσα στο 2014. Οι Commonot είναι μια ανάγκη για εξωστρέφεια». Μιλάει για τη χαρά που έχει χαθεί και την ανάγκη να την ξαναβρούμε, για τις δυσκολίες που σε τσακίζουν και για αρρώστιες –ψυχικές και σωματικές– που έχουν έρθει σαν αποτέλεσμα όλων αυτών που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO


«Όλοι σήμερα πάσχουν από διάσπαση της προσοχής – κι εγώ πάσχω από αυτό κατά καιρούς, ξεχνάω πράγματα. Είναι τόσο πολλά τα προβλήματα, που μπορούν να μας καπελώνουν πλέον καθημερινά. Δεν θέλει ο κόσμος να ακούσει δουλεμένο στίχο με το μήνυμα και τη βαρύτητα που είχαμε εμείς παλιά. Τώρα θέλουν να ξεσκάνε, να πηγαίνουν σε mainstream μαγαζιά, σε μπουζούκια. Και βλέπεις ότι έχουν αλλάξει τα πάντα. Οι άνθρωποι έχουν γίνει πολύ συντηρητικοί, αυτή είναι η στροφή της κοινωνίας. Υπάρχει κοινωνικός θυμός που προσπαθεί να εκτονωθεί με το οτιδήποτε. Εμείς φτιάχνουμε μουσική, όλος αυτός ο θυμός και η αηδία βρίσκει έναν τρόπο να διοχετευτεί. Μπορείς να αντιληφθείς σε τι κατάσταση είναι ο κόσμος από το γεγονός ότι έχει γυρίσει και ζει με τη μάνα του. Αυτό είναι για μένα ιστορικά η μεγαλύτερη κοινωνική διάβρωση. Είναι ήττα. Είναι πολύ στενόχωρο να πηγαίνουν οι άνθρωποι πίσω. Για να επανέλθει η υγεία του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού πρέπει να περάσουν πάρα πολλά χρόνια. Σίγουρα περνάμε όλοι δύσκολα αυτή την εποχή σε πολλαπλά επίπεδα κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση. Ωστόσο, έχει γίνει ένα δυνατό ξεκαθάρισμα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Βγαίνοντας έξω, λοιπόν, από κάποια κεκτημένα και κάποιες γνώριμες καταστάσεις, ανακάλυψα νέους ανθρώπους που βρίσκονται πιο κοντά σε αυτό που βιώνω αυτήν τη στιγμή. Οι άνθρωποι πλέον έχουν την ανάγκη και την επιθυμία να αλλάξουν, επειδή η αλλαγή δεν είναι εύκολη και μπορεί να γίνει μόνο με την ενδοσκόπηση. Θεωρώ ότι οι Έλληνες έχουν αρχίσει να σκέφτονται πιο συνειδητά. Ξέρω πάρα πολύ κόσμο που έχει ξεκινήσει να κάνει ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση. Πώς αλλιώς μπορεί κάποιος να αντεπεξέλθει σε αυτά που αντιμετωπίζει χωρίς να πάρει φάρμακα ή να πάθει κατάθλιψη; Η δημιουργική χαρά στη ζωή μου πλέον είναι η ανθρωπιά, ούτε καν η μουσική. Δεν μπορώ να τη χαρώ όταν όλα είναι έτσι! Η ανθρωπιά είναι που μου δίνει χαρά και η έλλειψή της μπορεί να με κάνει χίλια κομμάτια. Η παραμικρή χειρονομία, το να μου φερθεί κάποιος γλυκά κι ευγενικά, μπορεί να με αναγεννήσει. Η μουσική, βέβαια, είναι φοβερό εργαλείο για να μετουσιώνουμε τον πόνο μας. Γιατί γι' αυτό φτιάχνουμε μουσική».

 

#quote#


Μιλάει για το βιβλίο που ετοιμάζει, για σκέψεις που έχει ανάγκη να μοιραστεί – κάποιες από αυτές τις έχει ήδη δημοσιοποιήσει στο Facebook. «Ξεκίνησα να γράφω κάτι το οποίο έχει ως τίτλο Ένας κόσμος χωρίς άριστα. Αυτή η αναγνώριση ή μη της αξίας κάποιου, ο ανταγωνισμός που καλλιεργείται, δημιουργεί νοσηρότητα και πολλές φορές μεταφράζεται σε αυτοκαταστροφή. Μπαίνουν τα παιδιά στη διαδικασία να αποδείξουν στον γονιό, στον φίλο, στον γκόμενο ότι αξίζουν κάτι. Είναι κάτι πολύ βαθύ και υπαρξιακό αυτό. Αυτό που στην ουσία θέλουν να νικήσουν όλοι όμως είναι ο θάνατος». Θέτει μαζεμένα ένα σωρό θέματα που χρειάζονται ώρες να αναλυθούν, μέρες. «Είμαι πάρα πολύ αισιόδοξος άνθρωπος, αλλά δεν κοροϊδεύω ποτέ τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου είναι 85 χρονών. Αν ζήσω μέχρι την ηλικία του, μπορεί να προλάβω να δω αλλαγές. Λυπάμαι που το λέω, και το λέω δημόσια, αλλά υπάρχει στο υποσυνείδητο όλων μας μια αποδοχή της τιμωρίας που ζούμε, ότι μας αξίζει αυτό που περνάμε. "Ξέρεις, μωρέ, κι εγώ είχα κλέψει λίγο την εφορία", λέει ο ένας, "ε, κι εγώ δεν ήμουν και πολύ νομοταγής πολίτης", λέει ο άλλος. Υπάρχει παθογένεια που ξεκινάει από την εξουσία και αποτυπώνεται σε συνειδήσεις. Γι' αυτό και κανείς δεν αντιδρά! Η γενιά των γονιών μας –που σίγουρα είναι χτυπημένη από πολλές ατυχίες– είναι γενιά χωρίς συνείδηση. Ακόμα κρατάνε τις εξουσίες των δύο δυναστειών, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Αν βγει ένας αρχηγός και τάξει σε αυτήν τη γενιά αύξηση της τάξεως των 15 ευρώ στη σύνταξη, θα τα ξεχάσουν όλα και θα τον ψηφίσουν! Ακόμα κι αν με την πολιτική του έχει καταστρέψει τον τόπο του. Για να θεραπευτεί αυτή η κοινωνική ενοχή θα χρειαστούν το λιγότερο τρεις γενιές».

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO


Σχολιάζουμε τη σχέση του καθενός μας με τα social media, που έχουν γίνει ψυχαναγκασμός, και τις άμυνες που χρειάζεται να αναπτύξεις για να τους αντισταθείς. «Κάθε φορά που τυχαίνει να μην έχω πρόσβαση στο Διαδίκτυο νιώθω να βρίσκομαι πιο κοντά στον εαυτό μου. Αυτό που κάνουν τα media είναι να συντονίζουν τους ανθρώπους για να μοιάζουν όλοι μεταξύ τους και να αντιδρούν το ίδιο, σαν να έχουμε ανά πάσα στιγμή τον Βig Βrother, ένα μεγάλο μάτι από πάνω μας συνεχώς. Αλλά δεν θέλω να είμαι αχάριστος. Είναι πλέον αναγκαίο και χρηστικό μέσο της κοινοποίησης της δουλειάς μας και με έχει βοηθήσει πολύ, μπορώ να επικοινωνώ με ανθρώπους από όλον τον κόσμο. Μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα που ζούμε, το Facebook αποτελεί και ένα μέσο εκτόνωσης, μπορεί ο καθένας να εκφραστεί. Από την άλλη, τα νέα παιδιά που παραμένουν όλη μέρα μπροστά σε μια οθόνη και αποκλείονται από τον περίγυρο εγώ τα συμμερίζομαι. Τα social media έχουν αποσπάσει πολλές φορές και πλήρως την προσοχή μου. Φτάσαμε στο σημείο να μετράμε τα likes. Ακούγεται αστείο, αλλά εμένα μου έχει συμβεί, και μάλιστα να επηρεαστώ από αυτά. Έχουμε γίνει ο πολιτισμός του like ή του don't like».