Συναντάω την Κατερίνα Ευαγγελάτου στον πεζόδρομο της οδού Ακαδήμου έξω από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Απέναντι, μπροστά από το Θέατρο Μεταξουργείο της Άννας Βαγενά, κάθονται οι ηθοποιοί του Εθνικού που κάνουν διάλειμμα από την πρόβα τους. «Κατερίνα Ευαγγελάτου, ένα όνομα, μια ιστορία» φωνάζει ένα ηθοποιός στοργικά όταν βλέπει το κασετοφωνάκι. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ακριβές: η Κατερίνα Ευαγγελάτου προέρχεται από αμιγώς καλλιτεχνική οικογένεια. Ο πατέρας της είναι ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος και η μητέρα της η ηθοποιός Λήδα Τασσοπούλου.

Η επιλογή της να γίνει σκηνοθέτις μάλλον δεν αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη. Αριστούχος του Εθνικού Θεάτρου, με μεταπτυχιακά σκηνοθεσίας στο Λονδίνο και μετά στη Μόσχα, η Ευαγγελάτου μιλάει στρωτά και χαμογελαστά. Δίνει την εντύπωση ενός καλού, χαρούμενου κοριτσιού. («Όλοι μου λένε “α, εσύ πρέπει να ήσουν καλή μαθήτρια”. Χα, χα, χα»). Ή μάλλον ενός καλού, χαρούμενου κοριτσιού που ανεβάζει σκοτεινά έργα: Η Ερωτευμένη Νεκρή του Θεόφιλου Γκωτιέ, που συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά στο Αμφιθέατρο, είναι ένα γοτθικό ερωτικό θρίλερ με ήρωες έναν παπά και μια βρικόλακα που τον παρασέρνει σε ακολασίες, ενώ το καινούργιο της έργο είναι η Πλαστελίνη του Βασίλι Σιγκάρεφ: η βίαιη, σκοτεινή περιπλάνηση ενός 14χρονου αγοριού στην καρδιά μιας σύγχρονης εφιαλτικής μητρόπολης.

Πες μου για την Ερωτευμένη Νεκρή. Πώς σου προέκυψε να ανεβάσεις ένα τόσο γοτθικό έργο;

Κατ’ αρχάς έψαχνα 6 μήνες για έργο, ήμουν σε απόγνωση. Είχα διαβάσει τα πάντα και δεν μου άρεσε τίποτα: κλασικό, σύγχρονο, ελληνικό, ευρωπαϊκό, αμερικάνικο, αυστραλέζικο. Μετά πήγα στον κόσμο της φανταστικής λογοτεχνίας: Χόφμαν, Έντγκαρ Άλαν Πόε - αυτοί είναι που με οδήγησαν στον Θεόφιλο Γκωτιέ. Με το που διάβασα την Ερωτευμένη Νεκρή είπα «Αυτό είναι!».

Ο στόχος σου φαντάζομαι είναι να φέρεις ένα πιο νεανικό κοινό στο Αμφιθέατρο;

Ναι, βέβαια, ο στόχος αυτός είναι, και γι’ αυτό ιδρύσαμε και καινούργια σκηνή, την Είσοδο Κινδύνου, την οποία εγκαινιάσαμε με την Ερωτευμένη Νεκρή. Είναι η νέα σκηνή του θεάτρου αυτή, με πιο νεανικά πειράματα. Τώρα χωράει 45 θεατές, αλλά είναι έτσι διαμορφωμένη ώστε να αλλάζει η χωρητικότητά της.

Πες μου πώς σου ήρθε η ιδέα να ανεβάσεις την Πλαστελίνη.

Την Πλαστελίνη μού τη σύστησε μια συμμαθήτριά μου από τη Μόσχα. Το διάβασα και έπαθα πλάκα. Όταν μου ζήτησαν από το Εθνικό Θέατρο να τους προτείνω έργο, πρότεινα την Πλαστελίνη, κι ευτυχώς ο Γιάννης Χουβαρδάς την ήξερε και έγινε το έργο. Η Πλαστελίνη ήταν το πρώτο έργο του Σιγκάρεφ, το έγραψε στα 23 του και γνώρισε τεράστια επιτυχία παγκοσμίως. Είναι ένα πάρα πολύ σκληρό έργο αλλά και ταυτόχρονα πολύ ποιητικό - έχει ένα μαύρο χιούμορ και μία βία που σου σφίγγει το στομάχι. Το έργο μιλάει για την περιπλάνηση του 14χρονου Μαξίμ σε μια πόλη-λαβύρινθο, όπου του συμβαίνουν απανωτά ακραία περιστατικά. Πέφτει θύμα διαφόρων ειδών βίας - λεκτικής, ψυχολογικής, σωματικής, γνωρίζει τον απόλυτο έρωτα. Έχει ένα μόνιμο διάλογο με το θάνατο. Είναι μια παράσταση με πολύ μαύρο χιούμορ που έχει μια ονειρική διάσταση - η μια σκηνή μπλέκεται με την άλλη ώστε να θυμίζει λίγο εφιάλτη, τα πρόσωπα αλλάζουν, οι ηθοποιοί υποδύονται δυο τρεις ρόλους ο καθένας.

Και η Ερωτευμένη Νεκρή και η Πλαστελίνη είναι σκοτεινές παραστάσεις; Έχεις κάποια ροπή προς αυτό;

Είναι αυτό που μου ’πε και ο Γιάννης Χουβαρδάς προχτές: «Εσύ αν δεν έχεις φέρετρο, δεν μπορείς να κάνεις παράσταση». Και η Ερωτευμένη Νεκρή και η Πλαστελίνη έχουν πολύ να κάνουν με το θάνατο. Και τα τρία έργα που έχω κάνει έχουν να κάνουν με το θάνατο. Και η Τρίτη Εντολή, το πρώτο μου έργο, ήταν όλη γύρω από το θάνατο ενός μικρού κοριτσιού. Λειτουργεί υποσυνείδητα αυτό το πράγμα, χωρίς εγώ να το κατευθύνω. Η Πλαστελίνη είναι ένα συνεχές φλερτ του Μαξίμ με το θάνατο - πάει προς το θάνατο και γυρίζει. Οπότε προφανώς έχω ένα θέμα. Από την άλλη όμως θα μπορούσα να κάνω και το εντελώς αντίθετο· επειδή θα ήμουν καταπιεσμένη από το θάνατο, να κάνω μόνο τρελές φάρσες και κωμωδίες καταστάσεων.